Wednesday, 13 October 2010

Χιλή: Συνεχίζεται ο απεγκλωβισμός των μεταλλωρύχων

cbsnews on livestream.com. Broadcast Live Free

Ζωντανά!
Ολοκληρώθηκε με επιτυχία ο απεγκλωβισμός των 12 πρώτων μεταλλωρύχων από το ορυχείο στη Χιλή.
Η υγεία των μεταλλωρύχων που μέχρι στιγμής έχουν διασωθεί από το ορυχείο Σαν Χοσέ στη νότια Χιλή είναι «αρκετά καλή», δήλωσε σήμερα ο Xιλιανός υπουργός Υγείας Τζέιμι Μάναλιχ.

Σε γενικές γραμμές πάσχουν από αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συχνότητας, όμως οι γιατροί δεν ανησυχούν.

«Σε όλες τις περιπτώσεις έχουν αναρρώσει ικανοποιητικά έπειτα από λίγη ξεκούραση χωρίς να χρειαστεί να τους χορηγηθούν φάρμακα», δήλωσε ο Μάναλιχ στους δημοσιογράφους.

Οι πρώτοι δύο μεταλλωρύχοι που βγήκαν στην επιφάνεια της γης, ο Φλορένσιο Άβαλος και ο Μάριο Σεπούλβεδα, έχουν ήδη εξεταστεί από δερματολόγο και οφθαλμίατρο στο νοσοκομείο της πόλης Κοπιάπο, ενώ έκαναν και ακτινογραφίες.

«Ολα πάνε εξαιρετικά καλά», υπογράμμισε ο υπουργός Υγείας.

Ο Μάναλιχ επισήμανε πάντως ότι μερικοί μεταλλωρύχοι που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, ανάμεσά τους και ο Μάριο Γκόμεζ, δεν έχουν βγει ακόμα στην επιφάνεια.

«Πιστεύουμε ότι δεν θα υπάρξουν δυσκολίες ούτε με εκείνους», πρόσθεσε ο Μάναλιχ, ενώ υπογράμμισε πως «τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα απ΄ότι τα είχαμε σχεδιάσει».

Οι μεταλλωρύχοι που παραμένουν στο ορυχείο είναι κουρασμένοι, όπως δήλωσε υπουργός, κυρίως επειδή έχουν κοιμηθεί λιγότερο τις τελευταίες ημέρες, ενώ αντιμετωπίζουν πολύ καλά την επιχειρήση διάσωσης παρόλο που αρκετοί θα παραμείνουν κάτω από την επιφάνεια της γης για ακόμα 24 ώρες.

Ο θαλαμίσκος Φοίνικας δεν έχει παρουσιάσει προβλήματα. Στη μέση της νύχτας της έγινε μία συντήρηση, «αλλά δεν έχει υποστεί βλάβες» και τα συστήματα επικοινωνίας του λειτουργούν πολύ καλά, υπογράμμισε ο υπουργός.

Ισχυρότεροι ή αποδυναμωμένοι; Αλλαγμένοι για πάντα

Μετά τη δοκιμασία των 68 ημερών στα 700 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης, τις 17 εκ των οποίων χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο, οι 33 μεταλλωρύχοι του Σαν Χοσέ θα βγουν, άλλοι πιο δυνατοί, άλλοι πιο εύθραυστοι, αλλά αλλαγμένοι για πάντα, σύμφωνα με τους ψυχολόγους.

Η ψυχολογική υποστήριξη που θα τους προσφερθεί για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών θα είναι εκτεθειμένη σε πλήθος παρεμβολών, από τους συγγενείς, από τα μέσα ενημέρωσης, και στην εφήμερη διασημότητα.

«Η προηγούμενη ζωή τους έχει τελειώσει», λέει ο Ενρίκε Τσία, ψυχολόγος του Καθολικού Πανεπιστημίου της Χιλής, σύμφωνα με τον οποίο οι μεταλλωρύχοι θα αντιμετωπίσουν το μεγάλο πρόβλημα της αναπροσαρμογής κατά τη διάρκειά μιας μετα-τραυματικής περιόδου «γεμάτης κινδύνους».

«Όταν σου αλλάζουν ξαφνικά όλες τις συνθήκες ζωής, πρέπει να ξαναπροσαρμοσθείς και να ανακαλύψεις τις δεξιότητες που σε βοηθούν να το αντιμετωπίσεις».

«Ένας άνθρωπος που έχει βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο έχει σκεφτεί την προσωπική του κατάσταση... τι έχει κάνει στη ζωή του και τι δεν έχει κάνει, και αυτό θα πρέπει επίσης να τους συνοδεύσει», επισημαίνει από την πλευρά της η Μαργκαρίτα Λούμπατ, ψυχολόγος του Πανεπιστημίου της Χιλής.

Οι 33 μεταλλωρύχοι διαχειρίσθηκαν με μεγάλη επιτυχία τον εφιάλτη επί σχεδόν δύο μήνες μέχρι τη σωτηρία τους.

Τώρα θα πρέπει να αντιμετωπισθούν οι πιθανοί κίνδυνοι για την υγεία τους, όπως κακώσεις των οφθαλμών, δερματικά προβλήματα, οδοντικοί πόνοι. Οι διασωθέντες μεταφέρονται στο νοσοκομείο όπου θα νοσηλευθούν επί 48 ώρες και θα υποβληθούν σε μία σειρά προγραμματισμένων εξετάσεων.

Παράλληλα, οι 33 θα δεχθούν ψυχολογική υποστήριξη επί τουλάχιστον έξι μήνες «κατά τη διάρκεια των οποίων είναι πιθανόν να υπάρξουν στιγμές θλίψης ή κατάθλιψης», σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας Χάιμε Μανάλιτς.

Διασώστες κατέβηκαν στους μεταλλωρύχους

Ειδικοί του πολεμικού ναυτικού και διασώστες κατέβηκαν στη στοά για να ετοιμάσουν τους εργαζόμενους για την διαδικασία. Χρειάστηκαν 17 λεπτά για να κατέβει με το θαλαμίσκο, ενώ οι παγιδευμένοι εργαζόμενοι τον αγκάλιασαν ενθουσιασμένοι. Ο θάλαμος θα κινείται με 1 μ. το δευτερόλεπτο, ενώ μπορεί να επιταχύνει στα 3 μ./δευτερόλεπτο εάν κάποιος από τους παγιδευμένους αντιμετωπίσει πρόβλημα.

Σημειώνεται ότι η άνοδος αυτή καθ' εαυτή του κάθε μεταλλωρύχου θα πάρει 15 λεπτά αλλά η όλη προετοιμασία του καθενός για την άνοδο θα διαρκεί γύρω στα 45 λεπτά, συνολικά μία ώρα για τον καθένα, πράγμα που σημαίνει ότι για να ανέβουν όλοι θα χρειαστούν περίπου δύο ημέρες.

Σύζυγοι, παιδιά, γονείς και φίλοι των εργαζόμενων περιμένουν ανυπόμονα έξω από το ορυχείο και εκατοντάδες χιλιάδες παρακολουθούν την εξέλιξη από την τηλεόραση. Ο πρόεδρος Σεμπαστιάν Πινιέρα δήλωσε «η πίστη κίνησε βουνά».

«Να συνεχίσουν να με αντιμετωπίζουν ως εργάτη, μεταλλωρύχο»

Ο Μάριο Σεπούλβεδα, ο δεύτερος χιλιανός μεταλλωρύχος που έφθασε σήμερα στην επιφάνεια της γης, δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια του 68ήμερου εφιάλτη ήταν μαζί «με τον Θεό και τον Διάβολο».

«Ήμουν με τον Θεό και με τον Διάβολο», είπε ο Μάριο Σεπούλβεδα έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα του και τα παιδιά του σε έναν ολιγόλεπτο μονόλογο μπροστά στις κάμερες, ο οποίος μεταδόθηκε από την τηλεόραση της Χιλής. «Τσακώθηκα μαζί τους».

«Έπιασα το χέρι του Θεού, ήταν το καλύτερο. Ήξερα πάντα ότι ο Θεός θα μας σώσει», είπε ο 39χρονος μεταλλωρύχος, φανερά συγκινημένος, σε υπερδιέγρεση και μιλώντας χωρίς διακοπή, ζήτησε να μην αντιμετωπίσουν τους 33 «σαν να είναι καλλιτέχνες ή δημοσιογράφοι» «...παρακαλώ. Θέλω να με αντιμετωπίσουν ως μεταλλωρύχο».

«Θέλω να συνεχίσουν να με αντιμετωπίζουν ως τον Μάριο Αντόνιο Σεπούλβεδα, εργάτη, μεταλλωρύχο. Θέλω να συνεχίσω να εργάζομαι διότι πιστεύω ότι έχω γεννηθεί για να πεθάνω στη δουλειά. Και είμαι υπερήφανος για την διαπαιδαγώγησή μου».

Ο μεταλλωρύχος απηύθυνε έκκληση «για μεταβολές στον κόσμο της εργασίας, που δεν μπορεί να παραμείνει στη σημερινή του κατάσταση».

Εκφράζοντας την απέραντη ευγνωμοσύνη του προς τους διασώστες, οι οποίοι αρχικά έκαναν έρευνες επί 17 ημέρες για να εντοπίσουν τους 33 μεταλλωρύχους ζωντανούς και στη συνέχεια έστησαν και πραγματοποίησαν αυτήν την τεράστια επιχείρηση σωτηρίας είπε: «Μας έβγαλαν. Εμείς βάλαμε τους εαυτούς μας, την τρέλα μας, την εμπειρία και την καρδιά μας του μεταλλωρύχου, αλλά οι επαγγελματίες έβαλαν όλα τα υπόλοιπα...Είναι απίστευτο, στα 700 μέτρα και μας έβγαλαν».

Ο μεταλλωρύχος τελείωσε τον μονόλογό του λέγοντας: «Η ζωή μού φέρθηκε σκληρά, αλλά έμαθα...».

Ο Μάριο Σεπούλβεδα μεταφέρθηκε μαζί με τον πρώτο διασωθέντα συνάδελφό του Φλορένσιο Αβαλος με ελικόπτερο στο νοσοκομείο της πόλης Κοπιάπο.

Ευφορία εξέφρασε ο πρόεδρος Πινιέρα

Δεν μπορούσε να συγκρατήσει την ευφορία του ο πρόεδρος της Χιλής Σεμπαστιάν Πινιέρα τις πρώτες πρωινές ώρες σήμερα Τετάρτη, μετά την ανάβαση του πρώτου μεταλλωρύχου από τους 33 που παρέμεναν παγιδευμένοι 622 μέτρα κάτω από τη γη εδώ και δύο μήνες στην επιφάνεια.

«Σε αυτή την επιχείρηση διάσωσης εμείς οι Χιλιανοί βγάλαμε τον καλύτερό μας εαυτό», είπε ο Πινιέρα σε συνέντευξη Τύπου στο ορυχείο χαλκού Σαν Χοσέ.

Η επιχείρηση καλύπτεται από εκατοντάδες Χιλιανούς και ξένους δημοσιογράφους.

Ο Πινιέρα περιέγραψε την εμπειρία λέγοντας ότι πρόκειται για «μια υπέροχη νύχτα που οι Χιλιανοί και όλος ο κόσμος δε θα ξεχάσει ποτέ... Ας μείνει πάντα μαζί μας το παράδειγμα των μεταλλωρύχων». Ευχαρίστησε «το θεό» και τους διασώστες για την επιχείρηση, η οποία είναι από τις πιο δύσκολες που έχουν γίνει ποτέ, και δήλωσε πως όταν βγήκε ο πρώτος εργαζόμενος «νοιώσαμε, όλοι οι Χιλιανοί, υπερήφανοι».

Η κυβέρνησή του, συνέχισε, θα επιδιώξει την επιβολή αυστηρότερων κανονισμών εργασιακής ασφάλειας στα ορυχεία καθώς και σε άλλους τομείς.

Ο Πινιέρα έκανε λόγο για το «μαγικό αριθμό 33»: 33 εργαζόμενοι, ενώ τα ψηφία της ημερομηνίας που άρχισε η επιχείρηση [13.10.10] αθροιζόμενα δίνουν 33.

«Θυμάμαι τις πρώτες ημέρες, που δεν ξέραμε αν είναι ζωντανοί, δεν ξέραμε αν είναι νεκροί... Δεσμευτήκαμε να τους αναζητήσαμε, και κάναμε πράξη την υπόσχεσή μας».

Ο Πινιέρα αγκάλιασε, μετά την οικογένειά του, τον πρώτο μεταλλωρύχο που διασώθηκε, Φλορένσιο Άβαλος, υπό τις επευφημίες των συγκεντρωμένων. Ο Άβαλος, πατέρας δύο παιδιών, που ανέπνευσε καθαρό αέρα για πρώτη φορά μετά από 68 ημέρες, φαινόταν πολύ καλά. «Είναι θαύμα», έλεγε ένας συγγενής του Άβαλος.

Ο Σεπούλβεδα, ο δεύτερος μεταλλωρύχος, είχε αρχίσει να φωνάζει από χαρά πριν καν φθάσει στην επιφάνεια -προκαλώντας γέλια στα μέλη της οικογένειάς του.

Η διαδικασία ήταν κάθε άλλο παρά εύκολη από τεχνικής πλευράς. Τις πρώτες 17 ημέρες οι μεταλλωρύχοι δεν είχαν καμιά επαφή με τον έξω κόσμο. Έτρωγαν μια κουταλιά τόνο και μια γουλιά γάλα, μια φορά την ημέρα. Τα βράχια στην έρημο Ατακάμα κάτω από οποία παγιδεύτηκαν είναι σκληρά και όχι πάντοτε σταθερά. Όταν οι διασώστες τους βρήκαν στις 22 Αυγούστου κι άρχισαν να σκάβουν για να τους φθάσουν, μια δεύτερη κατάρρευση τους ανάγκασε να σταματήσουν και να ξαναρχίσουν τα πάντα από την αρχή.

Επτά τρυπάνια έκαναν απεγνωσμένες προσπάθειες επί ημέρες. Φτιάχτηκαν τρεις στοές. Μεταφέρονταν, με «παλόμας» («περιστέρια», κάψουλες μήκους 1,5 μέτρου και πλάτους 10 εκατοστών) τρόφιμα, ιματισμός και άλλα αναγκαία ώστε οι παγιδευμένοι να ζήσουν.

Αρχικά πιστευόταν ότι η επιχείρηση θα διαρκούσε ως τον Δεκέμβριο -αλλά τελικά ένα από τα τρυπάνια κέρδισε τον αγώνα δρόμου. Χρησιμοποιήθηκαν ως και ειδικοί της NASA, της αμερικανικής υπηρεσίας διαστήματος, για να βοηθήσουν τους μεταλλωρύχους να αντιμετωπίσουν την απομόνωσή τους, γυμναστές, αλλά και ψυχολόγοι ώστε να αντιμετωπίσουν την πίεση των ΜΜΕ όταν βγουν στην επιφάνεια. Το πολεμικό ναυτικό της Χιλής και μηχανικοί της εταιρίας Codelco σχεδίασαν και κατασκεύασαν τρεις πρωτότυπους θαλάμους, με συσκευές οξυγόνου και εξοπλισμό, ειδικά για τις συνθήκες στο ορυχείο, υπό ασφυκτική πίεση -δεν υπήρχε χρόνος να δοκιμαστούν. Αλλά ο θάλαμος Φοίνιξ δούλεψε. Ειδικοί είχαν μελετήσει το ρυθμό της ανάβασης ώστε να μην αντιμετωπίσουν οι παγιδευμένοι πρόβλημα υγείας.

Θα παραμείνουν υπό ιατρική παρακολούθηση για τουλάχιστον δύο ημέρες.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ


Press to Continue.......

Tuesday, 5 October 2010

Terrorism, Vigilance and the Limits of the War on Terror


By George Friedman | October 5, 2010
The U.S. government issued a warning Oct. 3 advising Americans traveling to Europe to be “vigilant.” U.S. intelligence apparently has acquired information indicating that al Qaeda is planning to carry out attacks in European cities similar to those carried out in Mumbai, India, in November 2008. In Mumbai, attackers armed with firearms, grenades and small, timed explosive devices targeted hotels frequented by Western tourists and other buildings in an attack that took three days to put down.
European security forces are far better trained and prepared than their Indian counterparts, and such an attack would be unlikely to last for hours, much less days, in a European country. Still, armed assaults conducted by suicide operatives could be expected to cause many casualties and certainly create a dramatic disruption to economic and social life


The first question to ask about the Oct. 3 warning, which lacked specific and actionable intelligence, is how someone can be vigilant against such an attack. There are some specific steps that people can and should take to practice good situational awareness as well as some common-sense travel-security precautions. But if you find yourself sleeping in a hotel room as gunmen attack the building, rush to your floor and start entering rooms, a government warning simply to be vigilant would have very little meaning.

The world is awash in intelligence about terrorism. Most of it is meaningless speculation, a conversation intercepted between two Arabs about how they’d love to blow up London Bridge. The problem, of course, is how to distinguish between idle chatter and actual attack planning. There is no science involved in this, but there are obvious guidelines. Are the people known to be associated with radical Islamists? Do they have the intent and capability to conduct such an attack? Were any specific details mentioned in the conversation that can be vetted? Is there other intelligence to support the plot discussed in the conversation?

The problem is that what appears quite obvious in the telling is much more ambiguous in reality. At any given point, the government could reasonably raise the alert level if it wished. That it doesn’t raise it more frequently is tied to three things. First, the intelligence is frequently too ambiguous to act on. Second, raising the alert level warns people without really giving them any sense of what to do about it. Third, it can compromise the sources of its intelligence.

The current warning is a perfect example of the problem. We do not know what intelligence the U.S. government received that prompted the warning, and I suspect that the public descriptions of the intelligence do not reveal everything that the government knows. We do know that a German citizen was arrested in Afghanistan in July and has allegedly provided information regarding this threat, but there are likely other sources contributing to the warning, since the U.S. government considered the intelligence sufficient to cause concern. The Obama administration leaked on Saturday that it might issue the warning, and indeed it did.

The government did not recommend that Americans not travel to Europe. That would have affected the economy and infuriated Europeans. Leaving tourism aside, since tourism season is largely over, a lot of business is transacted by Americans in Europe. The government simply suggested vigilance. Short of barring travel, there was nothing effective the government could do. So it shifted the burden to travelers. If no attack occurs, nothing is lost. If an attack occurs, the government can point to the warning and the advice. Those hurt or killed would not have been vigilant.

I do not mean to belittle the U.S. government on this. Having picked up the intelligence it can warn the public or not. The public has a right to know, and the government is bound by law and executive order to provide threat information. But the reason that its advice is so vague is that there is no better advice to give. The government is not so much washing its hands of the situation as acknowledging that there is not much that anyone can do aside from the security measures travelers should already be practicing.

The alert serves another purpose beyond alerting the public. It communicates to the attackers that their attack has been detected if not penetrated, and that the risks of the attack have pyramided. Since these are most likely suicide attackers not expecting to live through the attack, the danger is not in death. It is that the Americans or the Europeans might have sufficient intelligence available to thwart the attack. From the terrorist point of view, losing attackers to death or capture while failing to inflict damage is the worst of all possible scenarios. Trained operatives are scarce, and like any strategic weapon they must be husbanded and, when used, cause maximum damage. When the attackers do not know what Western intelligence knows, their risk of failure is increased along with the incentive to cancel the attack. A government warning, therefore, can prevent an attack.

In addition, a public warning can set off a hunt for the leak within al Qaeda. Communications might be shut down while the weakness is examined. Members of the organization might be brought under suspicion. The warning can generate intense uncertainty within al Qaeda as to how much Western intelligence knows. The warning, if it correlates with an active plot, indicates a breach of security, and a breach of security can lead to a witch-hunt that can paralyze an organization.

Therefore, the warning might well have served a purpose, but the purpose was not necessarily to empower citizens to protect themselves from terrorists. Indeed, there might have been two purposes. One might have been to disrupt the attack and the attackers. The other might have been to cover the government if an attack came.

In either case, it has to be recognized that this sort of warning breeds cynicism among the public. If the warning is intended to empower citizens, it engenders a sense of helplessness, and if no attack occurs, it can also lead to alert fatigue. What the government is saying to its citizenry is that, in the end, it cannot guarantee that there won’t be an attack and therefore its citizens are on their own. The problem with that statement is not that the government isn’t doing its job but that the job cannot be done. The government can reduce the threat of terrorism. It cannot eliminate it.

This brings us to the strategic point. The defeat of jihadist terror cells cannot be accomplished defensively. Homeland security can mitigate the threat, but it can never eliminate it. The only way to eliminate it is to destroy all jihadist cells and prevent the formation of new cells by other movements or by individuals forming new movements, and this requires not just destroying existing organizations but also the radical ideology that underlies them. To achieve this, the United States and its allies would have to completely penetrate a population of about 1.3 billion people and detect every meeting of four or five people planning to create a terrorist cell. And this impossible task would not even address the problem of lone-wolf terrorists. It is simply impossible to completely dominate and police the entire world, and any effort to do so would undoubtedly induce even more people to turn to terrorism in opposition to the global police state.

Will Rogers was asked what he might do to deal with the German U-boat threat in World War I. He said he would boil away the Atlantic, revealing the location of the U-boats that could then be destroyed. Asked how he would do this, he answered that that was a technical question and he was a policymaker.

The idea of suppressing jihadist terrorism through direct military action in the Islamic world would be an idea Will Rogers would have appreciated. It is a superb plan from a policymaking perspective. It suffers only from the problem of technical implementation. Even native Muslim governments motivated to suppress Islamic terrorism, like those in Egypt, Saudi Arabia, Algeria or Yemen, can’t achieve this goal absolutely. The idea that American troops, outnumbered and not speaking the language or understanding the culture, can do this is simply not grounded in reality.

The United States and Europe are going to be attacked by jihadist terrorists from time to time, and innocent people are going to be killed, perhaps in the thousands again. The United States and its allies can minimize the threat through covert actions and strong defenses, but they cannot eliminate it. The hapless warning to be vigilant that was issued this past weekend is the implicit admission of this fact.

This is not a failure of will or governance. The United States can’t conceivably mount the force needed to occupy the Islamic world, let alone pacify it to the point where it can’t be a base for terrorists. Given that the United States can’t do this in Afghanistan, the idea that it might spread this war throughout the Islamic world is unsupportable.

The United States and Europe are therefore dealing with a threat that cannot be stopped by their actions. The only conceivably effective actions would be those taken by Muslim governments, and even those are unlikely to be effective. There is a deeply embedded element within a small segment of the Islamic world that is prepared to conduct terror attacks, and this element will occasionally be successful.

All people hate to feel helpless, and this trait is particularly strong among Americans. There is a belief that America can do anything and that something can and should be done to eliminate terrorism and not just mitigate it. Some Americans believe sufficiently ruthless military action can do it. Others believe that reaching out in friendship might do it. In the end, the terrorist element will not be moved by either approach, and no amount of vigilance (or new bureaucracies) will stop them.

It would follow then that the West will have to live with the terrorist threat for the foreseeable future. This does not mean that military, intelligence, diplomatic, law-enforcement or financial action should be stopped. Causing most terrorist attempts to end in failure is an obviously desirable end. It not only blocks the particular action but also discourages others. But the West will have to accept that there are no measures that will eliminate the threat entirely. The danger will persist.

Effort must be made to suppress it, but the level of effort has to be proportional not to the moral insult of the terrorist act but to considerations of other interests beyond counterterrorism. The United States has an interest in suppressing terrorism. Beyond a certain level of effort, it will reach a point of diminishing returns. Worse, by becoming narrowly focused on counterterrorism and over-committing resources to it, the United States will leave other situations unattended as it focuses excessively on a situation it cannot improve.

The request that Americans be vigilant in Europe represents the limits of power on the question of terrorism. There is nothing else that can be done and what can be done is being done. It also drives home the fact that the United States and the West in general cannot focus all of its power on solving a problem that is beyond its power to solve. The long war against terrorism will not be the only war fought in the coming years. The threat of jihadism must be put in perspective and the effort aligned with what is effective. The world is a dangerous place, as they say, and jihadism is only one of the dangers


Terrorism, Vigilance and the Limits of the War on Terror is republished with permission of STRATFOR.
Press to Continue.......