Thursday, 31 December 2015

Η Θεωρία Παιγνίων της τρομοκρατίας

Πώς το ISIS ριζοσπαστικοποιεί άλλους ανθρώπους
του Jacob Olidort*
Σε ποιο σημείο ένας εξτρεμιστής γίνεται βίαιος εξτρεμιστής; Καθώς ο κόσμος -αφυπνισμένος από τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις στην Βαγδάτη, την Βηρυτό, το Παρίσι [1] και τώρα στην Καλιφόρνια και το Λονδίνο - παλεύει για να νικήσει το Ισλαμικό Κράτος (που ονομάζεται επίσης και ISIS), η απάντηση είναι πιο σημαντική από ποτέ.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα προσπάθησε να λύσει τον γρίφο με την εισαγωγή ενός νέου συστατικού στην συνταγή της αντιτρομοκρατίας. Τον Φεβρουάριο του 2015, συγκέντρωσε τους κορυφαίους ειδικούς στον κόσμο για μια σύνοδο κορυφής για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, για μια νέα στρατηγική με στόχο την αντιμετώπιση της διαδικασίας της ριζοσπαστικοποίησης -ειδικότερα, της φαινομενικά ασύγκριτης δυνατότητας του ISIS να στρατολογεί μέσω των social media, πέραν γλωσσικών, πολιτιστικών και γεωγραφικών ορίων [2].

Οι επιτιθέμενοι του San Bernardino, Tashfeen Malik (αριστερά) και Syed Farook απεικονίζονται καθώς περνούσαν από το Διεθνές Αεροδρόμιο «O'Hare» του Σικάγο στις 27 Ιουλίου 2014 . U.S. CUSTOMS AND BORDER PROTECTION HANDOUT / REUTERS
------------------------------
Η προσέγγιση της καταπολέμησης του βίαιου εξτρεμισμού είναι διαφορετική από εκείνη που ακολούθησαν οι αναλυτές και οι πολιτικοί για την αλ Κάιντα. Εκεί που κάποτε κυνηγούσαν πράκτορες και ηγέτες στα κορυφαία κλιμάκια των τρομοκρατικών οργανώσεων, τώρα επίσης εξετάζουν την λεγόμενη επιρροή και μελετούν το πώς ακριβώς υποκινούν άτομα στην βία. Κατά συνέπεια, η αμερικανική αντιτρομοκρατία έχει μετακινηθεί από μια στρατηγική καθαρά επικεντρωμένη στην δράση -για παράδειγμα, δολοφονώντας τους ηγέτες της αλ Κάιντα [3] ή αυτό που αποκάλεσαν τα ΜΜΕ ως «κόβοντας το κεφάλι του φιδιού»- στην ανάλυση αυτού που το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας περιγράφει ως «δυναμική της ριζοσπαστικοποίησης προς την βία» ή τους λόγους για τους οποίους ορισμένα άτομα που συνδέονται με τον βίαιο εξτρεμισμό διαπράττουν βία και άλλοι δεν το κάνουν. Αυτή η νέα προοπτική έχει προσδεθεί σε κρατικούς φορείς, ακτιβιστές, και επιστήμονες δεδομένων που όχι μόνο αναλύουν τα τρομοκρατικά κοινωνικά δίκτυα και τα πρότυπα των μηνυμάτων τους, αλλά επίσης μεταδίδουν αντι-εξτρεμιστικές αφηγήσεις.

Ως αποτέλεσμα, η Ουάσιγκτον έχει σίγουρα μια πληθώρα πληροφοριών σχετικά με την ιδεολογία, τους στόχους, τα μηνύματα και τις εκστρατείες του ISIS στα μέσα ενημέρωσης. Αλλά η πρόκληση, όπως φαίνεται, είναι να βρεθεί τι να κάνει με όλα αυτά τα δεδομένα. Η Washington Post αποκάλυψε πρόσφατα ότι το Κέντρο Στρατηγικής Αντιτρομοκρατικών Επικοινωνιών του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ επανεξετάζει την στρατηγική των αντι-μηνυμάτων του, αφότου μια εξωτερική ομάδα [ελέγχου] έδωσε κακούς βαθμούς αποτελεσματικότητας. Παρότι η σύνοδος κορυφής του Λευκού Οίκου για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού [4], τον Φεβρουάριο, άνοιξε αξιοθαύμαστα τον δρόμο για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και άλλους φορείς ώστε να αρχίσουν να συνεργάζονται με περιφερειακούς εταίρους για την αντιμετώπιση του τοπικά εκτρεφόμενου εξτρεμισμού –καλλιεργώντας την γνώση σε επίπεδο απλού λαού και ενισχύοντας τις τοπικές, μετριοπαθείς φωνές- η τοπική εστίαση κινδυνεύει να αποσπάσει την προσοχή από την πιθανότητα πιο εξεχουσών διαπεριφερειακών ιδεολογιών που ριζοσπαστικοποιούν μέχρι την βία. Ομοίως, αν και αξίζουν πολλά εύσημα για την οικοδόμηση συνεργατικών σχέσεων με τις τοπικές κοινότητες, τα τοπικού προσανατολισμού προγράμματα για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού τείνουν να επικεντρώνονται δυσανάλογα [πολύ] στην ψυχική υγεία και σε οικονομικούς παράγοντες. Αυτά μπορεί να ευθύνονται για κάποιο βαθμό κοινωνικής αποξένωσης, αλλά επίσης παραβλέπουν τον εξαιρετικό χαρακτήρα της ιδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης του ISIS στην βία. Εν ολίγοις, οι πολιτικές μας για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού κάνουν ελάχιστα, αν κάνουν έστω και κάτι, για να αντιμετωπίσουν ακριβώς τις ρίζες της αιτίας και των μέσων της ριζοσπαστικοποίησης του ISIS στην βία -την ιδεολογία του.

Προκειμένου να ενισχυθεί το σχέδιο αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού και να σταματήσουν οι στρατολογήσεις από το ISIS, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να μελετήσει την θεωρία των παιγνίων. ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ SCHELLING ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ
Το 1960, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, ο βραβευμένος με Νομπέλ Αμερικανός οικονομολόγος Thomas Schelling [5] εισήγαγε τον κόσμο στην «θεωρία της στρατηγικής» του, μια προσαρμογή της θεωρίας των παιγνίων για τον κόσμο των διεθνών σχέσεων. Στο βιβλίο του, The Conflict of Strategy, ο Schelling επινόησε την έννοια ενός «εστιακού σημείου» (focal point, τώρα γνωστό ως «σημείο Schelling») για να περιγράψει το πώς τα άτομα και τα έθνη καταλήγουν σε συμφωνία όταν διαπραγματεύονται μεταξύ τους. Η διαδικασία περιλαμβάνει την πρόβλεψη του τι θα μπορούσε να κάνει το άλλο πρόσωπο ή χώρα. Για να το αποδείξει, στην δεκαετία του 1950 ο Schelling ζήτησε από μια ομάδα φοιτητών να διαλέξει μια τοποθεσία στη Νέα Υόρκη, όπου θα μπορούσαν να συναντήσουν κάποιον ξένο χωρίς να έχουν συντονίσει τον τόπο και τον χρόνο εκ των προτέρων. Χωρίς να γνωρίζουν τι είπε οποιοδήποτε από τους άλλους μαθητές, οι περισσότεροι από αυτούς όχι μόνο διάλεξαν τα περίπτερα πληροφοριών στον σταθμό Grand Central Station, αλλά σχεδόν όλοι επέλεξαν να φτάσουν το μεσημέρι.

Ο Schelling διεξήγαγε αργότερα ένα δεύτερο πείραμα. Έδωσε σε μια ομάδα ανθρώπων φύλλα χαρτιού με 16 τετράγωνα. Υποσχέθηκε ένα βραβείο εάν όλοι τσεκάρουν το ίδιο «κουτάκι». Στατιστικά μιλώντας, μόνο το 6% θα έπρεπε να τσεκάρει το ίδιο «κουτάκι». Στην πραγματικότητα, το 60% τσέκαρε το επάνω αριστερό τετράγωνο. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν στο ίδιο συμπέρασμα όταν τους δίνονται τα σωστά κίνητρα, χωρίς να έχουν καν μιλήσει ο ένας στον άλλο.

Αν και ο Schelling σίγουρα δεν μπορούσε να προβλέψει την εφαρμογή αυτής της ιδέας στην κατανίκηση του ISIS, κατά παράξενο τρόπο είναι η κατάλληλη. Αν εφαρμόσουμε το σενάριο των 16 τετραγώνων στην ριζοσπαστικοποίηση, αυτό που προσπαθούμε να προλάβουμε είναι, στην πραγματικότητα, αυτή η «μεταφυσική στιγμή» (psychic moment), όπως την αποκαλεί ο Schelling, όπου όλα τα άτομα με την ίδια ιδέα τσεκάρουν το ίδιο «κουτάκι»: Εμπλέκονται σε τρομοκρατικές ενέργειες. Περίπου 20.000 ξένοι μαχητές, πολλοί από τους οποίους μεγάλωσαν σε ευημερούσες, δημοκρατικές χώρες, ήδη το έχουν πράξει.

Στη θεωρία του Schelling, τα άτομα αυτά θα έπαιρναν την απόφασή τους μέσω της «ορθολογικής συμπεριφοράς ... βασισμένης σε ένα σαφές και συνεπές σύστημα αξιών». Για τους τζιχαντιστές, αυτό το σύστημα αξιών είναι ο Σαλαφισμός. Δεδομένου όμως ότι το μεγαλύτερο μέρος των σαλαφιστών του κόσμου δεν είναι βίαιοι, δεν μπορεί να είναι μόνο η σαλαφίτικη ιδεολογία που ενθαρρύνει την βία. Επιπλέον, δεδομένου ότι το ISIS διαδίδει έναν ικανό αριθμό μη βίαιων μηνυμάτων -κυκλοφόρησε πρόσφατα το δικό του σύνολο βιβλίων [6] σχετικά με την γεωγραφία, την ιστορία και την αραβική ποίηση για μια σειρά μαθημάτων ώστε να «εκπαιδεύσει» τους μελλοντικούς τζιχαντιστές- δεν είναι μόνο η βία που προσελκύει άτομα στην κοσμοθεωρία του.

Είναι, μάλλον, η ικανότητα του ISIS να προωθεί και να επιβεβαιώνει την κοσμοθεωρία του υπό το φως διακριτών περιστάσεων που οι μουσουλμανικές κοινότητες είτε βιώνουν είτε παρατηρούν. Συγκεκριμένα, για αμφότερους τους κοινωνικά και οικονομικά στερημένους από την ζωή στον ανεπτυγμένο κόσμο, καθώς και για εκείνους που βιώνουν -ή γίνονται μάρτυρες σε- βίαιες ταραχές στην Συρία, το ISIS προσφέρει την υπόσχεση για ένα γαλήνιο και αυθεντικό Ισλαμικό κράτος, γεμάτο ευκαιρίες για όσους αποδέχονται την εξουσία του. Η κτηνωδία και η θρησκευτική φύση του Σιιτικού-Αλεβίτικου καθεστώτος του προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ αντιστηρίζει περαιτέρω την αιτία του ISIS, διότι επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ότι μόνο η σουνιτική κοσμοθεωρία του είναι δίκαιη και τίμια. Πράγματι, το προσεκτικά επιμελημένο περιοδικό της οργάνωσης, Dabiq, αντιπαραθέτει με συνέπεια τις εικόνες και τις ιστορίες ενός ISIS που προσφέρει στους ανθρώπους του (ιατρική περίθαλψη για τα παιδιά, επισκευή γεφυρών και δρόμων, κλπ) με τα προφίλ των αγωνιστών που σκοτώθηκαν, δήθεν για την υπεράσπιση αυτών των έργων.

Ουσιαστικά, εκείνοι που πείθονται από την κοσμοθεωρία του ISIS επιλέγουν την τρομοκρατία όχι ως σκοπό αλλά μάλλον ως ένα μέσο για να ενταχθούν σε μια αιτία στην οποία μπορούν να βρουν τόσο σωματική όσο και πνευματική ολοκλήρωση. Ο ίδιος ο Schelling σημείωσε το 1980 [7] ότι «η τρομοκρατία είναι κολλητικά υποβλητική και, επιπλέον, φαίνεται ότι όσο περισσότερη υπάρχει τόσο πιο εύκολη φαίνεται». Επιπλέον, καθώς η τρομοκρατία αναπτύσσεται σε τοπικό επίπεδο, ισχυρίζεται ο Schelling, «το πιο εύκολο είναι να την γλιτώσει, επειδή οι αντιτρομοκρατικές δυνάμεις είναι υπερεκτεταμένες και ‘κορεσμένες’».

ΑΠΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Αλλά η ιδεολογία μόνη της δεν προσελκύει νεοσύλλεκτους στην Συρία. Εάν η Δύση είναι σοβαρή για να προλάβει μη δημιουργηθεί ποτέ ένα «εστιακό σημείο ριζοσπαστικοποίησης», δεν θα είναι αρκετό το να αντισταθμίσει την αφήγηση του ISIS. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, θεωρητικά, τα εστιακά σημεία χρειάζονται ένα θεμέλιο –στο κάτω-κάτω, για να τσεκαριστεί το ίδιο «κουτάκι» ανάμεσα σε 16, πρώτα πρέπει να υπάρχει ένα πλέγμα, ή αυτό που ο Βρετανός οικονομολόγος Michael Bacharach αποκαλεί «πλαίσιο». Ο ίδιος έχει συμβάλει τα μέγιστα στην θεωρία παιγνίων εξηγώντας το πώς τα πλαίσια οδηγούν στην δημιουργία σημείων Schelling. Καθορίζει ένα πλαίσιο ως «το σύνολο των εννοιών ή πεποιθήσεων που ένας δρων χρησιμοποιεί σκεπτόμενος σχετικά με τον κόσμο». Στην περίπτωση των στρατολογήσεων του ISIS, λοιπόν, το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι απλώς να αντικρουστεί η προπαγάνδα του ISIS, αλλά να προληφθεί μια πιθανή στρατολόγηση μέσω της [μη] δημιουργίας αυτού του πλαισίου.

Το ISIS βοηθά κατασκευαστεί αυτό το πλαίσιο με δύο τρόπους. Προσφέρει υλικό δέλεαρ [8] (παλλακίδες, χρήματα) και ιδεολογικό -η υπόσχεση μιας κοινωνίας που θα βασίζεται σε ένα ιδιαίτερα άκαμπτο σκέλος του Σουνιτισμού του οποίου το κύριο δέλεαρ είναι ο ισχυρισμός του ότι πραγματικά εκπροσωπεί το όραμα του προφήτη Μωάμεθ. Το ISIS έχει αποδείξει ότι μπορεί να είναι αποτελεσματικό και στα δύο. Έχει καταλάβει γρήγορα μεγάλα τμήματα του εδάφους στο Ιράκ και την Συρία και ενεργοποίησε την δική του έκδοση της σαρία. Έχει κερδίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μέσω πωλήσεων πετρελαίου, λύτρων, πώλησης λεηλατηθέντων αντικειμένων και φόρων, για να αναφέρουμε μόνο μερικές από τις μεθόδους της οργάνωσης.

Ωστόσο, όταν αυτό το πλαίσιο αποτύχει, θα γίνει επίσης ο κύριος καταλύτης για να οδηγηθούν οι ενδεχόμενες στρατολογήσεις μακριά από το ISIS. Πράγματι, η εφημερίδα New York Times αποκάλυψε πρόσφατα σε ένα άρθρο με τίτλο «Η υπόσχεση της κρατικής υπόστασης υπολείπεται κατά πολύ», ότι πρώην «πολίτες» του Ισλαμικού Κράτους ήταν δυσαρεστημένοι από την υπερβολική φορολογία της οργάνωσης, την αδυναμία να πληρώνει τους μαχητές της, καθώς και το κλείσιμο των νοσοκομείων και των σχολείων, καθώς αυτά ήταν «πιέσεις [που] θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλές ευκαιρίες στους εχθρούς της οργάνωσης». Αν θέσουμε την υπόσχεση ενός λειτουργικού και δίκαιου Ισλαμικού κράτους ως το πλαίσιο για στρατολογήσεις για να φτάσουμε στο εστιακό σημείο της τρομοκρατίας, τότε η Δύση θα μπορούσε να σημειώσει πρόοδο σε αυτό το πλαίσιο με το να παραλύσει περαιτέρω τις ικανότητες διακυβέρνησης του ISIS. Από την σκοπιά της αντιμετώπισης του βίαιου εξτρεμισμού, ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί επιχειρησιακά και όχι ρητορικά, σταματώντας τις ταμειακές ροές και διακόπτοντας την πρόσβαση στους φυσικούς πόρους. Ουσιαστικά, αυτές οι τακτικές αυξάνουν τις «πιέσεις» στις λειτουργίες του κράτους και αποτρέπουν τις πραγματικότητες επί του εδάφους να επαληθεύσουν την αφήγησή τους.

Αλλά ο Δυτικός κόσμος βοηθά επίσης στην δημιουργία πλαισίων. Το 2013, ο Ομπάμα έθεσε μια κόκκινη γραμμή σχετικά με την χρήση χημικών όπλων από τον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ αλ-Ασαντ [9]. Όταν ανακαλύφθηκε λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο, ότι ο Άσαντ είχε όντως χρησιμοποιήσει χημικά όπλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να μην κάνουν τίποτα. Οι Σαλαφίτες-τζιχαντιστές αντιλήφθηκαν την κίνηση ως σιωπηρή έγκριση της καταπίεσης του Assad στους Σουνίτες της Συρίας. Στο τέταρτο τεύχος του Dabiq που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2014, η οργάνωση ενέταξε μια μακρά ιστορία για την στήριξη της Ουάσινγκτον στο σιιτικής πλειοψηφίας Ιράν με τον τίτλο, «Η σταυροφορία που εξυπηρετεί το Ιράν και την Ρωσία». Το άρθρο ανέφερε επίσης πως το καθεστώς Άσαντ έχει «καταφέρει να ‘κρύψει’ από την Δύση χημικά όπλα και να τα χρησιμοποιήσει χωρίς καμιά αποτροπή». Έτσι, η αδράνεια του προέδρου εξυπηρέτησε έμμεσα ως ένα ισχυρό κάλεσμα στα όπλα που κλιμάκωσε περαιτέρω την αιτία του ISIS. Τον Ιούλιο του 2014, σε ένα άρθρο γνώμης στην εφημερίδα New York Times, οι μελετητές Chams Eddine Zaougui και Pieter Van Ostaeyen σημείωσαν ότι μετά από συνεντεύξεις με ξένους μαχητές που είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους, συνειδητοποίησαν ότι αυτοί οι στρατολογηθένες υποκινούντο από τα «βιομηχανικής κλίμακας βασανιστήρια, τις βόμβες- βαρέλια και τις χημικές επιθέσεις» του Άσαντ. Οι Zaougui και Ostaeyen εξήγησαν ότι η βαναυσότητα του Άσαντ «προκαλεί μια ισχυρή επιθυμία υπεράσπισης των αδελφών Μουσουλμάνων» και επικρίνουν την Δύση «γιατί, όπως το βλέπουν, παραμένει αδρανής στην Συρία». Οι Zaougui και Van Ostaeyen παρατηρούν επίσης ότι από ένα μικρό σώμα των σχεδόν 350 Βέλγων μαχητών στην Συρία (από τον Ιούλιο του 2014) «οι περισσότεροι ξεκίνησαν ως ιδεαλιστές». Πιο πρόσφατα, ο επιτιθέμενος με μαχαίρι στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Λονδίνου το περασμένο Σάββατο επιβεβαίωσε την άποψη αυτή καθώς φέρεται να φώναξε «Αυτό είναι για την Συρία».

Όπως εξηγεί ο Bacharach, αυτό «είναι μια ιστορία της προοδευτικής εσωτερίκευσης αυτών των εξωτερικών παραγόντων». Αυτή η εσωτερίκευση, όπως εξηγεί ο Bacharach, θα μπορούσε να περιλαμβάνει «την τάση για αίσθηση ντροπής στην αποτυχία να πραγματοποιηθούν οι εν λόγω πράξεις, ειδικά όταν η αποτυχία αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης από τους άλλους». Όταν το καθεστώς Άσαντ χρησιμοποίησε χημικά όπλα εναντίον του ίδιου του λαού του, αυτό μπορεί να οδήγησε δυνητικούς τζιχαντιστές στην εσωτερίκευση αυτής της κατάστασης. Όταν το ISIS εισήλθε στη σκηνή, παρείχε μια σουνιτική κλήση στα όπλα και επέτρεψε σε δυνητικούς στρατολογημένους να εξωτερικεύσουν τις απογοητεύσεις τους.

Μια πολιτική για ένα χτύπημα στην καρδιά των στρατολογήσεων από το ISIS πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αντιμετώπιση της ιδεολογίας αλλά μάλλον το ξαναγράψιμο της αφήγησης των γεγονότων. Ο στόχος σε αυτή την πράξη θα πρέπει να είναι να προληφθούν δύο «μεταφυσικές στιγμές» (psychic moments) από το να λάβουν χώρα μεταξύ των επίδοξων τζιχαντιστών: Πρώτον, η πλαισίωση των περιφερειακών συγκρούσεων με θρησκευτικούς όρους και, δεύτερον, η αντίληψη ότι το ISIS είναι η λύση σε αυτές τις συγκρούσεις. Για να επιτευχθούν αμφότερα, η Δύση πρέπει να σχηματοποιήσει μια στρατηγική που να ενισχύει τους τοπικούς δρώντες οι οποίοι θέλουν να ξαναχτίσουν σταθερά, πολυ-σεχταριστικά κράτη (και αυτές οι φωνές εξακολουθούν να υπάρχουν) και, ταυτόχρονα, να συνεχίσουν να καταστρέφουν τις υποδομές και τις κρατικές δυνατότητες του ISIS. Το να γίνουν και τα δύο θα δείξει όχι μόνο ότι η αφήγηση του ISIS δεν είναι αυθεντική αλλά και ότι, στην πράξη, δεν είναι ρεαλιστική. Ενώ καμιά συνεργασία δεν θα πρέπει να γίνεται άνευ όρων, και ενώ καμιά αποτελεσματική στρατηγική επί του εδάφους δεν θα εξαλείψει οριστικά την απειλή της τρομοκρατίας, μια συμμετοχική προσέγγιση -αυτή που εμπλέκει τις τοπικές ομάδες που είναι δεσμευμένες να νικήσουν το ISIS- μπορεί να είναι ο πιο ζωηρός, αν όχι ρεαλιστικός, τρόπος για την εξάλειψη των «εστιακών σημείων» ριζοσπαστικοποίησης του ISIS.

Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2015-12-10/game-theory-terrorism

ΠΗΓΗ Foreign Affairs

*Ο JACOB OLIDORT είναι υπότροφος στην έδρα Soref στο Washington Institute for Near East Policy και επίκουρος καθηγητής στην Σχολή Διεθνών Υποθέσεων Elliott στο Πανεπιστήμιο George Washington. Οι απόψεις στο άρθρο αυτό είναι προσωπικές.
Press to Continue.......

Wednesday, 23 December 2015

Οι 10 πιο ασφαλείς χώρες εάν ξεσπάσει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Με τις σχέσεις Ρωσίας – Τουρκίας να επιδεινώνονται και την κατάσταση στην Μέση Ανατολή να μην βρίσκεται κοντά στην επίλυση, πολλοί κάνουν λόγο για ένα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος θα είναι πολύ πιο καταστροφικός από τον Δεύτερο.

Όπως όμως είναι αναμενόμενο, σε ένα τέτοιο απαισιόδοξο σενάριο, κάποιες χώρες θα συνεχίσουν αν είναι ανεπηρέαστες από τις διεθνείς εξελίξεις. Σύμφωνα με βίντεο που δημοσίευσε στο YouTube το κανάλι Top Lists με τίτλο «Οι δέκα πιο ασφαλείς χώρες εάν ξεσπάσει ο Γ'ΠΠ». Πρώτα στη λίστα βρίσκονται τα νησιά Φίτζι, τα οποία, εκτός από επίγειο παράδεισο, δεν εμπλέκονται σε διπλωματικά επεισόδια και δεν διαθέτουν φυσικούς πόρους που θα οδηγούσαν σε μια πιθανή έφοδο.


Πηγη
Press to Continue.......

Saturday, 5 December 2015

Η γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου

Tou Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη
Γεωπολιτική σημαίνει τον συνδυασμό -εν είδει παντρέματος- της γεωγραφικής θέσης μιας χώρας ή μιας περιοχής με την πολιτική κατάσταση που υφίσταται εντός της χώρας και στην ευρύτερη περιοχή, με την έννοια ακριβώς της αξίας που έχει η χώρα ως θέση, αλλά και της σταθερότητας και ασφάλειας που αποπνέει το κράτος ως εσωτερική δομή, δηλαδή οικονομία, πολιτική σταθερότητα, κοινωνική συνοχή, πολιτισμός, αποτελεσματική διοίκηση, κρατική οργάνωση, θεσμοί, ισχυρή και αξιόπιστη ηγεσία. Τα συστατικά αυτά αποτελούν την προβολή της εσωτερικής δομής του κράτους προς τα έξω. Συνεπώς, η έννοια της γεωπολιτικής αναφέρεται στον τρόπο, δηλαδή στο πώς βλέπουν οι τρίτοι μια χώρα και στην σημασία που της αποδίδουν ως μεγέθους εντός ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος εξαιρετικά κρίσιμου και σημαντικού για τα συμφέροντά τους.


Υπ’ αυτή την έννοια, η γεωπολιτική έχει μια σταθερά, που είναι η παράμετρος της γεωγραφίας, η οποία επεκτείνεται στην θέση που της αποδίδεται από τις τρίτες δυνάμεις, κράτη, χώρες, ηγεσίες σε σχέση με τα συμφέροντα που αναπτύσσονται και διαπλέκονται σε διάφορες περιόδους της ιστορίας. Τα συμφέροντα αυτά μπορεί να είναι οικονομικά, πολιτικά ως γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά και εξικνούνται, όχι μόνο στην σημασία που αποδίδεται στην θέση και τον ρόλο μιας χώρας, αλλά και στις διεθνείς αντιθέσεις που δημιουργούνται σε σχέση με την εκάστοτε περιοχή που μας ενδιαφέρει και τις γεωϊστορικές συγκυρίες που προκύπτουν στις αντιθέσεις αυτές.

Η αποτύπωση της έννοιας της γεωπολιτικής στο διεθνές γίγνεσθαι αντικατοπτρίζεται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενισχυόμενη ή αποδυναμούμενη ως προς συγκεκριμένες χώρες και ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές, αναλόγως των ιστορικών, διεθνοπολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών ανακατατάξεων και μεταβολών. Δηλαδή εάν η Τουρκία δεν είχε γείτονα την Σοβιετική Ένωση στην έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και κατά την διάρκεια της συνέχισής του, θα είχε πολύ μικρότερη σημασία σαφώς για τον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (εφεξής ΝΑΤΟ) και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Εάν η Ελλάδα δεν ήταν μια χώρα που ευρισκόταν μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας, δεν είχε το Αιγαίο ως θάλασσα που είναι παράγοντας υψηλού γεωπολιτικού βάρους, εάν δεν γειτόνευε προς τα Βαλκάνια που την περίοδο εκείνη άνηκαν στην σφαίρα της Σοβιετικής επιρροής, εάν η Κύπρος δεν βρισκόταν κοντά στην Μέση Ανατολή και στην είσοδο του Σουέζ, όλες αυτές οι χώρες θα είχαν μικρότερη σημασία από την γεωπολιτική υπεραξία που είχαν παλαιότερα και σε κάθε εποχή, όχι πάντοτε για τους ίδιους λόγους και σήμερα όλως ιδιαιτέρως.

Ο πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντσί (αριστερά), στις 11 Μαΐου 2015, στην Λευκωσία. REUTERS/Yianis Nisiotis

-------------------------------- Η γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου αποτελεί μια σταθερή παράμετρο στην διεθνή πολιτική, διαχρονικά μεταβαλλόμενη όμως σε ανοδική ή καθοδική κλίμακα, αναλόγως των εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο, στην περιοχή, στις ισορροπίες των ευρύτερων χώρων που γειτνιάζουν της Κύπρου, αλλά και στις εσωτερικές μεταβολές που πολιτικά, στρατηγικά, οικονομικά, αλλά και κοινωνικά επέρχονται στο ίδιο το νησί και στο κράτος. Το γεγονός ότι η Κύπρος έχει ένα καλό θεσμικό πλαίσιο δημόσιας διοίκησης, το οποίο είναι αποτελεσματικό, και το γεγονός επίσης πως η ηγεσία της είναι συναινετική μεταξύ της και συνεργαζόμενη με τον διεθνή παράγοντα, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Βρετανία σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, θεωρείται πολλές φορές πλεονέκτημα που ανεβάζει την γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου. Συνεπώς, η γεωπολιτική της υπεραξία είναι μια αντικειμενική διάσταση και η ανάδειξη της θέσης της αυξομειώνεται αναλόγως με το πόσο επιτυχές είναι το πάντρεμα γεωγραφίας και πολιτικής και πόσο σοβαρές και σημαντικές είναι οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα γύρω και μακριά από την Κύπρο. Εναπόκειται στους ίδιους τους Κυπρίους να έχουν την θεσμική και πολιτική δυνατότητα, θέληση ή αποφασιστικότητα να αξιοποιούν προς ίδιον όφελος, δηλαδή του λαού τους, την θέση τους.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ: Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
Το πρόβλημα της Κύπρου συνδέεται παραδοσιακά με την γεωγραφική της θέση, δηλαδή την γεωπολιτική της υπεραξία, που σημαίνει πως η Κύπρος γεωστρατηγικά ενδιέφερε τις εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις και τους περιφερειακούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής, γιατί η θέση της επηρέαζε και ενδιέφερε την διεθνή πολιτική στις οικονομικές, ενεργειακές και ευρύτερες στρατηγικές της παραμέτρους.

Η σύγχρονη περίοδος της κυπριακής υπόθεσης, που επηρέασε το παρόν και το μέλλον της Κύπρου καταγράφεται με την άφιξη των Βρετανών στο νησί το 1878, με την παράδοση της Κύπρου ως διοικητικής μονάδας από τους Οθωμανούς εις την Βρετανική Αυτοκρατορία. Η Μεγάλη Βρετανία εκείνη την εποχή υποστήριξε την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία στρατιωτικά στην σύγκρουσή της με την Ρωσία, η οποία βρέθηκε στα προάστια της Κωνσταντινούπολης έτοιμη να καταλάβει την Πόλη. Πρόκειται για ένα αντάλλαγμα στρατιωτικής και αμυντικής υφής που παρείχε ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα για την Βρετανία και μια τονωτική ένεση για μια βραχύβια επιβίωση του παρακμάζοντος οθωμανικού κράτους.

Ο τότε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, λόρδος Ντισραέλι, αναφώνησε ευτυχής με την ανάληψη του διοικητικού ελέγχου της Κύπρου πως «επιτέλους βρήκαμε τον κρίκο που έλειπε στην αλυσίδα που συνδέει την Μεσόγειο με το Γιβραλτάρ και τις Ινδίες». Ήταν οι δρόμοι του εμπορίου, που αποτελούσαν την δικαιολογητική βάση και το στρατηγικό περιεχόμενο της ύπαρξης της αυτοκρατορίας. Αυτό το γεγονός διατήρησε την εποπτεία και, από το 1925, την απόλυτη κυριαρχία του βρετανικού ιμπέριουμ επί της νήσου Κύπρου μέχρι και την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.

Η Κύπρος έχασε ίσως μια ευκαιρία να ικανοποιήσει το ιστορικό της έλλειμμα και να ενωθεί με την Ελλάδα το 1912, όπως και το 1915, όταν με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βρετανοί πρότειναν στην Ελλάδα να ενταχθεί στην συμμαχία εναντίον των Γερμανών, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της νήσου Κύπρου στην Ελλάδα, πράγμα που δεν έτυχε απαντήσεως, διότι η στιγμή της πρότασης βρήκε την Ελλάδα σε συνθήκες διαίρεσης και σύγκρουσης μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Βασιλέως Κωνσταντίνου. Αυτή ίσως να ήταν και η μοναδική πραγματική ευκαιρία που είχε η Κύπρος να εκπληρώσει ένα ιστορικά διακηρυγμένο και δοκιμασμένο αίτημα του λαού της για ενσωμάτωση με την Ελλάδα, πράγμα που ήταν επίσης και από πλευράς ελλαδικού κράτους, ενταγμένο στην προσπάθεια των Αθηνών για εθνική ολοκλήρωση και εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας, που ήταν η ένταξη όλων των πληθυσμών και περιοχών που ιστορικά και πληθυσμιακά ανήκαν στο ελληνικό έθνος σε μια ενιαία εθνική – κρατική στέγη.

Γρήγορα, όμως, αυτή η ιδέα ξεπεράστηκε από τις εξελίξεις και οι Βρετανοί για λόγους ακριβώς μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας που απέδιδαν στην Κύπρο σε σχέση με τα ευρύτερα βρετανικά συμφέροντα, δεν διανοούντο πλέον, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ενεργειακή ανάδειξη της Μέσης Ανατολής, την στρατηγική υπεραξία του Σουέζ, την επανάσταση του Νάσσερ στην Αίγυπτο και την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, επ’ ουδενί να εγκαταλείψουν την Κύπρο και εν προκειμένω να την αφήσουν να αναδειχθεί σε ένα πλήρως ανεξάρτητο κράτος ή πολύ περισσότερο να ενωθεί με την Ελλάδα.

Αυτό δε παρά το γεγονός πως προηγήθηκαν της δεκαετίας του 1950 τα Δωδεκάνησα με την ενσωμάτωσή τους στην ελληνική επικράτεια στην Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 και παρά τις ελληνικές παραστάσεις προς την Βρετανία, σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως ορισμένοι Βρετανοί πολιτικοί και εμπειρογνώμονες συνιστούσαν περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940 να αποδοθεί η Κύπρος στην Ελλάδα για να βοηθηθεί η νέα κυβέρνηση που ανεδείχθη με τον εμφύλιο και να ενισχυθούν οι δεσμοί της με τη Βρετανία. Οι Βρετανοί το τόνισαν και επίσημα και δημόσια μέσω του Υπουργού Αποικιών, Henry Hopkinson το 1954, θεωρώντας, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κύπρο ως μια αποικία, της οποίας η γεωπολιτική υπεραξία, δηλαδή η σημασία για τα ζωτικά τους στρατηγικά συμφέροντα, δεν επέτρεπε στο νησί να γίνει ανεξάρτητο ή να αποσπασθεί από την Αυτοκρατορία και να ενσωματωθεί σε άλλη χώρα. Επομένως, ούτε η πλήρης ανεξαρτησία, που σημαίνει άσκηση δικαιώματος αυτοδιάθεσης και ανεξαρτητοποίησης από την βρετανική κυριαρχία, ούτε και η Ένωση με την Ελλάδα, που ετίθετο ως άμεση συνέπεια της άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, ήταν ένα θέμα ως προς το οποίο η βρετανική κυβέρνηση επέτρεπε οποιαδήποτε συζήτηση διαπραγμάτευσης για παραχωρήσεις ή εκχώρηση εξουσιών και κυριαρχίας επί της νήσου.

Για αυτό και όλα τα σχέδια που πρότειναν οι Βρετανοί για την επίλυση του Κυπριακού στην διάρκεια της δεκαετίας του 1950, όπως ήταν οι προτάσεις του Βρετανού συνταγματολόγου Ράντκλιφ (1956) ή το σχέδιο του στρατάρχη και κυβερνήτη της Κύπρου Χάρτινγκ (1955), περιοριζόντουσαν στο δικαίωμα της Κύπρου για αυτοδιοίκηση και εσωτερική αυτοκυβέρνηση στην καλύτερη περίπτωση, υπό την υψηλή εποπτεία της βρετανικής διοίκησης και του κυβερνήτη σε όλες τις περιπτώσεις. Συνεπώς, οι διαπραγματεύσεις που γινόντουσαν για την επίλυση του Κυπριακού στην διάρκεια του δευτέρου ημίσεως της δεκαετίας του 1950, δεν άπτοντο του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, ούτε της πλήρους ανεξαρτησίας της Κύπρου, αλλά μιας περιορισμένης και ελεγχόμενης ανεξαρτησίας, διά της οποίας θα διατηρούνταν τα βρετανικά συμφέροντα και θα συνέχιζε η βρετανική παρουσία στην Κύπρο, ενώ στο κράτος θα ασκείτο ένα είδος συγκυριαρχίας με την συμμετοχή και της Τουρκίας, η οποία δολίως ενεπλάκη από τον βρετανικό παράγοντα στην επίλυση του Κυπριακού, ώστε η Τουρκία να καταστεί εταίρος της λύσης και συνεταίρος στο υπό σύσταση κράτος.

Στο ίδιο πλαίσιο ενεπλάκη η Τουρκία, δηλαδή αυτό της περιορισμένης και ελεγχόμενης ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η Τουρκία μέχρι το 1954 δεν εκδήλωσε επίσημη διάθεση εμπλοκής στο Κυπριακό Πρόβλημα και σε κάθε περίπτωση είχε ούτως ή άλλως απεμπλακεί από την Κύπρο και τα δικαιώματα που είχε ως κατέχουσα δύναμη μέχρι το 1878 με την Συνθήκη του Βερολίνου. Στην συνέχεια δε, αποκόπηκε από την κυριαρχία που τύποις ασκούσε μέχρι το 1923, όπου διά της Συνθήκης της Λωζάνης απώλεσε κάθε δικαίωμα μελλοντικής διεκδίκησης επί της νήσου Κύπρου και παρεχωρήθη πλήρως η Κύπρος στην Βρετανία, ανακηρυχθείσα αποικία του στέμματος. Τον Αύγουστο του 1955 η Τουρκία ενεργοποιήθηκε από την Βρετανία, δηλαδή μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων για Ένωση, έτσι ώστε να μπορέσει να ελέγξει και να περιορίσει την ελληνική διεκδίκηση. Με αυτό τον τρόπο η Βρετανία επεχείρησε να καταστήσει την Τουρκία επίσημο εταίρο στην διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, να εξισώσει την ελληνική διεκδίκηση με την τουρκική και να μετατρέψει τον εαυτό της σε επιδιαιτητή της κυπρο-βρετανικής σύγκρουσης.

Η Τουρκία ενεργοποίησε πλέον την αναθεωρητική της πολιτική έναντι της Λωζάνης στην Κύπρο, μετατρέποντας το Κυπριακό Πρόβλημα σε ελληνοτουρκική διαφορά και υπογραμμίζοντας διά του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Ζορλού πως εάν η Κύπρος χειραφετηθεί από την βρετανική κυριαρχία, θα πρέπει να επιστραφεί στην Τουρκία ως διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή να διχοτομηθεί μεταξύ τουρκικού βορρά και ελληνικού νότου. Αυτό δε το ζήτημα της διχοτόμησης ήταν η επίσημη τουρκική γραμμή στην διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και όχι μόνο, συνεχίστηκε δε στην δεκαετία του 1960 και 1970 μέχρι και την τουρκική εισβολή του 1974.

Παράλληλα, η δημοσιοποίηση του Σχεδίου Νιχάτ Ερίμ για την τουρκική οπτική σε σχέση με την επίλυση του Κυπριακού, δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διάσταση στις μετέπειτα διεκδικήσεις της Τουρκίας έναντι της Κύπρου. Ο Τούρκος συνταγματολόγος Ερίμ, ο οποίος εκπόνησε το 1956 – 1959 σε διαδοχικές συνέχειες το Σχέδιο Αττίλας για την Κύπρο, που αποτελούσε και την επίσημη τουρκική θέση από τότε μέχρι και σήμερα, υποστήριζε πως η Κύπρος δεν έχει ελληνική πλειοψηφία, διότι ο χώρος της Κύπρου είναι ενταγμένος στην τουρκική ενδοχώρα, αφού το νησί αποτελεί προέκταση του υφάλου της Ανατολίας και ως τέτοιο οι τετρακόσιες περίπου χιλιάδες Έλληνες που ήσαν την δεκαετία του 1950 στην Κύπρο, είναι μια απλή μειοψηφία στα σαράντα εκατομμύρια των Τούρκων που ζουν στην ηπειρωτική Τουρκία και επομένως οι Έλληνες είναι μια μειονότητα που δικαιούται αντίστοιχης μειονοτικής προστασίας.

Επομένως, κλείνοντας το εισαγωγικό κομμάτι που αφορά στο ιστορικό πλαίσιο και την γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η Κύπρος επεβίωσε ως κρατικό μόρφωμα και ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου, ακριβώς γιατί η γεωπολιτική της υπεραξία -εξαιτίας της οποίας απώλεσε την ικανότητά της να γίνει ανεξάρτητη χώρα, η προσαρμογή την οποία υπέστη στην διάρκεια των δεκαετιών που πέρασαν, ο έλεγχος της Κύπρου από τον δυτικό παράγοντα, καθώς και η ικανότητά της να εξισορροπεί την επιβίωση του κράτους με τα δυτικά συμφέροντα- της επέτρεψε να αντέξει στον χρόνο, να διατηρεί την διεθνή της υπόσταση ως υποκειμένου διεθνούς δικαίου και να διεκδικεί την αποκατάσταση στοιχειωδώς της ανεξαρτησίας της μέσα από την οικοδόμηση ενός κράτους που να ασκεί κυριαρχία εφ’ όλης της νήσου. Το τελευταίο προσκρούει στα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα της Άγκυρας, τα οποία υπαγορεύουν ήδη, όπως είδαμε, από την δεκαετία του 1950, την στρατηγική ελέγχου της Κύπρου από την Τουρκία.

Ο κίνδυνος που υπάρχει, που θα δούμε στην συνέχεια, δεν είναι η απώλεια της γεωπολιτικής υπεραξίας της Κύπρου, η οποία βαίνει αυξανόμενη με την κρίση, η οποία παγκοσμιοποιείται, στην Μέση Ανατολή, με την ταυτόχρονη απειλή στην υπόσταση του κράτους του Ισραήλ, αλλά κυρίως ο κίνδυνος εκδηλώνεται από την δεδηλωμένη θέση της Άγκυρας να επιβάλει διά της επίλυσης του Κυπριακού, η οποία βρίσκεται επί θύραις και μέσω της εγκαθίδρυσης μιας απόκλισης από τα διεθνή ειωθότα, μοναδικής για τα παγκόσμια δεδομένα ομοσπονδιακής δομής διζωνικού δικοινοτικού χαρακτήρα, όπως αποκαλείται, και να αποκτήσει την δυνατότητα ελέγχου του χώρου και μετατροπής της Κύπρου σε προτεκτοράτο της.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Η γεωπολιτική έχει σημασία σε ό,τι αφορά στην Κύπρο, εφόσον η Κύπρος είναι σε θέση να αξιοποιεί την θέση της ασκώντας πολιτικές υπέρ των συμφερόντων της ιδίας και του λαού της. Η Κύπρος ιδρύθηκε ως κράτος από το 1960 και έπειτα, με δομές εξουσίας και αρμοδιοτήτων μοναδικές στην ιστορία των κρατών ως προς την συγκυριαρχία τρίτων χωρών, τόσο στην γένεση και στην διαδικασία ίδρυσης, αλλά και στην πορεία του κράτους μέσα στον χρόνο, όπως και στην εσωτερική του συνταγματική τάξη, η οποία δεν έχει καμία σχέση με το μοντέρνο κράτος της Ευρώπης και της Δύσης, όπου η δημοκρατική αρχή και το κράτος δικαίου κυριαρχούν.

Στην περίπτωση της Κύπρου η δημοκρατία ασκείται από τις κοινότητες στο εσωτερικό τους πλαίσιο χωριστά, ενώ ο λαός δεν υφίσταται ως συνταγματικό γνώρισμα και θεσμός, και δεν ασκεί σε κανένα επίπεδο το σύνολο του λαού κυριαρχία. Εκείνοι που ασκούν την εξουσία είναι οι κοινότητες και η εκπροσώπηση των κοινοτήτων σε μια μορφή κρατικής εσωτερικής οργάνωσης που δεν ταιριάζει καθόλου στο μοντέρνο κράτος, αφού οι εκπροσωπήσεις των κοινοτήτων ασκούνται ισότιμα σχεδόν ανεξαρτήτως της πληθυσμιακής τους σύνθεσης, σε διάφορα επίπεδα δόμησης του κράτους.

Έτσι, όπως γνωρίζουμε, αφενός μεν ο κυρίαρχος λαός δεν υφίσταται στις διάφορες εκφάνσεις και εκφράσεις της πολιτικής της χώρας, ο πρόεδρος εκλέγεται αναγκαστικά από τους Έλληνες και ο αντιπρόεδρος από τους Τούρκους, το υπουργικό συμβούλιο συντίθεται από Τούρκους και Έλληνες, οι οποίοι διορίζονται αντιστοίχως από τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο και ενώ ο πρόεδρος έχει την αρμοδιότητα εκπροσώπησης του κράτους, ο αντιπρόεδρος μπορεί να ασκεί βέτο σε διάφορες πρωτοβουλίες και πολιτικές που αναπτύσσει διεθνώς. Ταυτόχρονα, η Κυπριακή Βουλή, που αποτελείται πλειοψηφικά από Έλληνες βουλευτές μπορεί να μπλοκαριστεί από την τουρκική μειοψηφία, εφόσον διαφωνήσει σε μεγάλης σπουδαιότητας νομοσχέδια, όπως ο προϋπολογισμός. Σε κάθε περίπτωση το ρατσιστικό στοιχείο που εκδηλώνεται εν προκειμένω είναι ότι δεν έχουμε πολιτικό λαό στην Κύπρο, που σημαίνει ότι δεν έχουμε κοινωνία πολιτών, η οποία να αποτελείται από πολίτες που υπερασπίζονται το κράτος τους και τα συμφέροντα του συνόλου και οι οποίοι δεν διακρίνονται από θρησκεία ή την εθνική τους καταγωγή. Οι φραγμοί που ετέθησαν στις εκλογικές διαδικασίες και η ανάδειξη του κοινοτικού στοιχείου ως θεσμού άσκησης δημοκρατικής λειτουργίας του λαού, εμπόδισε και εμποδίζει την κοινωνική και πολιτική ενσωμάτωση του συνόλου σε ένα λαϊκό σχήμα που να υπερβαίνει τις κοινότητες και να αναπτύσσει την έννοια του κυπριακού λαού ως πολιτικού λαού.
Η γεωπολιτική εν προκειμένω συνίσταται στο γεγονός της ικανότητας της Κύπρου να αναδείξει την γεωπολιτική της υπεραξία υπέρ του κράτους και του λαού της και εξαρτάται από το πόσο σύγχρονη και αποτελεσματική θα είναι η δομή του κράτους, που οικοδομείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού Προβλήματος. Αυτό, διότι ακριβώς σήμερα η Κύπρος είναι κατεχόμενη ως προς το βόρειο τμήμα της και ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία υφίσταται ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου, τελεί υπό οιονεί ομηρία από τον τουρκικό παράγοντα. Δεν έχει τα εχέγγυα της ασφάλειας του μέλλοντος παρά την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, γιατί ακριβώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διασφαλίζει για κανένα κράτος-μέλος της κυριαρχία και ανεξαρτησία και δεν είναι σε θέση να προσδώσει δομές και πολιτικές ασφάλειας.

Διαδηλωτές κρατούν την Κυριακή σημαία ζητώντας την ειρηνική επίλυση του Κυπριακού, στις 11 Μαΐου 2015 στην Λευκωσία. REUTERS/Yiannis Kourtoglou --------------------------------------

Επομένως, η γεωπολιτική σημασία της Κύπρου υφίσταται μεν, αλλά αξιοποιείται και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τρίτες χώρες, όπως είναι ο βρετανικός παράγων, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία που χρησιμοποιούν τα αεροδρόμιά της για αποστολές και άσκηση εποπτικού ρόλου στην Μέση Ανατολή, αλλά και η Τουρκία που χρησιμοποιεί την κατεχόμενη Κύπρο για να αναδείξει την γεωστρατηγική της σημασία και ρόλο κυρίως στην Μέση Ανατολή και την Νοτιοανατολική Λεκάνη της Μεσογείου. Όλοι, πλην Κύπρου και Ελλάδος, επωφελούνται της γεωπολιτικής υπεραξίας της Κύπρου.

Οι διαδικασίες που ακολουθούνται σήμερα ως προς την αναζήτηση λύσης στο Κυπριακό Πρόβλημα ακολουθούν λανθασμένο δρόμο εάν δεν βασίζονται πάνω στην αναζήτηση των δομών, των αρχών και των προσανατολισμών της οικοδόμησης ενός σύγχρονου, μοντέρνου κράτους, Δυτικού, όπως συνηθίζουμε να λέμε, τύπου. Αυτό το κράτος μπορεί να είναι ενιαίο ή και ομοσπονδιακό. Πρέπει όμως να βασίζεται στην αρχή της κυριαρχίας του λαού ως συνόλου, της δημοκρατικής αρχής που την ασκεί ο λαός ως σύνολο, την δημιουργία κρατικών θεσμών λαϊκής κυριαρχίας σε διάφορα επίπεδα εκπροσώπησης και νομοθετικής εξουσίας, την οικοδόμηση του κράτους δικαίου, που σημαίνει δικαστική εξουσία που να σέβεται τα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα όλων των πολιτών, την πολιτική εξουσία η οποία να εκπροσωπεί το σύνολο του λαού.

Εάν το κράτος, όπως συμβαίνει στην Κύπρο, έχει εθνότητες και κοινότητες οι οποίες επιθυμούν την ομοσπονδοποίηση του κυπριακού κράτους, αυτό σημαίνει πως το ένα επίπεδο ασκείται, δηλαδή η αρχή της δημοκρατίας επί του ομοσπονδιακού λαού ως πολιτικού λαού στο σύνολό του και εκφράζεται διά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που εκπροσωπεί τον ομοσπονδιακό λαό και στα κράτη-μέλη, που εκπροσωπούν τις εθνότητες και εκλέγουν τις κυβερνήσεις τους ως κυβερνήσεων των κρατών μελών της ομοσπονδίας.

Η χώρα εκπροσωπείται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση προς τα έξω, η οποία ασκεί κυριαρχία εντός της χώρας, έχουσα αρμοδιότητα σε ζητήματα άμυνας, ασφάλειας, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής οικονομίας της χώρας. Ταυτόχρονα, στο ομοσπονδιακό επίπεδο εκπροσωπούνται οι εθνότητες ισότιμα στο ομοσπονδιακό συμβούλιο, δηλαδή το κοινοβούλιο των εθνοτήτων και οι πολίτες στην Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου εκπροσωπείται ο πολιτικός λαός. Το ίδιο συμβαίνει και με την δικαστική εξουσία, όπου η δικαστική εξουσία ασκείται στο ανώτατο ομοσπονδιακό επίπεδο από τους κορυφαίους και πλέον καταξιωμένους δικαστικούς λειτουργούς της χώρας, τους οποίους επιλέγουν τα όργανα της ομοσπονδίας, κρίνοντας ή χρησιμοποιώντας αξιοκρατικά κριτήρια καταξίωσης των σημαντικότερων νομικών προσωπικοτήτων της χώρας.

Το σύστημα των εθνοτήτων αποσκοπεί στην κατοχύρωση και εμπέδωση της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας και παράδοσης, των εθνικών ομάδων ή κοινοτήτων που συμμετέχουν σε ένα κοινό κράτος, στο πλαίσιο της επιμέρους κρατικής τους οργάνωσης, ενώ η ανάπτυξη του πολιτικού λαού, δηλαδή του ομοσπονδιακού λαού αποσκοπεί στην ενσωμάτωση των πολιτών σε κοινωνικούς θεσμούς και πολιτικές ομάδες που τους επιτρέπουν να αναπτύξουν κοινές διεκδικήσεις, κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα, που υπερβαίνουν τις εθνικές τους διαφορές και ενσωματώνουν τους πολίτες σε ένα κοινό πολιτικό σύνολο. Θα πρέπει δηλαδή να επιδιωχθεί η αναίρεση και η διόρθωση ενός λάθους που έγινε στην Ζυρίχη και το οποίο αποτύπωνε την σκοπιμότητα του διεθνούς παράγοντα να διαιωνίσει την διαίρεση και τον εθνικό διχασμό στην Κύπρο προκειμένου να βασιλεύει (divide et impera).

Η ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ: Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΣΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο κόσμος που έκλεισε το 1990 και το πλαίσιο του οποίου κατέρρευσε εντός μιας διετίας, από τις επαναστατικές μεταβολές του 1989 στην Ανατολική Ευρώπη, ήταν ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου και της διπολικής παγκόσμιας ισορροπίας της αμοιβαίας πυρηνικής αποτροπής ή αλλιώς ισορροπίας του τρόμου, ένας κόσμος σαφώς ασφαλέστερος του σημερινού και πολύ πιο προβλέψιμος, διότι οι δύο υπερδυνάμεις είχαν υπό τον έλεγχο τους περίπου τα δύο ημισφαίρια, την Δύση και την Ανατολή, τον Βορρά και τον Νότο ως συστήματα παγκόσμιας επιρροής με την προβολή της στρατιωτικής ισχύος, αλλά και της κοσμοθεωρητικής και ιδεολογικής προσέγγισης των κρατικών πολιτικών, οι οποίες ετίθεντο στην υπηρεσία του ενός ή του άλλου κόσμου, της μιας ή της άλλης υπερδύναμης.

Ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου ήταν προβλέψιμος και ασφαλής, γιατί ακριβώς μετά την κρίση της Κούβας το 1962, οι δύο υπερδυνάμεις, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, αποφάσισαν να συνεννοηθούν και να συνεργαστούν στην παγκόσμια διακυβέρνηση και στην διαχείριση ενός ούτως ή άλλως άναρχου διεθνούς συστήματος, που σήμαινε, όπως ήταν πάντοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας, πως δεν υπήρχε η δομή του παγκόσμιου κράτους, ούτε της παγκόσμιας κυβέρνησης, Ανεπτύχθη όμως με τις συμφωνίες SALT 1 και SALT 2 μια πολυεπίπεδη δομή συνεργασίας, που πρόβαλλε το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας οιονεί διακυβέρνησης, που είχε ως στόχο τον έλεγχο των εξοπλισμών και των συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σε αυτή την περίοδο η γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου βασιζόταν κυρίως στον παραδοσιακό ρόλο, που είχε η θέση της στην Μέση Ανατολή, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία εθεωρείτο «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» για τις ΗΠΑ, πράγμα που αφορούσε κυρίως την παρακολούθηση και τον έλεγχο των συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή, η οποία ήταν σε αναβρασμό, στον παλαιστινιακό ριζοσπαστισμό, που έφτανε για τους Δυτικούς τα όρια της τρομοκρατίας και στην ανάγκη υπεράσπισης της βιωσιμότητας του κράτους του Ισραήλ. Ταυτόχρονα, η Κύπρος μέχρι το 1974 είχε μια υπεραξία και στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων, λόγω ακριβώς των φιλικών προς την ΕΣΣΔ ανοιγμάτων, που ακολουθούσε η «αδέσμευτη» πολιτική του προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Από το 1974 και μετά μπορεί να υπέστη ένα πλήγμα η γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου, αλλά εξακολουθούσε να είναι κρίσιμη και αξιόπιστη για τους Δυτικούς, στον βαθμό που οι ηγεσίες της Κύπρου δεν παρέκκλιναν των Δυτικών πολιτικών και υποδείξεων με την Μέση Ανατολή, παρά τις κατά καιρούς διακηρύξεις σκοπιμότητας που συνήθιζαν να προβάλλουν Κύπριοι πολιτικοί.

Η μεγάλη αλλαγή σε σχέση με την Κύπρο, αλλά και με ολόκληρο τον κόσμο, επήλθε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1990 και την άνοδο της νέας παγκόσμιας αντίληψης περί καλλιέργειας και εμπέδωσης της νέας διεθνούς τάξης, που ευαγγελίστηκε ο Φράνσις Φουκουγιάμα στο βιβλίο του περί του Τέλους της Ιστορίας και εξήγγειλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, George Bush. Αυτό σημαίνει πως η πτώση του σοβιετικού imperium δεν δημιούργησε μόνο ένα πολύ μεγάλο κενό ασφάλειας στο τρίγωνο Κεντρική Ασία – Μέση Ανατολή – Βαλκάνια, το οποίο κατά σημαντικό μέρος ήταν υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση, όπως συνήθιζε να λέει ο σχεδόν μόνιμα υπουργός Εξωτερικών του σοβιετικού κράτους, Αντρέι Γκρομίκο, πως δεν υπάρχει κανένα σημείο στην υφήλιο, που να μην έχει παρουσία και ρόλο η Σοβιετική Ένωση. Όλη αυτή η διεθνής ισορροπία επιρροής κατέρρευσε και παρέμεινε η υφήλιος στην ευθύνη της πολιτικής διακυβέρνησης από τις ΗΠΑ, οι οποίες διεκδικούσαν στην δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, όπως είναι φυσικό, τον ρόλο του παγκόσμιου ηγεμόνα ή του παγκόσμιου κράτους, ένας ρόλος που σήμαινε για τους ευαγγελιζόμενους αυτή την ιδεαλιστική και σαφώς ανεδαφική προσέγγιση, ότι οι ΗΠΑ θα επέβαλλαν παντού την ειρήνη και την ασφάλεια, την δημοκρατία, τις ελευθερίες, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σε αυτές τις δεκαετίες (δεκαετία 1990 και 2000) η Κύπρος αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί σταθερό γεωπολιτικό προγεφύρωμα μιας ανερχόμενης υπεραξίας για τον Δυτικό κόσμο, στον βαθμό που η πολιτική σταθερότητα που υπάρχει στην Κυπριακή Δημοκρατία παρά την τουρκική κατοχή, η εσωτερική ασφάλεια που έχει το νησί και κυρίως η γεωγραφική θέση της Κύπρου, η διαρκής παρουσία των βρετανικών βάσεων και άλλων δυνατοτήτων που παρέχει το νησί για ηλεκτρονικές και άλλες παρακολουθήσεις ή εποπτείες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, καθιστά την Κύπρο αναπόσπαστο κομμάτι του Δυτικού συστήματος ασφάλειας, παρά το γεγονός πως η Κύπρος δεν ανήκει στο ΝΑΤΟ.

Η από τα πράγματα και τις εξελίξεις διαφαινόμενη επιβεβαίωση της προφητείας Huntington περί σύγκρουσης των πολιτισμών, η οποία εκδηλώνεται στην τραγωδία της Συρίας και του Ιράκ, όπου το ISIS προελαύνει διαλύοντας δύο κράτη, την Συρία και το Ιράκ, επιβεβαιώνουν την πορεία προς το χάος, όπου οι μεγάλες δυνάμεις του μεταψυχροπολεμικού κόσμου, ΗΠΑ, Ρωσία, Ευρώπη και Κίνα, δείχνουν ανήμπορες να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν την διαγραφόμενη μεγάλη απειλή. Ιδιαίτερα οι ΗΠΑ και η ΕΕ που ακολουθεί χωρίς να έχει δική της πολιτική στα διεθνή τεκταινόμενα, συγκρούονται ανωφελώς, ασκόπως και επιζημίως με την Ρωσική Ομοσπονδία για την Ουκρανία, ένα θέμα στο οποίο θα μπορούσαν να βρουν λύση εξαρχής συζητώντας για ομοσπονδοποίηση της Ουκρανίας και αυτονόμηση των ρωσόφωνων περιοχών και να επεδίωκαν να συμπράξουν με την Ρωσία για την εμπέδωση της διεθνούς ασφάλειας και σταθερότητας σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή, όπου όπως είπαμε διαλύονται κράτη, επελαύνει το ISIS κατά τρόπο ανεξέλεγκτο, ενώ σταθερές κρατικές δομές, όπως η Λιβύη αποσαθρώνονται και η Αίγυπτος βρίσκεται υπό την οιονεί απειλή μιας ισλαμικής εξέγερσης.

Στο πλαίσιο αυτών των διεθνών συγκρουσιακών φαινομένων που παραμένουν σχεδόν παντού ανεξέλεγκτα, η διεθνής πολιτική είναι εξόχως και εξαιρετικά ρευστή. Οι ΗΠΑ εκδηλώνουν μια αδυναμία να παρέμβουν αποτελεσματικά και όπου παρενέβησαν προκάλεσαν περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Η Ευρώπη και η ΕΕ αντί ανασύνταξης και πολιτικής ολοκλήρωσης εκδηλώνει μια βαθιά εσωτερική κρίση ανικανότητας διαχείρισης προβλημάτων με αφορμή το ελληνικό ζήτημα. Η Κύπρος εμφανίζει μέχρι στιγμής δυνατότητες αξιοποίησης της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής της θέσης, πλην όμως η ικανότητά της για ενίσχυση της γεωπολιτικής της υπεραξίας υπέρ της ιδίας και του λαού της, εξαρτάται από την πορεία επίλυσης του Κυπριακού, που θα καθορίσει το μέλλον της Κύπρου και από αυτό θα εξαρτηθεί ο βαθμός ανεξαρτησίας και ενδυνάμωσης της παρουσίας της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους στην περιοχή ή υπαγωγής της, όπως οδηγούνται με βάση τα σημερινά δεδομένα της εξαγγελίας της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας εις τον γεωπολιτικό έλεγχο της τουρκικής ηγεμονίας.

Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ
Οι εξελίξεις γύρω από το Κυπριακό εξαρτώντο πάντοτε και πολύ περισσότερο σήμερα από την θέση και τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή. Έτσι, στις δεκαετίες 1950, 1960 και 1970 μεσούντος του Ψυχρού πολέμου, η Τουρκία αξιοποίησε την γεωστρατηγική της θέση έναντι της Σοβιετικής Ένωσης για να την εξαργυρώσει πολιτικά και στρατηγικά έναντι των ΗΠΑ και του Δυτικού παράγοντα στο πλαίσιο ανταλλαγμάτων στο Κυπριακό και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η εξαργύρωση συνίστατο στο ότι οι ΗΠΑ προσχώρησαν στην βρετανο-τουρκική αντίληψη επίλυσης του Κυπριακού, προσδιορίζοντας την Τουρκία ως εταίρο σε ένα καθαρά ελληνικό ζήτημα αυτοδιάθεσης και υποστηρίζοντας τα τουρκικά συμφέροντα έναντι των ελληνικών, τόσο στην Ζυρίχη, όσο και το 1974 με την στήριξη της τουρκικής εισβολής και κατοχής της βόρειας Κύπρου, όπου η ιδέα της διχοτομήσεως και της διπλής Ενώσεως είχε την ανεπίσημη πλην σαφή υποστήριξη της κυβερνήσεως των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Φυσικά η κρίση του 1964 στην Κύπρο με το ενδεχόμενο σύρραξης Ελλάδος - Τουρκίας προκάλεσε την παρέμβαση του σοβιετικού ηγέτη Νικήτα Κρουτσώφ και ταυτόχρονα την παρέμβαση του Λίντον Τζόνσον, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει μια ελληνοτουρκική σύρραξη για την Κύπρο, που θα προκαλούσε κατάρρευση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ επ’ ωφελεία του σοβιετικού μπλοκ.

Σε μια διαδρομή από της ανεξαρτησίας και εντεύθεν, η Κύπρος διήλθε διάφορες κρίσιμες φάσεις σε σχέση με την Τουρκία και τις στρατηγικές επιδιώξεις του τουρκικού παράγοντα, ο οποίος όπως ήδη αναφέραμε εκμεταλλεύθηκε την στρατηγική γειτνίαση προς την Σοβιετική Ένωση, την θέση του στο ΝΑΤΟ έναντι της Κύπρου και εις βάρος των ελλαδικών και κυπριακών συμφερόντων, κατορθώνοντας να υιοθετηθεί η απόρριψη της κυπριακής ανεξαρτησίας και η υιοθέτηση σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό της ιδέας της διχοτόμησης, που από το 1974 διεκδικείται από την Τουρκία εμπράκτως. Είναι σαφές πως η επιτυχής έκβαση της τουρκικής εισβολής και η αποτελεσματική εγκαθίδρυση ενός παρανόμου πλην όμως υπαρκτού καθεστώτος ελεγχόμενου απολύτως από την Τουρκία στην βόρεια περιοχή της Κύπρου, ενίσχυσε όλως ιδιαιτέρως την γεωπολιτική θέση της Τουρκίας και τις στρατηγικές της επιδιώξεις στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή, ενώ παράλληλα αποδυνάμωσε σε κάποιο βαθμό την γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου και της Ελλάδος. Η Κύπρος μοιράζεται την θέση της πλέον με την Τουρκία, χωρίς να σημαίνει πως έχασε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική διάσταση της γεωπολιτικής. Εξακολουθεί να αναγνωρίζεται η Κυπριακή Δημοκρατία ως το υποκείμενο διεθνούς δικαίου, το οποίο διεθνώς νομίμως εκπροσωπεί την Κύπρο και το Κυπριακό κράτος, πλην όμως η εδραίωση της τουρκικής παρουσίας στην βόρεια περιοχή της Κύπρου και η διαρκής τάση νομιμοποίησής της, υπονομεύει σταθερά και αρνητικά την γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου, στον βαθμό που και η Τουρκία εκδηλώνεται ως συνεταίρος του ιδίου χώρου και της ίδιας γεωγραφικής ζώνης πολιτικής επιρροής.

Το τελευταίο, βέβαια, ζήτημα δεν είναι ανεξάρτητο άλλων εξελίξεων, καθώς η Τουρκία, ενώ αμφισβητεί την Κυπριακή Δημοκρατία και επιχειρεί την υπονόμευση της γεωπολιτικής της υπεραξίας, έχει υποστεί πλήγμα στην γεωπολιτική της σημασία εξαιτίας της σύγκρουσης που επέλεξε να αναπτύξει η νέα ηγεσία της Τουρκίας υπό τον Ταγίπ Ερντογάν, η οποία το 2008 διέρρηξε την στρατηγική συμμαχία που είχε αναπτύξει με το Ισραήλ, δημιουργώντας μια κλιμακούμενη αμφισβήτηση για την θέση και τον ρόλο της στον σύγχρονο κόσμο και κυρίως στην Μέση Ανατολή έναντι του Δυτικού στρατοπέδου. Η Τουρκία εμφανίζεται λόγω και του ισλαμικού της πολιτικού προσωπείου στο τουρκικό πολιτικό σύστημα, το οποίο αλλάζει ραγδαία και από κεμαλικό μετατρέπεται σε «ισλαμοδημοκρατικό», να συνεργάζεται με ισλαμικές οργανώσεις στην Μέση Ανατολή, όπως είναι η αλ–Νούσρα, παρακλάδι της αλ–Κάιντα, να ανέχεται το ISIS και να συμμαχεί επίσης με ριζοσπαστικές παλαιστινιακές οργανώσεις, όπως είναι η Χαμάς. Αυτό μειώνει στο Δυτικό στρατόπεδο την γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, ενισχύει την Κυπριακή και Ελλαδική υπεραξία, η οποία συμμαχεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εσχάτως στην στρατηγική της ενέργειας και όχι μόνο, ενώ κύκλοι στην Ουάσιγκτον εκφράζουν ανησυχία για το μέλλον της παρουσίας της Τουρκίας στο Δυτικό σύστημα ασφάλειας και πολιτικής.

Αυτό σημαίνει πως η Κύπρος θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτή την ευρωπαϊκή και Δυτική αμφισβήτηση για το μέλλον της Τουρκίας και των επιδιώξεών της, ώστε στην επίλυση του Κυπριακού, η κυπριακή ηγεσία να αποκτήσει συμμάχους οι οποίοι να στηρίξουν την θέση της Κύπρου, που εσχάτως προβάλλεται για αποκοπή των λεγομένων εγγυητριών δυνάμεων από την αναμόρφωση της κυπριακής πολιτείας, έτσι ώστε η Κύπρος να καταστεί πραγματικά ανεξάρτητη και απαλλαγμένη κυρίως από την διεκδίκηση της Τουρκίας να ηγεμονεύει το νησί. Γνωρίζουμε καλώς πως η Ελλάδα δεν έχει πλέον κανένα ενδιαφέρον να παρεμβαίνει πολιτικά στην Λευκωσία, το ίδιο ισχύει και για την Βρετανία, η οποία ενδιαφέρεται κυρίως για την διατήρηση των στρατιωτικών βάσεων που προέβλεπαν οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου.

Αντιλαμβανόμαστε πως το παιχνίδι γύρω από την Κύπρο και το Κυπριακό Πρόβλημα έχει εξόχως γεωπολιτική σημασία, προβάλλει στρατηγικές πτυχές με αφετηρία την Κύπρο που εκτείνονται στο διεθνές σύστημα και παντού, και η πορεία των πραγμάτων εξαρτάται από την ικανότητα των σημερινών ηγεσιών Ελλάδος και Κύπρου να αξιοποιήσουν την σημερινή συγκυρία δυσπιστίας απέναντι στις προθέσεις της Άγκυρας από την Ουάσιγκτον και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κυρίως όμως της αντίθεσης και συγκρουσιακής σχέσης με το Ισραήλ, έτσι ώστε να επιδιωχθεί μια λύση στο Κυπριακό, η οποία θα αποκόπτει την Άγκυρα από την ικανότητά της να επιβλέπει συνταγματικά, δηλαδή θεσμικά και πολιτικά την Κύπρο ως πολιτική και κοινωνική δομή, αλλά και ως διεθνής πολιτική παρουσία. Εάν δεν το επιτύχουν αυτό, ο φόβος των Ευρωπαίων και των Αμερικανών είναι πως η Κύπρος μπορεί να τεθεί υπό τον απόλυτο έλεγχο μιας Άγκυρας, η οποία να μετατραπεί σταδιακά σε αντίπαλο δέος του Δυτικού κόσμου, οικοδομώντας συμμαχίες σε έναν κόσμο δυνάμει αντίπαλο του Δυτικού, που μπορεί να καταστεί ανεπίσημος πλην πραγματικός σύμμαχος του ισλαμικού ριζοσπαστισμού διεθνώς, αντιπάλου του Δυτικού στρατοπέδου πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού.

ΣΥΖΕΥΞΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η γεωπολιτική υπεραξία των χωρών συνδέεται με τις εξελίξεις στον κόσμο σε κάθε εποχή, εξελίξεις στην οικονομία, την τεχνολογία, το εμπόριο, τις διεθνείς ισορροπίες δυνάμεων, με τρόπο ώστε χώρες οι οποίες παλαιότερα δεν είχαν καμία σημασία και ήταν αδιάφορες για το διεθνές γίγνεσθαι, δηλαδή δεν είχαν γεωπολιτική υπεραξία. Σε άλλες εποχές και χρονικές περιόδους αποκτούν οι ίδιες χώρες μεγάλη σημασία εξαιτίας αλλαγών που επέρχονται στον κόσμο, στρέφοντας το διεθνές ενδιαφέρον πάνω τους. Παράδειγμα εξαιρετικά εύληπτο είναι η Σαουδική Αραβία και η Περσία στον 19ο αιώνα, οπότε ήταν γεωπολιτικά ασήμαντες περιοχές. Στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα απέκτησαν μια γεωπολιτική υπεραξία τεράστιας σημασίας για την διεθνή πολιτική. Επίσης, η Τουρκία μέχρι το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε πολύ μικρότερη σημασία από όση στην συνέχεια, παρά την θέση της στα Δαρδανέλλια. Η γεωπολιτική της υπεραξία αναβαθμίστηκε με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την γειτνίασή της προς την Σοβιετική Ένωση.

Η Κύπρος είχε πάντοτε μια σημαντική θέση στην Μεσόγειο, της αποδιδόταν κατά καιρούς σημασία, ακριβώς λόγω της θέσης της ως περάσματος για το διεθνές εμπόριο. Σημειώνουμε πως η γεωγραφική θέση της Κύπρου κείται ανάμεσα στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, έχει δίπλα της την Μέση Ανατολή με την Αίγυπτο, το Λίβανο, το Ισραήλ και την Λιβύη, χώρες εξαιρετικά σημαντικές για την μεσανατολική κρίση και τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, ενώ συνδέεται γεωπολιτικά και πολιτιστικά με την Ελλάδα και γεωγραφικά με την Τουρκία. Επίσης, έχει ως κράτος εξαιρετικές σχέσεις, τόσο με την Δύση όσο και με την Ανατολή, ενώ η διαδικασία επίλυσης του προβλήματός της επηρεάζει την ενότητα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, όπως επίσης υπάρχει και υψηλό ενδιαφέρον από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, της οποίας είναι μέρος.

Αυτή η θέση αναβαθμίστηκε τα μάλα με την κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ και την άνοδο του διεθνούς αποικιακού εμπορίου, πράγμα που θέλησε να αξιοποιήσει και το έκανε η Μεγάλη Βρετανία το 1878, αναλαμβάνοντας την διοίκηση της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Φυσικά, αυτή η θέση στον 20ο αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αναβαθμίστηκε όλως ιδιαιτέρως, εξαιτίας της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ, της μεσανατολικής διένεξης και της διαρκώς κλιμακούμενης ανάγκης της ανθρωπότητας για πετρέλαιο και ενέργεια, πράγμα το οποίο διέθετε σε μεγάλο βαθμό η Μέση Ανατολή.

Το βόρειο τμήμα της Κύπρου τα τελευταία σαράντα χρόνια τελεί υπό τουρκική κατοχή και η Κυπριακή Δημοκρατία διεκδικεί την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας μέσα από την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, των παρανόμων εποίκων και την επιστροφή στο status quo ante του 1974, δηλαδή τον σεβασμό του Συντάγματος και των Συνθηκών Ζυρίχης – Λονδίνου, επί του οποίου βασίζεται η υπόσταση και η ανεξαρτησία της Κύπρου. Η Κύπρος υπέστη ένα βαρύτατο πλήγμα, εξαιτίας ακριβώς της γεωπολιτικής της υπεραξίας και της ανικανότητας της ηγεσίας της διαχρονικά να αξιοποιήσει επ’ ωφελεία του λαού της την θέση της, κινδυνεύοντας και ευρισκόμενη σήμερα ενώπιον της αποδυνάμωσης και του κατακερματισμού. Εάν η ηγεσία δεν μπορεί να αξιοποιήσει την θέση, τότε η γεωπολιτική υπεραξία αξιοποιείται από τους άλλους συνήθως, πολλές φορές μάλιστα εις βάρος της χώρας που φέρει την γεωπολιτική υπεραξία, διότι ακριβώς όπως ήδη αναφέραμε, οι τρίτες χώρες δεν ενδιαφέρονται για το καλό των χωρών που έχουν την δεδομένη γεωπολιτική υπεραξία, αλλά ο σχεδιασμός τους είναι πώς θα εκμεταλλευτούν τις συγκεκριμένες χώρες για το δικό τους συμφέρον. Όπως αναπτύχθηκε και ανωτέρω, η Κύπρος και η Ελλάδα δεν τα κατάφεραν να υπερασπιστούν την γεωπολιτική υπεραξία της Κύπρου προς όφελος της Κύπρου και του ελληνισμού.

Συμπερασματικά, η γεωπολιτική ως υπεραξία, δεδομένων των γεωστρατηγικών επιδιώξεων και στοχεύσεων απέναντι στο κράτος, φορέα της γεωπολιτικής, μπορεί να συμβάλει στην άνοδο, την ευημερία, την πρόοδο και την ασφάλειά του. Εάν όμως το κράτος δεν είναι σε θέση να αξιοποιήσει επ’ ωφελεία του και δημιουργώντας ανάλογες συμμαχίες την θέση του, μπορεί η θέση και η γεωπολιτική του υπεραξία να αποβεί εις βάρος του, να το οδηγήσει ενδεχομένως στην διάλυση και τον κατακερματισμό, εν μέσω των πολλαπλών διεκδικήσεων όλων των άλλων. Επομένως, η γεωπολιτική υπεραξία ερμηνεύεται ως η σύζευξη γεωγραφίας με την πολιτική, η οποία διακρίνεται από ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως η αντικειμενική γεωγραφική θέση μιας χώρας, η σημασία που πολιτικά της αποδίδεται από τους τρίτους σε διάφορες περιόδους της ιστορίας, αλλά επίσης η ικανότητα των πολιτικών της ηγεσιών, όπως και εκείνων που διεκδικούν την προστιθέμενη αξία της εν λόγω χώρας προς ίδιον όφελος, να είναι σε θέση να υπερασπιστούν τόσο την γεωπολιτική θέση, όσο και την αποτελεσματική διεκδίκηση αντιστοίχως.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
ΠΗΓΗ:
Press to Continue.......

Friday, 4 December 2015

NATO reacts to Turkish violations of Greek space

Press to Continue.......