Monday, 8 August 2011

Πέρσες δολοφόνοι και Δίκτυο

Πάρις Ι.Μ.*
Σενάριο /SDS

ΓΑΛΛΙΑ, Τουλούζη
Η Τουλούζη είναι μια πανέμορφη πόλη της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Κέντρο υψηλής τεχνολογίας και ένας από τους σπουδαιότερους ερευνητικούς πόλους παγκοσμίως. Αν και φημισμένη για την αεροναυτική της βιομηχανία, η Τουλούζη είναι επίσης ένα σπουδαίο πολιτιστικό κέντρο και κέντρο εκδρομικών εξορμήσεων.


Το Boeing 737 της Aegean Airlines από την Αθήνα, μόλις προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Blagnac της Τουλούζης. Ο Τζίμης, αφού παρέλαβε από την υπηρεσία αποσκευών τη μοναδική βαλίτσα που είχε πάρει μαζί του, ζήτησε από έναν ταξιτζή να τον πάει στο ξενοδοχείο του Excusrsion, στο οποίο είχε ήδη κρατήσει δωμάτιο.

Καθώς το ταξί διασχίζει τους γεμάτους από αυτοκίνητα δρόμους με τα όμορφα αξιοθέατα, στο μυαλό του Τζίμη δεν υπάρχει καμία άλλη σκέψη παρά μόνο η επόμενη μέρα και η αποστολή που του έχει ανατεθεί.

Αν και η αποστολή μου, συλλογίζεται, προβλέπεται δύσκολη και σίγουρα γεμάτη εκπλήξεις, απόψε έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο για να χαρώ τις πολλές ομορφιές αυτής της πόλης.

Και έτσι πράγματι θα γίνει. Τη βραδιά αυτή η μεγαλύτερη των “Pink Cities”, η Τουλούζη, θα του αποκαλύψει όλα τα μοναδικά μυστικά της. Μια τόσο δραστήρια νότια πρωτεύουσα μπορεί να προσφέρει στον κάθε επισκέπτη της τόσα πολλά όσο κανείς δεν φαντάζεται, συλλογίζεται.

Το δείπνο με παλαιούς του συμφοιτητές, ήδη μεταπτυχιακούς ερευνητές στο περίφημο πανεπιστήμιο Paul Sabatier, κοντά στην ήσυχη για απόψε κεντρική πλατεία, ήταν εξαιρετικό και ακολουθήθηκε από μια γεμάτη χαρούμενες φωνές και πειράγματα βόλτα δίπλα από τα ήρεμα νερά του Καναλιού των Δύο Θαλασσών. Αν και η συντροφιά είναι πολύ ευχάριστη και ζωντανή και η νύχτα υπέροχη, την προσοχή του θαυμασμού του Τζίμη έχουν τραβήξει τα ήσυχα νερά τού Καναλιού.

Το επόμενο πρωί βρήκε τον Τζίμη να ξυπνάει τόσο κακοδιάθετος στο μεγάλο κρεβάτι του ξενοδοχείου του, που ούτε η θέα της ουράνιας, πλην άγνωστης, γυναικείας ύπαρξης, που βρισκόταν ξαπλωμένη δίπλα του, δεν κατάφερνε να τον συνεφέρει. Αμέσως σηκώθηκε, άνοιξε το σημειωματάριό του και απομόνωσε κάποιους τηλεφωνικούς αριθμούς που του είχε δώσει ο Σάλι από την ελληνική φυλακή. Οι επαναλαμβανόμενες προσπάθειες να απαντήσει κάποιος στα τηλεφωνήματά του ήταν αποτυχημένες και η μόνη γραμμή που απάντησε έκλεισε δυστυχώς αμέσως. Η μέρα μου, σκέφτηκε, δεν άρχισε με τους καλυτέρους οιωνούς. Δεν απογοητεύτηκε όμως και έβαλε σε εφαρμογή το δεύτερο σχέδιό του.

Αφού πήρε κάποιες χρήσιμες πληροφορίες πάνω στα τουριστικά αξιοθέατα της περιοχής από τη ρεσεψιόν, αναχώρησε με το νοικιασμένο αμάξι του για το Route de Narbonne και τράβηξε για το Portsud της Ramonville, σημείο αναχώρησης των πλοίων του Canal de Garonne στην Τουλούζη. Μόλις έφτασε στο γραφικό λιμανάκι, έδωσε το όνομά του στον γέροντα πορτιέρη εκεί και μετά από λίγο οδηγήθηκε στην προβλήτα όπου ένα έξοχο πλεούμενο, το τετραθέσιο Riviera 7, τον περίμενε αγκυροβολημένο και σχεδόν έτοιμο να σαλπάρει για το Bordeaux.

Με το απλό, αλλά λειτουργικό σύστημα πλοήγησης το Riviera 7, ειδικά κατασκευασμένο για τέτοιες περιπτώσεις, αναχώρησε αμέσως μόλις εκείνος επιβιβάστηκε. Ο Τζίμης με το ένα χέρι στο τιμόνι και με το άλλο να κρατάει ένα μικρό, σβηστό ακόμα πούρο, έχει πάρει τη θέση του και σκοπεύει να απολαύσει τη πανέμορφη ποτάμια διαδρομή.


Η απόλαυσή του όμως δεν κράτησε για πολύ.

«Ποιος είσαι εσύ που με ενοχλείς;» ακούγεται μια φωνή να έρχεται μέσα από τις κουκέτες. «Λέγε γρήγορα ποιος σε έστειλε και τι θέλεις από μένα».

Ο Τζίμης δεν ξαφνιάζεται από τη φωνή, ούτε από την αναπάντεχη εμφάνιση του μυστακοφόρου ξένου, που εκείνη τη στιγμή ξεπρόβαλλε απειλητικά από τη κουκέτα κρατώντας ένα πιστόλι. Αν και ικανοποιήθηκε από την εξέλιξη αυτή, δεν περίμενε να λειτουργήσει το σχέδιό του τόσο γρήγορα.

Τότε έχοντας πλήρη έλεγχο των αντιδράσεών του απαντά όσο πιο ήρεμα μπορεί: «Ένας απλός δημοσιογράφος από την Ελλάδα είμαι και με έστειλε ένας κοινός μας φίλος, ο Σάλι!»

«Δεν ξέρω, φίλε, κανένα Σάλι», απαντά αγριεμένα ο ξένος. «Λάθος άνθρωπο ψάχνεις».

Καλά έπεσα, συλλογίζεται ο Τζίμης, αλλά δεν θα πρέπει να τον χάσω. Και εκτιμώντας ότι αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή, με αργές και μετρημένες κινήσεις για να μην προκαλέσει τον ξένο βγάζει από το αριστερό τσεπάκι του ένα ασημένιο περιδέραιο. «Μήπως αυτό σας λέει κάτι;»

Ο ξένος μόλις το αντίκρισε, γούρλωσε τα μάτια του, έκανε ένα βήμα πίσω σαν να το χτύπησε γροθιά, και άρχισε να κατεβάζει σιγά σιγά και αμήχανα, το πιστόλι του. Η αυστηρή απειλητική φωνή είχε δώσει τη θέση της σε μια άλλη, πιο ήρεμη και ανθρώπινη φωνή. Και τότε, χωρίς ο Τζίμης να το περιμένει, ο μυστακοφόρος, έχοντας φαίνεται λυγίσει, ξέσπασε.

«Ω Θεέ μου! Πόσα χρόνια σας περίμενα», ακούγεται τρεμουλιαστά. «Τι κάνει ο φίλος μου ο Σάλι είναι καλά;»

Ο Τζίμης όμως δεν τον άκουγε πια γιατί έχει πάρει το πηδάλιο και με περίτεχνες μανούβρες προσπαθούσε να αποφύγει το ξαφνικό εμπόδιο που εμφανίστηκε μπροστά από το Riviera − ένα αναποδογυρισμένο βαρκάκι.

Το νοτιοανατολικό μέρος του καναλιού, μεταξύ της Τουλούζης και της Μεσόγειου αποκαλείται Βασιλικό Κανάλι του Languedoc (Royal Languedoc Canal), ενώ το βορειοδυτικό μέρος, μεταξύ της Τουλούζης και του Ατλαντικού, αποκαλείται Πλευρικό Κανάλι της Γκαρόν (Garonne Lateral Canal). Όλο μαζί όταν ολοκληρώθηκε, αποκαλέστηκε Κανάλι των Δύο Θαλασσών και είναι σήμερα γνωστό σαν Canal du Midi.

«Τι γίνεται ο φίλος μου, ο Σάλι, πού βρίσκεται;» ξαναρωτά ο ξένος, πιο έντονα αυτήν τη φορά. Είναι προφανής η αγωνία του να μάθει νέα τού φίλου του, τού ανθρώπου που κάποτε του έσωσε τη ζωή.

«Μόλις με είδες φοβήθηκες, το κατάλαβα, και με το δίκιο σου», του λέει ο Τζίμης μετά από αρκετή ώρα σιωπής και αφού σιγουρεύτηκε ότι οι ενδοιασμοί του λαθρεπιβάτη είχαν εξαφανιστεί.

Το πλεούμενο τώρα είχε αφήσει για τα καλά πίσω του την πόλη της Τουλούζης. «Πολλά περνούν από το κεφάλι σου αυτήν τη στιγμή και είσαι προσεκτικός μαζί μου, αλλά και τρακαρισμένος. Για ένα πράγμα όμως να είσαι σίγουρος ότι μπορείς να με εμπιστευτείς».

«Εμένα αυτό που με ενδιαφέρει, πρώτα απ’ όλα, είναι εάν είναι καλά ο Σάλι», απαντάει με αγωνία στη φωνή του.

Ο Αλβανός, που έχει μπροστά του ο Τζίμης και τον οποίο ο κρατούμενος στις ελληνικές φύλακες, Σάλι Θέτσι, του πρότεινε να συναντήσει, ζει και εργάζεται εδώ και κάποια χρόνια στη Νότια Γαλλία με το ψευδώνυμο Μπερνάρ Τασέ. Ο Τζίμης μόλις αντιλήφτηκε ότι κάποιο κλίμα εμπιστοσύνης είχε αρχίσει να κτίζεται ανάμεσά τους, επιχειρεί την πρώτη ερώτηση.

«Ο Σάλι μου είπε ότι δούλευες και εσύ για το Δίκτυο στην Τουρκία, αλλά δεν μου είπε πού ακριβώς».

«Δούλευα στον τομέα στρατολόγησης του Δικτύου και τυπικά είχα την έδρα μου στη Κωνσταντινούπολη. Είχα επίσης υπό την ευθύνη μου και ήλεγχα ότι καινούργιο έμπαινε στο Δίκτυο μας από την Πόλη μέχρι το Κόσσοβο, και μερικές φορές μέχρι και τη Βόσνια».

«Και πώς το έσκασες από αυτήν;» τον ρωτάει προσποιούμενος ότι δεν ξέρει την ιστορία του.

«Για λόγους που ακόμα δε γνωρίζω, πληροφορήθηκα από έναν άνδρα ότι κάποιοι με κατήγγειλαν στο Δίκτυο για προδοσία και ότι είχε βγει τελικό συμβόλαιο για μένα − πληρωμένη εκτέλεση εννοώ. Στην αρχή δεν τον πίστεψα και μάλιστα γέλασα πολύ μαζί του. Όταν όμως έμαθα ότι ο εκτελεστής μου βρισκόταν καθ’ οδόν, κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά και αποφάσισα να το σκάσω. Ο Σάλι ήταν το τελευταίο άτομο από το Δίκτυο με το οποίο μίλησα και που με βοήθησε επίσης να δραπετεύσω από την Τουρκία».

«Λίγο πριν χωρίσουμε», συνεχίζει ο Μπερνάρ, «έδωσα στον Σάλι ένα μενταγιόν λέγοντας του: "Σάλι, σε ευχαριστώ για όσα έκανες για μένα. Για να γλυτώσω από αυτόν που έρχεται, να ξέρεις ότι θα κρύβομαι εκεί που εμείς οι δυο έχουμε κρυφά σχεδιάσει και μόνο εμείς ξέρουμε. Εάν όμως θελήσεις κάποια στιγμή να στείλεις δικό σου άνθρωπο, τότε προκειμένου να καταλάβω ότι αυτός που έχω μπροστά μου και ζητάει να μου μιλήσει έρχεται από σένα, πες του να κρατάει πάνω του εκείνη τη στιγμή και να μου το δείξει αυτό το μενταγιόν που σου δίνω τώρα».

Ώστε αυτός είναι ο λόγος που ο Μπερνάρ μόλις με αντίκρισε, σκέφτηκε ο Τζίμης, φοβήθηκε και με απείλησε. Πίστεψε προς στιγμή ότι τον είχαν εντοπίσει εκτελεστές του Δικτύου και γι’ αυτό αντέδρασε με το πιστόλι. Μόλις όμως του έδειξα το μενταγιόν που Σάλι μου είχε δώσει, ο Μπερνάρ κατάλαβε ότι έρχομαι από εκείνον, και άλλαξε αμέσως συμπεριφορά.

«Ο Σάλι βρίσκεται σε καλά χέρια, στην ελληνική αστυνομία, και συνεργάζεται πολύ καλά μαζί της», προσπαθεί να τον καθησυχάσει ο Τζίμης. «Μου έδωσε τη διεύθυνσή σου μήπως και τον βοηθήσεις».

Τα τελευταία λόγια του Τζίμη μαλακώνουν για τα καλά τον Αλβανό, κάτι που ο Έλληνας το αντιλήφθηκε αμέσως. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση που δημιουργήθηκε, προσπαθεί τώρα να στήσει ένα νέο σκηνικό ρωτώντας τον δήθεν αδιάφορα: «Ο Σάλι μου είπε, επίσης, ότι δουλεύατε μαζί στον τομέα της στρατολόγησης Τούρκων επισήμων. Είναι αλήθεια αυτό;»

Ο Μπερνάρ πράγματι έχει αρχίσει να τον εμπιστεύεται και δίνει την πρώτη του απάντηση, λίγο προσεκτικά όμως.

«Ναι, έτσι είναι, δουλεύαμε στον τομέα της στρατολόγησης Τούρκων επισήμων».

«Ποιο ήταν ακριβώς το αντικείμενο της δουλειάς σας;»

«Άκουσε, η δουλειά μας δεν ήταν εύκολη. Οι διάφορες μυστικές υπηρεσίες με τις οποίες ασχολούμασταν είχαν σαν επίκεντρο της δουλειάς τους την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας και ήταν πολύ σοβαρές σε αυτό. Λοιπόν, έπρεπε και εμείς να ήμαστε εξίσου σοβαροί σε ό,τι συζητούσαμε μαζί τους».

Ο Τζίμης απορεί. «Τι εννοείς με τα λόγια "έπρεπε και εμείς να ήμαστε εξίσου σοβαροί σε ό,τι συζητούσαμε μαζί τους;"».

«Αυτό που θέλω να πω είναι ότι υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες, προκείμενου να πετύχουμε εμείς το σκοπό μας, θα έπρεπε να ξεγελάσουμε ή να αποκρύψουμε από αυτούς άκρως σημαντικές πληροφορίες. Ε, αυτό δεν το θέλαμε και ούτε το επιδιώκαμε. Προτιμούσαμε να απομακρυνόμαστε από αυτές τις περιπτώσεις, να μην αναμιγνυόμαστε και να πορευόμαστε μόνοι μας. Ξέρεις οι μυστικές υπηρεσίες δεν αστειεύονταν καθόλου, και γίνονταν δικαιολογημένα έξαλλες εάν κανείς τις κορόιδευε».

Η απολαυστική διαδρομή όμως στο πανέμορφο κανάλι συνεχίζεται. Σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε που κατασκευάστηκε: οι στρογγυλές και ωοειδείς κλειδαριές υπάρχουν ακόμα και λειτουργούν τόσο καλά όπως τότε το 17ο αιώνα, ενώ βλέπει κανείς παντού κομψά σχηματισμένες γέφυρες σε σχήμα αψίδας. Σήμερα το κανάλι, που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του Λουδοβίκου XIV, έχει χαρακτηριστεί από την Ουνέσκο πολιτιστικό μνημείο. Με τα αιωνόβια πλατάνια στις όχθες του δίνει μοναδική αίσθηση σε όποιον τα περιδιαβαίνει, χρησιμοποιούμενο ιδιαίτερα από φορτηγίδες, ενώ στις όχθες του συνήθως ανέμελοι περιπατητές απολαμβάνουν τον περίπατό τους.

Ο Μπερνάρ όμως και ο Τζίμης, που λίγο τους ενδιαφέρει η ιστορία και αρχιτεκτονική του καναλιού, συνεχίζουν τη φιλική πια συνομιλία τους πάνω στη δράση των μυστικών υπηρεσιών. Όσο προχωράει όμως η συζήτηση, ο Μπερνάρ όλο και ανοίγεται πιο πολύ. Στο σημείο αυτό αποφασίζει να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα που κουβαλάει από παλιά μέσα του.

«Θα σου πω κάτι που θα εξηγήσει ή μάλλον θα σου λύσει κάποιες απορίες σου. Το κλειδί στο λαθρεμπόριο, στην παράνομη διακίνηση, είναι να έχει βρει κανείς και να χρησιμοποιεί ένα ασφαλές μονοπάτι για την πραμάτεια του. Έτσι σε περίπτωση που θέλαμε προκειμένου να φτιάξουμε ένα τέτοιο μονοπάτι που να περνάει όμως από τα σύνορα με το Ιράν, το Δίκτυο μας συνεργάστηκε με Ιρανούς εκτελεστές, οι οποίοι από την πλευρά τους ήθελαν να μπουν στην Τουρκία και από εκεί να περάσουν στην Ευρώπη για να εκτελέσουν κάποιον αντιφρονούντα. Είναι, λοιπόν, κάτι τέτοιες συνεργασίες που έπρεπε να προσέχουμε πάρα πολύ. Σε αυτές αναφερόμουν πιο πριν».

«Δεν φοβόσαστε όμως από τέτοιες συνεργασίες;» τον ρωτάει ο Τζίμης προσπαθώντας να καταλάβει την ψυχολογία με την οποία αντιμετώπιζαν στο Δίκτυο τέτοιες δύσκολες καταστάσεις.

«Πιστεύω ότι και οι δύο μας τόσο το Δίκτυο όσο και οι Ιρανοί κάναμε ανεξάρτητα τη δουλειά μας χωρίς να ρωτάμε πολλά πράγματα ο ένας τον άλλον. Και όποιος προσέχει, δεν φοβάται. Έτσι σε μια περίπτωση ναρκωτικά και σφαίρες πέρασαν μαζί χωρίς να δημιουργηθεί κανένα απολύτως πρόβλημα. Δεν ξέρω όμως πιο πολλές πληροφορίες γι’ αυτό».

Ο Τζίμης γνωρίζει καλά ότι τέτοιες καταστάσεις δεν είναι πάντα ρόδινες, έχουν μεγάλες παρενέργειες και έχοντας στο μυαλό του τα τελευταία ξεκαθαρίσματα λογαριασμών του Δικτύου ενόψει των σχεδίων τους για την Ελλάδα, αποφασίζει να τον ρωτήσει: «Κάποια στιγμή είχατε και θύματα, όπως μου είπε ο Σάλι».

Ο Μπερνάρ προτιμάει να μη δώσει συνεχεία σε κάτι που θεωρούσε πολύ βρόμικο. Φάνηκε στο πρόσωπό του ότι κάτι τον έχει σημαδέψει άσχημα όμως κάποια πράγματα για τη σκοτεινή αυτή περίοδο θέλει να τα ξεδιαλύνει. «Η ιστορία με τους Ιρανούς χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη ανήκει σε μια σειρά από εκτελέσεις κάποιων αντιφρονούντων. Είχαν αρκετή επιτυχία από ό,τι μου είπαν πιο παλαιοί».

«Γι’ αυτήν έχουν γραφτεί πολλά σε περιοδικά», προσθέτει ο Τζίμης δείχνοντας απρόθυμος να μάθει πράγματα για μια περίοδο που αυτήν τη στιγμή δεν τον ενδιαφέρει. «Ο Σάλι μου είπε κάποια πράγματα για εκτελέσεις».

«Απ’ ό,τι φαίνεται δε θα σου μίλησε για τη δεύτερη περίοδο που έχει και πιο ενδιαφέρον».

«Όχι, δε μου μίλησε ποτέ», απαντάει ο Τζίμης πιστεύονται ότι ξεκόλλησαν επιτέλους από την περίοδο των ιρανικών εκτελέσεων.

«Εδώ είχαμε πολλές και έξυπνες θα έλεγα προσπάθειες του Ιρανών να συγκεντρώσουν υψηλή τεχνολογία από τη Δύση».

«Υψηλή τεχνολογία από τη Δύση;», επαναλαμβάνει ο Τζίμης. «Όχι σίγουρα δεν μου έχει μιλήσει ποτέ. Σε ακούω», λέγοντας για μια άλλη φορά ψέματα και προσποιούμενος τον ανήξερο προκειμένου να του αποσπάσει παραπέρα πληροφορίες ή για να επιβεβαιώσει κάποιες δικές του.

«Το Ιράν έκλεβε τεχνολογία για τις ανάγκες της βιομηχανίας τους επειδή η μεταφορά τεχνολογίας είχε απαγορευτεί από τη Δύση προς το Ιράν». Η δύση πράγματι θεωρούσε πολύ επικίνδυνο το θεοκρατικό καθεστώς που διοικούσε το Ιράν και είχε απαγορεύσει οποιεσδήποτε επαφές μαζί του.

«Πώς το πετυχαίνανε αυτό;»

«Μας είχαν πλησιάσει Ιρανοί και μας είχαν ζητήσει συνεργασία».

Άλλο που δε θέλατε, σχολιάζει από μέσα του ο Τζίμης.

«Έτσι ανοίχτηκε νέο πεδίο δράσης για μας», συνεχίζει ο Μπερνάρ. «Προσέχαμε όμως τη συνεργασία όπως γινόταν με όλες τις μυστικές υπηρεσίες. Δεν παίζαμε καθόλου μαζί τους».

«Έχεις καθόλου ονόματα ή παραδείγματα;»

«Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, αλλά εάν πάτε πίσω αρχές του 1980, θα βρείτε μερικά ονόματα Ιρανών που αυτομόλησαν και που δολοφονήθηκαν στη Δύση. Αυτοί ήταν άτομα που οι Ιρανοί υποπτεύονταν ότι έδιναν πληροφορίες για το ιρανικό καθεστώς στη Δύση, γι’ αυτό και αποφάσισαν να τους καθαρίσουν. Η δεύτερη περίοδος δε σχετίζεται με δολοφονίες, αλλά απαγωγές. Επιστήμονες και οικογένειές τους σε όλη στην Ευρώπη έπεσαν θύματα του σχεδίου τους».

«Επιστήμονες και οικογένειές τους;», επανέλαβε με κάποιο σκεπτικισμό ο Τζίμης.

«Ναι, επιστήμονες, αλλά και μέλη των οικογενειών τους απήχθηκαν ή εκβιάστηκαν από το Δίκτυο με κάποιο τρόπο προκειμένου αυτοί οι Ιρανοί να αποκτήσουν την τεχνολογία που τους έλειπε και που ήταν απαγορευμένη σε αυτούς από τη Δύση. Φαίνεται ότι ήταν το κύριο μέσο για να αποσπάσουν πληροφορίες από επιστήμονες η ερευνητικές ομάδες».

Το Δίκτυο, προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με την ασφαλή διέλευση των φορτίων που διακινούσε παράνομα, συνεργαζόταν όχι μόνο με άτομα μέσα σε μυστικές υπηρεσίες κάποιων χωρών, αλλά και με τρομοκρατικές αντίστοιχα. Δηλαδή διώκτης και διωκόμενος εθεωρείτο εξίσου καλός συνεργάτης εάν εξυπηρετούσε τα εγκληματικά του σχέδια.

Δεν έχει περάσει πολύ ώρα αφού άφησαν την Τουλούζη, και ενώ ο Τζίμης απολαμβάνει την έξοχη διαδρομή με τα καταπράσινα δένδρα και τα ζευγαράκια να περπατούν ανέμελα στις όχθες του καναλιού, η ξερή φωνή του Μπερνάρ διακόπτει απότομα την ηρεμία του.

«Εάν μιλάμε για τις υποβόσκουσες αιτίες, πώς εξηγούμε την ικανότητα των Ιρανών να εντοπίζουν επιστημονικά ιδρύματα; Ποιος τους βοηθούσε σε αυτό;»

«Στο σημείο αυτό πιστεύω ότι συνεισφέραμε πολύ και εμείς. Οι Ιρανοί χρησιμοποίησαν, όπως σου είπα, το Δίκτυό μας, με το οποίο συλλέγαμε πληροφορίες για να γνωρίζουμε πώς να διαχειριζόμαστε με ασφάλεια τα ραδιενεργά όσο και για να μάθουμε τη αξία των ραδιενεργών αυτών, για δικούς τους σκοπούς».

«Γίνε πιο σαφής».

«Από τη πείρα μου μπορώ να σου πω ότι το μόνο που ενδιέφερε τους Ιρανούς ήταν να μάθουν ποια είναι τα επιστημονικά εκείνα ιδρύματα και ποιοι είναι εκείνοι οι επιστήμονες που έχουν γνώση σε ραδιενεργά θέματα προκειμένου να αποκτήσουν, βλέπε κλέψουν, τις γνώσεις τους. Όλα αυτά έγιναν με το αζημίωτο φυσικά, αλλά επαναλαμβάνω, δεν αναμιχθήκαμε ποτέ στα σχέδιά τους!»

«Έχεις να αναφέρεις καμία τέτοια κοινή δράση και συνεργασία με τρίτα άτομα;»

«Όχι δεν έχω να αναφέρω. Κάτι συγκεκριμένο εννοώ. Κάποια πράγματα όμως, κάποιες καταστάσεις, έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου»

«Μη αοριστολογείς. Μίλα καθαρά».

«Ενώ ήμασταν στην Τουρκία, καταφέραμε να περάσουμε ραδιενεργά την ίδια περίοδο που οι Λίβυοι πράκτορες προετοίμαζαν −σχεδίαζαν− να βάλουν βόμβα σε μια αμερικανική βάση στην Άγκυρα. Δεν αναμιχθήκαμε καθόλου εμείς στα σχέδιά τους, αν και πιστεύω ότι η ομάδα που είχε κατέβει έγινε αντιληπτή, και έτσι ματαιώθηκε χωρίς να γνωρίζω περισσότερα».

«Θυμάσαι τίποτα άλλο;»

Ο Μπερνάρ όμως δεν άπαντα. Το ταξίδι με το Rivera στο πανέμορφο κανάλι συνεχιζόταν. Το μήκους 241-χιλιομέτρων Κανάλι των Δύο Θαλασσών, δημιούργημα του βαρώνου Riquet, είναι χάρμα οφθαλμών. Απαιτήθηκαν 12.000 εργάτες και πήρε πάνω από δέκα χρόνια για να κατασκευασθεί και συνδέσει τελικά τον Ατλαντικό με τη Μεσόγειο. Ο αρχικός σκοπός του καναλιού ήταν να δημιουργηθεί ένας συντομότερος δρόμος μεταξύ του Ατλαντικού και της Μεσογείου, αποφεύγοντας το θαλάσσιο ταξίδι γύρω από την εχθρική τότε Ισπανία, τους πειρατές της Βαρβαρίας, ένα ταξίδι που στο 17ο αιώνα απαιτείτο ένας ολόκληρος μήνας για να ολοκληρωθεί.

Ξαφνικά όμως και χωρίς να το περιμένει κανείς, ο Μπερνάρ αποφασίζει να ανοίξει το στόμα του. «Μια άλλη περίπτωση που θυμάμαι αφορούσε μια διεθνή ερευνητική ομάδα που είχε ξεμείνει ή την είχαν εγκαταλείψει οι χρηματοδότες της. Τότε εμείς προσποιηθήκαμε τους καλούς ενδιαφερόμενους που θέλαμε να προωθήσουμε έντιμα επιχειρηματικά συμφέροντα και προσφερθήκαμε να τους χρηματοδοτήσουμε. Αποκτήσαμε πρόσβαση σε επιστημονικό υλικό που ποτέ δεν είχαμε διανοηθεί ότι θα μπορούσε να βρεθεί στην κατοχή μας».

«Καλά και πώς μπορούσατε και συναντιόσαστε τόσοι πολλοί από τόσες χώρες χωρίς να κινείτε υποψίες;»

«Τη λύση στο πρόβλημα την έδωσε άθελά της η ερευνητική ομάδα. Εκείνο που ενδιέφερε τα μέλη της ήταν να συναντιούνται κατά τακτά διαστήματα στο περιθώριο επιστημονικών συνεδρίων προκειμένου να ανταλλάσσουν επιστημονικές ιδέες και να ελέγχουν την πρόοδο της δουλειά τους. Αυτό εκμεταλλευτήκαμε και εμείς προκειμένου να συναντιόμαστε άφοβα και χωρίς να μας υποψιάζονται. Κανείς δεν υποψιαζόταν δηλαδή τα επιστημονικά συνέδρια που διεξάγονται κάθε φορά σε διαφορετική χώρα και πόλη, και γι’ αυτό κανείς δεν τα ήλεγχε. Σήμερα λοιπόν, φίλε μου, οι καλύτερες εγκληματικές συναντήσεις, όχι μόνο οι δικές μας, γίνονται στο περιθώριο τέτοιων επιστημονικών εκδηλώσεων!»

Ο Τζίμης είναι αλήθεια πως κάτι είχε υποψιαστεί από παλιά για κάποια συνέδρια, αλλά δεν είχε στοιχεία για να το θεμελιώσει. Αυτό, όμως, που τον ενδιέφερε στην υπόθεση αυτή ήταν μάθει για τους πολιτικούς που βρίσκονται πίσω από το Δίκτυο και κρύβονται καλά. «Με την πολιτική εσείς δεν αναμιχθήκατε ποτέ;»

«Άμεσα όχι, έμμεσα όμως ναι. Πιστεύω ότι κάποιοι μας χρησιμοποίησαν για δικούς τους πολιτικούς λόγους. Το Δίκτυο φαινόταν να στρέφεται κάποια στιγμή σε άλλες κατευθύνσεις. Όλα ξεκίνησαν όταν τα ηνία του Δικτύου τα πήραν άτομα με μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή άρχισαν να φτάνουν πληροφορίες σε μας ότι η τούρκικη υπηρεσία πληροφοριών ΜΙΤ χρησιμοποιούσε το Δίκτυό μας για να υποστηρίξει τους μουσουλμάνους στις βαλκανικές χώρες».

«Και πώς γινόταν αυτό;»

Αν και ο Τζίμης δεν το δείχνει φανερά, πάντα τον ενδιέφεραν οι τεχνικές που χρησιμοποιεί η τούρκικη ΜΙΤ. «Αυτό γινόταν μέσα από αραβικές φιλανθρωπικές οργανώσεις, οι οποίες επειδή ήταν συνδεδεμένες με την τρομοκρατία, όπως ανακάλυψαν οι αμερικανικές Αρχές, ανάγκασαν και τους Τούρκους να απομακρυνθούν γρήγορα από αυτές, πριν και οι ίδιοι στιγματισθούν. Βέβαια πιστεύω ακόμα και σήμερα ότι δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα σχετικά με τις δραστηριότητες της MIT στα Βαλκάνια».

Το σκάφος βρισκόταν κοντά και πλησίαζε σ’ ένα πανέμορφο και γραφικό χωριουδάκι όταν κάποιοι παράξενοι θόρυβοι άρχισαν να έρχονται από τη μηχανή. Ο Τζίμης άραξε το Rivera στη μικρή προβλήτα, που πρόβαλλε εκείνη τη στιγμή μπροστά του, και τράβηξε για το κοντρόλ, το οποίο βρίσκεται αριστερά στην πλώρη, προκειμένου να εντοπίσει κάποια ένδειξη βλάβης. Φαίνεται ότι κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε στις ενδείξεις του ταμπλό με τη φωνή του Τζίμη να το επιβεβαιώνει: «Εδώ όλα είναι εντάξει. Μπορείς να πατήσεις όμως το κόκκινο κουμπί αριστερά δίπλα από το τιμόνι;»

Καμία απάντηση δεν ήρθε από μέσα, κάτι που ανάγκασε τον Τζίμης να επιστρέψει στην καμπίνα πλοηγήσεως και με έκπληξη να διαπιστώσει ότι ο Μπερνάρ είχε εξαφανιστεί. Ο χαρακτηριστικός ήχος μηχανής αυτοκίνητου με τα λάστιχά του να στριγκλίζουν τον έκανα να στρέψει την προσοχή του προς την παραλία. Είδε μια κιτρίνη σπορ Matra με τον Μπερνάρ στη θέση του συνοδηγού να ξεκινάει γρήγορα και να εξαφανίζεται πίσω από τη συστοιχία των ψηλόλιγνων δένδρων που χώριζαν τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο από το κανάλι. Τότε ο Τζίμης κατάλαβε. Η μηχανή τoυ Rivera είχε επίτηδες χαλάσει στο σημείο αυτό του καναλιού προκειμένου να αποβιβαστεί ο Μπερνάρ και να τον παραλάβει η κίτρινη Matra που ήταν κρυμμένη και τον περίμενε.

Απο σειρά σεναρίων "Ο Τρόμος"

* Ο Πάρις Ι.Μ.είναι Φυσικός Ιατρικής Ακτινοφυσικός

No comments: