Tuesday, 29 September 2009

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑΣ

Αντιναύαρχος ε.α. Π.Ν. Βασίλειος Μαρτζούκος
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Η μέχρι στιγμής διαδικασία οικοδομήσεως μίας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, υπήρξε σταδιακή, επίπονη και αμφιλεγόμενη. Στο σύγχρονο σύνθετο και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, είναι αρκετοί οι λόγοι οι οποίοι συνηγορούν στην επίτευξη του στόχου αυτού αλλά συγχρόνως είναι αρκετοί και οι ανασταλτικοί παράγοντες οι οποίοι μετριάζουν τα σχετικά επιτεύγματα. Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμη μία επιγραμματική αναδρομή της Ευρωπαϊκής αυτής πορείας:

Το 1948 δημιουργείται η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (Western European Union) ή ΔΕΕ, της οποίας η σημασία σύντομα επισκιάζεται από το ΝΑΤΟ. Μετά από δύο περίπου δεκαετίες ανεπιτυχών ή ημιτελών πρωτοβουλιών (π.χ. σχέδιο Πλεβέν, σχέδιο Φουσέ κ.λ.π.), το 1970 δημιουργείται η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (Ε.Π.Σ.), το 1984 επαναδραστηριοποιείται η ΔΕΕ και το 1987 κωδικοποιείται ο άτυπος διακυβερνητικός μηχανισμός συντονισμού της εξωτερικής πολιτικής των κρατών – μελών, σε νομικό κείμενο.

Κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο και συγκεκριμένα το 1991 δημιουργείται η Κοινή Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), στα πλαίσια της οποίας δραστηριοποιείται η ΔΕΕ, ενώ δεν παρεμποδίζονται οι επί μέρους συνεργασίες και συμφωνίες (π.χ. Σύμφωνο Βορείου Ατλαντικού) των κρατών – μελών είτε μεταξύ τους είτε με το ΝΑΤΟ, με απώτερο σκοπό την διαμόρφωση κοινής αμυντικής πολιτικής η οποία σε δεδομένη στιγμή είναι δυνατόν να οδηγήσει σε κοινή άμυνα. Το ίδιο έτος δημιουργείται η Γαλλογερμανική ταξιαρχία (EUROCORPS), ενώ η Ατλαντική Συμμαχία ενσωματώνει στην στρατηγική της αντίληψη την έννοια της Ευρωπαϊκής Ταυτότητος Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΤΑΑ), στα πλαίσια των προθέσεων των Η.Π.Α. να την διαμορφώσει κατά τρόπο εξυπηρετούντα αποκλειστικά τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ.

Το 1992 στην Βόννη, ενισχύεται ο επιχειρησιακός ρόλος της ΔΕΕ με τις αποστολές τύπου Πέτερσμπεργκ (ανθρωπιστικές αποστολές διασώσεως, διαχειρίσεως κρίσεων και αποκαταστάσεως ειρήνης), ενώ το 1994 στις Βρυξέλλες, το ΝΑΤΟ υιοθετεί την έννοια «Πολυεθνική Διακλαδική Δύναμη Κρούσεως» (Combined Joint Task Force), προκειμένου να διευκολύνει τις επιχειρήσεις της ΔΕΕ, μέσω της παροχής ΝΑΤΟϊκών μέσων και δυνατοτήτων. Το 1996 στο Βερολίνο συμφωνείται ότι η ΔΕΕ θα επιληφθεί της δημιουργίας μίας Ευρωπαϊκής Ταυτότητος Ασφάλειας και Άμυνας (European Security and Defence Identity – ESDI), στα πλαίσια των υφισταμένων δομών του ΝΑΤΟ.

Με την συνθήκη του Άμστερνταμ της ΕΕ, το 1997, η ΚΕΠΠΑ βελτιώνεται με την θεσμοθέτηση Γενικού Γραμματέως του Συμβουλίου και Υπάτου Εκπροσώπου για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, με την συγκρότηση Μονάδος Σχεδιασμού Πολιτικής και Εγκαίρου Προειδοποιήσεως, την ενσωμάτωση των αποστολών τύπου Πέτερσμπεργκ, την επιβεβαίωση της προοδευτικής διαμορφώσεως κοινής αμυντική πολιτικής (η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε κοινή άμυνα, συμβατή με τις ΝΑΤΟϊκές υποχρεώσεις), την ενδυνάμωση των θεσμικών σχέσεων μεταξύ ΔΕΕ και ΕΕ, καθώς και την μερική εισαγωγή της δυνατότητος λήψεως αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία.

Κατά την περίοδο 1998 έως 2002, δημιουργείται και διαμορφώνεται η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ). Η σύνοδος του Σαιν Μαλό το 1998 μεταξύ Μ. Βρετανίας και Γαλλίας, προωθεί την ευρωπαϊκή άμυνα αφού τονίζει την απαίτηση αναλήψεως από την ΕΕ (σε διακυβερνητική βάση), αυτονόμου δράσεως υποστηριζομένης από αξιόπιστες στρατιωτικές δυνάμεις, στα πλαίσια διεθνών κρίσεων (όταν το ΝΑΤΟ δεν επιθυμεί να παρέμβει και δίχως επικαλύψεις με αυτό).

Στην σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ της Ουάσινγκτον, το 1999, αναδιαμορφώνονται οι σχέσεις ΝΑΤΟ – ΕΕ (Berlin plus agenda), με την εγγύηση προσβάσεως της ΕΕ στις δυνατότητες σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, καθώς και την διάθεση του τελευταίου προς την ΕΕ προεπιλεγμένων μέσων και δυνατοτήτων. Επιπλέον προσδιορίζονται εναλλακτικές δυνατότητες ευρωπαϊκής διοικήσεως για επιχειρήσεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του Αναπληρωτού Ανωτάτου Διοικητού Συμμαχικών Δυνάμεων της Ευρώπης (Deputy Supreme Allied Commander Europe). Το ίδιο έτος, στο ευρωπαϊκό συμβούλιο της Κολωνίας, αποφασίζεται η απορρόφηση των λειτουργιών της ΔΕΕ από την ΕΕ, ενώ στο Ελσίνκι συμφωνείται ο ομώνυμος στρατιωτικός στόχος (Helsinki Headline Goal), βάσει του οποίου τα κράτη – μέλη θα έπρεπε έως το 2003 να αναπτύσσουν εντός 60 ημερών δυνάμεις 50.000 έως 60.000 ανδρών και να τις υποστηρίζουν τουλάχιστον επί ένα έτος, κατά την διάρκεια εθελοντικής συμμετοχής των σε επιχειρήσεις της ΕΕ. Στο ίδιο συμβούλιο υιοθετήθηκε και μία έκθεση για την μη στρατιωτική διαχείριση κρίσεων.

Στο Ευρωπαϊκό Συνβούλιο της Φέϊρα, το 2000, διακηρύσσονται τέσσερεις προτεραιότητες για την μη στρατιωτική διαχείριση κρίσεων, ενώ παράλληλα καθορίζονται ομάδες συνεργασίας ΕΕ και ΝΑΤΟ για την ρύθμιση υλοποιήσεως των κυρίων αντικειμένων των νέων σχέσεων συνεργασίας μεταξύ τους, που είχαν πρόσφατα συμφωνηθεί. Το ίδιο έτος στην Νίκαια, υιοθετείται έκθεση της Γαλλικής προεδρίας για την ΕΠΑΑ (καθησυχαστική για τους Βρετανούς και Δανούς), σύμφωνα με την οποία η δέσμευση εθνικών μέσων από τα κράτη – μέλη για διεξαγωγή επιχειρήσεων της ΕΕ, θα βασίζεται στις δικές τους κυρίαρχες αποφάσεις. Στην Νίκαια επίσης ενεκρίθησαν τα παραρτήματα της εκθέσεως για την ΕΠΑΑ, που αφορούσαν τα μέσα της ΕΕ για την μη στρατιωτική διαχείριση κρίσεων, την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας, την Στρατιωτική Επιτροπή, το Στρατιωτικό Επιτελείο, τις σχέσεις ΕΕ με τις χώρες ΝΑΤΟ μη μέλη της ΕΕ, τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες και τις διευθετήσεις συνεργασίας ΕΕ και ΝΑΤΟ. Στο τελευταίο αυτό παράρτημα, η πρόβλεψη για εγγυημένη πρόσβαση της ΕΕ στις δυνατότητες σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, προσέκρουσε στην αρνησικυρία (εντός του ΝΑΤΟ), της Τουρκίας για την άρση της οποίας η Άγκυρα έθεσε ως προϋπόθεση την αναβάθμιση της συμμετοχής της στον μηχανισμό διαμορφώσεως και λήψεως αποφάσεων της ΕΠΑΑ.

Κατά το έτος 2001 αρχίζει η λειτουργία των οργάνων της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας, της Στρατιωτικής Επιτροπής και του Στρατιωτικού Επιτελείου. Το ίδιο έτος στο συμβούλιο του Γκέτεμποργκ, δίδεται ώθηση στον τομέα της μη στρατιωτικής διαχειρίσεως κρίσεων, με τον καθορισμό στόχων και χρονοδιαγράμματος υλοποιήσεώς των. Τέλος εντός του 2001 υιοθετείται στο Λάακεν το σχέδιο δράσεως European Capabilities Action Plan (ECAP) για την κάλυψη των ελλείψεων σε στρατιωτικά μέσα. Την ευθύνη συντονισμού των εργασιών αναλαμβάνει η ομάδα «Headline Goal Task Force» με επικουρικό ρόλο του Στρατιωτικού Επιτελείου.

Κατά το έτος 2002, εντάσσεται στην αντζέντα της ΕΠΑΑ η καταπολέμηση της τρομοκρατίας (Συμβούλιο Σεβίλλης), διευθετείται το ζήτημα που είχε θέσει η Τουρκία ως προς την συμμετοχή στην ΕΠΑΑ των Ευρωπαίων Συμμάχων οι οποίοι δεν είναι μέλη της ΕΠΑΑ, εκδίδεται διακήρυξη ΕΕ –ΝΑΤΟ ως προς τις βασικές αρχές συνεργασίας τους και διεξάγεται η πρώτη άσκηση διαχειρίσεως κρίσεων στα πλαίσια της ΕΠΑΑ.

Τον Ιανουάριο του 2003 αναλαμβάνεται η αποστολή αστυνομεύσεως στην Βοσνία (συνεχίζεται έως σήμερα) και τον Μάρτιο εκτελείται η πρώτη αποστολή στα πλαίσια της ΕΠΑΑ με χρήση ΝΑΤΟϊκών δομών στην ΠΓΔΜ (Επιχείρηση Concordia). Τον Απρίλιο του 2003 κατά την τετραμερή συνάντηση κορυφής των «ευρωπαϊστών» Γερμανίας, Γαλλίας, Λουξεμβούργου και Βελγίου προτείνονται φιλόδοξα μέτρα προωθήσεως της ευρωπαϊκής άμυνας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις των «φιλοατλαντιστών» Ισπανίας, Βρετανίας και Ιταλίας. Η αντιπαράθεση αυτή θα λήξει τον Δεκέμβριο του 2003, με την υιοθέτηση κειμένου αμοιβαίων συμβιβασμών, το οποίο μεταξύ άλλων προβλέπει δημιουργία ευρωπαϊκού πυρήνα στο SHAPE (για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στα πλαίσια του ΝΑΤΟ), την ενίσχυση του Στρατιωτικού Επιτελείου της ΕΕ για τις αυτόνομες επιχειρήσεις αυτής (χαμηλών απαιτήσεων), και διορισμό συνδέσμων του ΝΑΤΟ στο Στρατιωτικό Επιτελείο της ΕΕ. Κατά το 2003 επίσης αναλαμβάνεται η πρώτη αποστολή στα πλαίσια της ΕΠΑΑ, στο Κονγκό, με κωδικό «επιχείρηση ΑΡΤΕΜΙΣ», δίχως την χρήση ΝΑΤΟϊκών δομών, ενώ παράλληλα ιδρύεται το European Armaments Defence Capabilities Agency. Τέλος τον Δεκέμβριο του 2003 εγκρίνεται στις Βρυξέλλες το κείμενο πολιτικής «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας: Μία Ασφαλής Ευρώπη σε ένα Καλύτερο Κόσμο».

Το 2004 παρουσιάζεται η έννοια των Τακτικών Σχηματισμών Μάχης (Battlegroups) ενσωματώνεται στον «Γενικό Στρατιωτικό Στόχο 2010» (Headline Goal 2010), ο οποίος περιγράφει τις στρατιωτικές δυνατότητες και αποστολές της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργούνται 13 «Τακτικοί Σχηματισμοί Μάχης» για ανταπόκριση σε αιτήματα του ΟΗΕ και προκειμένου να χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά με την Δύναμη Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NATO Response Force). Φιλοδοξία της ΕΕ είναι η δυνατότητα να διεξάγει δύο συνεχόμενες επιχειρήσεις επιπέδου Battlegroup σε απόσταση έως 6000 χλμ από τις Βρυξέλλες. Τον Ιούλιο του 2004 ολοκληρώνονται οι λεπτομέρειες για τον Ευρωπαϊκό Αμυντικό Οργανισμό (European Defence Agency), ενώ παράλληλα αναλαμβάνεται στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ, η πρώτη επιχείρηση κράτους δικαίου στη Γεωργία (επιχείρηση EUJUST Themis). Κατά το ίδιο έτος, το σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος επιχειρεί να κωδικοποιήσει περαιτέρω την ΕΠΑΑ, ωστόσο ποτέ δεν τίθεται σε ισχύ. Τον Δεκέμβριο του 2004 η EUFOR Althea διαδέχεται την ΝΑΤΟϊκή SFOR στη Βοσνία. Από τον Σεπτέμβριο του 2005 έως τον Δεκέμβριο του 2006, αναλαμβάνεται η αποστολή επιβλέψεως στο Άτσε της Ινδονησίας, ενώ τον Ιούλιο του 2006 λαμβάνει χώρα η επιχείρηση «EUFOR RD Congo».

Γενικότερα από το 2003 έως σήμερα, η ΕΕ έχει αναλάβει σειρά ειρηνευτικών επιχειρήσεων, είτε υπό την μορφή στρατιωτικών επιχειρήσεων (π.χ. Κονγκό, Βοσνία, ΠΓΔΜ), είτε υπό την μορφή πολιτικών επιχειρήσεων ( π.χ. ΠΓΔΜ, Βοσνία, Κόσοβο, Γεωργία, Μολδαβία, Ουκρανία, Ινδονησία, Αφγανιστάν, Κονγκό, Σουδάν, Τσάντ, Σομαλία, Ιράκ, Παλαιστίνη).

ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΜΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ.

Ο έλεγχος της Ευρασίας, ο οποίος αποτελεί πάγιο σκοπό των Η.Π.Α., επιτυγχάνεται με την εδραίωση της αμερικανικής παρουσίας κατά τρόπο αποτρέποντα την ανάδυση οιασδήποτε ανταγωνιστικής δυνάμεως και εκδηλώνεται στις περιοχές της Α. Ευρώπης, των Βαλκανίων και της κεντρικής Ασίας, όπου οι Η.Π.Α. έσπευσαν να πληρώσουν το μεταψυχροπολεμικό γεωπολιτικό κενό το οποίο δημιουργήθηκε. Κατά συνέπεια το ψυχροπολεμικό δόγμα της «ανάσχεσης» μετεξελίσσεται σε δόγμα «λανθάνουσας περικυκλώσεως της Ρωσίας, και περιορισμού της αυτονομήσεως της Ε.Ε., μέσω της αμυντικής εξαρτήσεως της Ευρώπης από την Ατλαντική Συμμαχία». Με την διεύρυνση του ΝΑΤΟ, συρρικνώθηκε η σφαίρα επιρροής της Ρωσίας στην Α. Ευρώπη και επετεύχθη η ομηρία της Ε.Ε., αφού η ασφάλειά της εκχωρείται στο ΝΑΤΟ και το Ατλαντικό πλαίσιο, γεγονός το οποίο αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην πορεία της προς την πολιτική ολοκλήρωση.

Στην κεντρική Ασία, μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να ελέγξει τόσο τις πηγές ενεργείας, όσο και τις οδούς μεταφοράς της προς την Δύση. Στα Βαλκάνια και την Α. Ευρώπη έχει ήδη επιτευχθεί έντονη αμερικανική παρουσία. Με τον τρόπο αυτό ανακόπτεται η γερμανική κάθοδος στα Βαλκάνια και ταυτόχρονα ελέγχεται η περιοχή αυτή ως εναλλακτική ενεργειακή πύλη για την Δύση, ενώ παράλληλα στην Α. Ευρώπη, η Ε.Ε. δεν δύναται να δράσει με πλήρη ελευθερία. Οι αμερικανοί παροτρύνουν την Ευρώπη να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες, να επιδείξει μεγαλύτερη συλλογικότητα σε θέματα αμύνης και εξωτερικής πολιτικής, απαιτώντας όμως από τους ευρωπαίους να ζητούν την έγκριση των Η.Π.Α. πριν αναλάβουν οιαδήποτε πρωτοβουλία στους τομείς αυτούς. Το ΝΑΤΟ επανεδραιώθηκε στην Ευρώπη, λόγω των ρευστών εξελίξεων στην Α. Ευρώπη, του ακαθορίστου ρόλου της Ρωσίας, της απροθυμίας των Ευρωπαίων να δημιουργήσουν εναλλακτικό αμυντικό βραχίονα καθώς και από τον φόβο επανεθνικοποιήσεως της άμυνας και ασφάλειας στην Ευρώπη. Η διαδικασία διευρύνσεως και εμβαθύνσεως αναγκάζει την Ε.Ε. να εστιάζεται στο εσωτερικό της, ενώ οι Η.Π.Α., ως υπερδύναμη, έχουν αυξήσει την παγκόσμια εμπλοκή τους.

Οι πρόσφατες διεθνείς αλλαγές μετέβαλαν τις προτεραιότητες και κατέστησαν την διατλαντική σχέση λιγότερο κεντρική για την εξωτερική πολιτική αμφοτέρων. Η Ευρώπη δεν είναι πλέον τόσο ζωτικής σημασίας, όσο ήταν κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ενώ συγχρόνως για την Ευρώπη, η σημασία της αμερικανικής εγγυήσεως ασφαλείας έχει μειωθεί, τόσο λόγω της σημαντικής μειώσεως της σοβιετικής απειλής, όσο και λόγω της σχετικής υποχωρήσεως των παραδοσιακών ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών.

Εθνικές Πολιτικές Βασικών Δρώντων στην Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ασφάλεια.

Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι Η.Π.Α. επεδίωξαν την διατήρηση της Ατλαντικής Συμμαχίας, την ταχεία επανένωση της Γερμανίας, με ταυτόχρονη παραμονή της τελευταίας στην Ατλαντική Συμμαχία και τις απαιτούμενες εδαφικές αναπροσαρμογές για την ομαλή μετεξέλιξη της Ε.Σ.Σ.Δ. στην νέα διεθνή τάξη. Οι Η.Π.Α. υπήρξαν καταλύτης για την Γερμανική επανένωση και ανέλαβαν πρωτοβουλίες για την αποτροπή των αντιδράσεων της Γαλλίας, Βρετανίας, Ε.Σ.Σ.Δ. και κρατών της κεντρικής Ευρώπης (π.χ. καθησυχασμός για την νέα αναπροσαρμοσμένη μορφή του ΝΑΤΟ). Οι Η.Π.Α. έδρασαν εγκαίρως και αποτελεσματικώς επιτυγχάνοντας τους σκοπούς τους οποίους έθεσαν.

Η Γερμανία επεδίωξε να παραμείνη άθικτη η Ατλαντική Συμμαχία και επιπλέον να επιταχυνθεί η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως. Τους σκοπούς αυτούς επέβαλε η δυσχερής διπλωματική θέση της χώρας, μετά τον Β’ Π.Π., η οποία απαιτούσε πολιτική νομιμοποίηση μέσω διεθνών θεσμών στους οποίους θα κατείχε σημαίνουσα θέση. Η Γερμανία δεν αντέδρασε αρνητικά στις Γαλλικές πιέσεις τόσο για διεύρυνση, όσο και για την Ο.Ν.Ε.. Από το 1993 έως το 1996, η στροφή της Γαλλίας προς το ΝΑΤΟ, εδημιούργησε μεγαλύτερα περιθώρια στην γερμανική διπλωματία. Η Γερμανία αν και αρχικά επιφυλακτική, συνετέλεσε καθοριστικά (προεδρία συνόδου Κολωνίας το 1999) στις ληφθείσες σημαντικές αποφάσεις για την πρόοδο της ΕΠΑΑ.

Η Βρετανική στρατηγική μετά το 1989, παρέμεινε προσηλωμένη στην διατήρηση και ενίσχυση του ευρωατλαντικού χώρου και την διαιώνιση της Ατλαντικής Συμμαχίας (η επιβίωση της Ατλαντικής Συμμαχίας συνιστά ζωτικό βρετανικό συμφέρον). Η Βρετανική προσέγγιση της Γαλλίας, για αντιμετώπιση της γερμανικής επανένωσης, δεν περιόρισε τις επιφυλάξεις της για την θέληση της Γαλλίας να αναπτύξη Ευρωπαίκή Αμυντική Ταυτότητα, ενώ παράλληλα υιοθέτησε συντηρητική στάση στο θέμα του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών. Η Γαλλοβρετανική προσέγγιση, είχε ως έναυσμα τις κοινές ανησυχίες για την νέα κατανομή ισχύος, δίχως βεβαίως τα κράτη αυτά να εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές εθνικές στρατηγικές τους. Η Βρετανία του Τόνυ Μπλαίρ, έχει υποστηρίξει την ΕΠΑΑ (όχι όμως και την αυτόνομη δράση της), προσβλέποντας αφ’ ενός μεν σε μεγαλύτερη βρετανική επιρροή στην Ε.Ε., αφ’ ετέρου δε σε μία πλέον ισχυρή Ευρώπη με μεγαλύτερη επιρροή στις Η.Π.Α. και διεθνώς.

Η κυριότερη ανησυχία του Προέδρου Μιτεράν ήταν η σχετική θέση της Γαλλίας και η διασφάλιση υπό συνθήκες αναρχίας, γι’ αυτό άλλωστε οι πρώτες γαλλικές αντιδράσεις υπήρξαν εξισορροπητικές. Το τετελεσμένο γεγονός της γερμανικής επανένωσης, έστρεψε την Γαλλία προς περαιτέρω ενίσχυση της διαδικασίας ολοκλήρωσης, με σκοπό να «ελεγχθεί» η Βόννη. Η υιοθέτηση της ΟΝΕ κυριολεκτικά επεβλήθη στην Γερμανία από τον γάλλο Πρόεδρο. Πριν την πρόσφατη στροφή της προς την Ατλαντική Συμμαχία (λόγω του αυτοαποκλεισμού της από την ενεργό δράση της Συμμαχίας από τις περιφερειακές συγκρούσεις), η Γαλλία διεκρίνετο για την ιδιαίτερη επιφυλακτικότητά της προς την εν λόγω Συμμαχία.

Από την ανωτέρω συνοπτική αναφορά στις εθνικές πολιτικές, διαφαίνονται σημαντικές στρατηγικές αποκλίσεις μεταξύ των τριών ευρωπαϊκών χωρών, με κυριότερο πρόβλημά τους την θέση και τον ρόλο τους στο νέο ρευστό διεθνές περιβάλλον. Η άποψη ότι τα ευρωπαϊκά κράτη αποτελούν μία «κοινότητα ασφαλείας» ή μία «περιοχή ενότητος», απέχει επί του παρόντος πολύ από την πραγματικότητα.

Eυροατλαντική Αλληλεξάρτηση και χάσμα ισχύος.

Μεταπολεμικώς, η αμερικανική υποστήριξη στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως, υπήρξε πάντοτε κρίσιμη και εξαιρετικά σημαντική. Ειδικότερα στον τομέα της ασφαλείας, η μεγάλη αμερικανική στρατιωτική παρουσία και αμυντική εγγύηση μέσω του ΝΑΤΟ, επέφερε σχέσεις αμοιβαίας ασυμμέτρου εξαρτήσεως. Το θεσμικό ευρωαμερικανικό οικοδόμημα διευρύνεται, λόγω της οικονομικής αλληλεξαρτήσεως (η Ευρώπη αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό και επενδυτικό εταίρο των Η.Π.Α.). Η προσαρμογή του ΝΑΤΟ και η ταχεία οργανική σύνδεσή του με την θεσμική και επιχειρησιακή υλοποίηση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), καθώς και της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ), αποδεικνύουν το μεγάλο αμερικανικό ενδιαφέρον για την Ε.Ε., κατά την δεκαετία του 1990.

Η 9/11, υπήρξε καθοριστική για την αλλαγή μορφής των ευρωαμερικανικών σχέσεων. Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, προσέδωσε την ευκαιρία για αμερικανική στρατιωτική διείσδυση στην καρδιά της ασιατικής ηπειρωτικής μάζας και στα νότια σύνορα της Ρωσίας, περιορίζοντας έτσι τις στρατηγικές επιλογές δυνάμεων όπως η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία και μειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση των Η.Π.Α. από την γεωπολιτική θέση χωρών όπως η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία.

Ο ήδη ανισοβαρής, εις βάρος της Ευρώπης, συσχετισμός ισχύος, από τις αρχές του 1990 διευρύνεται διαρκώς. Ενώ οι Ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες έχουν συρρικνωθεί, από την 9/11, οι αντίστοιχες αμερικανικές έχουν κορυφωθεί. Η αυτόνομη δυνατότητα αναλήψεως και εκτελέσεως στρατιωτικών επιχειρήσεων ανά τον πλανήτη, αποτελεί βασικό συστατικό της στρατιωτικής δυνάμεως των Η.Π.Α., οι οποίες διαθέτουν τις πλέον τεχνολογικά προηγμένες, καλύτερα εκπαιδευμένες και πλέον ευέλικτες Ε.Δ., έχοντας συγχρόνως το προβάδισμα σε θέματα επιμελητείας, μεταφοράς προσωπικού και εφοδίων παγκοσμίως.

Οι Η.Π.Α. διαθέτουν την γεωοικονομική πρωτοκαθεδρία και τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην γνώση της πληροφορίας, στην παραγωγή και διάδοση νέων τεχνολογιών, στην επιχειρηματική διαχείριση, στην προώθηση του διεθνούς εμπορίου, στην δυναμική διαρθρωτική προσαρμογή και καινοτομία στην παραγωγικότητα.

Αμερικανικός Ηγεμονισμός και Εξισορρόπηση.

Παρά την αρχική ευρωπαϊκή συμπαράσταση, μετά την 11/9, η συνοχή της συμμαχίας εκλονίσθη από την απόφαση των Η.Π.Α. να επιτεθούν στο καθεστώς των Ταλιμπάν, στο Αφγανιστάν. Η μονομερής απόφαση εισβολής στο Ιράκ (άνοιξη 2003), αγνόησε την αντίθετη άποψη Γερμανίας, Γαλλίας, Ρωσίας, της πλειοψηφίας των κρατών μελών του ΟΗΕ και της παγκοσμίου κοινής γνώμης, προκαλώντας την σημαντικότερη κρίση στην ιστορία των διατλαντικών σχέσεων. Το δόγμα «ή μαζί μας ή εναντίον μας» εξελίχθηκε σε ιδεολογία του κατεστημένου της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής των Η.Π.Α., ενώ η προληπτική στρατιωτική δράση μετετράπη σε βασικό εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής. Το 2002 ο αναπληρωτής Υπουργός Αμύνης P. Wolfowits, δήλωνε ότι εις το εξής η αποστολή θα καθορίζει την συμμαχία και όχι η συμμαχία την αποστολή (πρόθεση αντικαταστάσεως παραδοσιακών συμμαχιών με «συνασπισμούς προθύμων»). Η υπό τον νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ Μ. Ομπάμα πρόθεση αλλαγής πολιτικής στην Κ. Ασία και τα επιχειρούμενα ανοίγματα προς την Ρωσία, Μ. Ανατολή, Λατινική Αμερική και Ιράν είναι πρόωρο να κριθούν ως προς την ουσία και την αποτελεσματικότητά τους.

Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, το ΝΑΤΟ εξασφάλιζε στις ΗΠΑ τον έλεγχο της Γερμανίας, την διατήρηση της Ρωσίας εκτός Ευρώπης και των ΗΠΑ εντός αυτής. Όλα δείχνουν ότι η πολιτική αυτή δεν έχει ουσιαστικά μεταβληθεί για την Ουάσινγκτον και σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται και η πρόσφατη επίθεση φιλίας του νέου αμερικανού Προέδρου Μ. Ομπάμα στην Τουρκία (μοναδική πύλη αμερικανικής ενεργειακής παρουσίας στην Ευρώπη και αμφισβητήσεως του ρωσικού ενεργειακού μονοπωλίου προς αυτήν). Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την χρησιμότητα της Τουρκίας για την αμερικανική πολιτική στην κεντρική Ασία και την Μ. Ανατολή ενδεχομένως επιφυλάσσει αναβαθμισμένο ρόλο της Άγκυρας στην περιοχή και ερμηνεύει την αμερικανική εμμονή για είσοδό της στην ΕΕ.

Παρά την τεράστια αλληλεξάρτηση μεταξύ Η.Π.Α. και Ευρώπης, στο πλαίσιο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η μονομερής στρατηγική αντίληψη για την διεθνή πολιτική της πρώτης, πιθανόν να οδηγήσει σε ποιοτικό επανακαθορισμό της διατλαντικής σχέσεως. Σε επίπεδο διεθνούς ισορροπίας, οι Η.Π.Α. δεν δύνανται να εμποδίσουν την σταδιακή δημιουργία νέας και πλέον συμμετρικής συστημικής ισορροπίας, δεδομένου ότι η πολιτική της συνεπάγεται υψηλότατο κόστος και ταυτόχρονα δημιουργεί αντιδράσεις και εξισορροπητικές τάσεις (π.χ. η διάχυση πλούτου και τεχνογνωσίας ωφελεί τους ανταγωνιστές οι οποίοι αναπτύσσονται οικονομικά δίχως να επιβαρύνονται με τεράστιες αμυντικές δαπάνες, ενώ ορισμένα κράτη θεωρούν ως μόνο τρόπο αποτροπής αμερικανικών στρατιωτικών επεμβάσεων, να καταστούν πυρηνικές δυνάμεις).

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ.

Τρέχουσες αδυναμίες της ΕΠΑΑ.

Η ΕΠΑΑ με τις Ευρωπαίκές Δυνάμεις Ταχείας Αντιδράσεως (ERRF), ως πυρήνα της, θα συμβάλει στην αυτόνομη διατήρηση της ασφάλειας στα σύνορα της Ευρώπης και θα συμπληρώνει τα ήδη ισχυρά διπλωματικά και οικονομικά μέσα της ΕΕ.

Τα μέχρι στιγμής πιθανά σενάρια για εμπλοκή της Ε.Ε. σε επιχειρήσεις είτε υποστηρίξεως της ειρήνης είτε αμύνης και ασφαλείας, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α. Μεγάλης κλίμακος επιχείρηση για υποστήριξη της ειρήνης.
β. Ανθρωπιστική επέμβαση υψηλής εντάσεως.
γ. Περιφερειακή προάσπιση στρατηγικών συμφερόντων της Ε.Ε..
δ. Πρόληψη επιθέσεως με όπλα μαζικής καταστροφής.
ε. Άμυνα της Ευρώπης από εξωτερική επίθεση (homeland defense).
Τα ανωτέρω σενάρια καθώς και οι πρόσφατες εμπειρίες της ευρωπαϊκής στρατιωτικής εμπλοκής κυρίως στα Βαλκάνια, κατέδειξαν σημαντικές αδυναμίες τις οποίες η ΕΠΑΑ θα πρέπει να αντιμετωπίσει και οι οποίες συνοψίζονται εις τα ακόλουθα:

α. ΥΛΙΚΟ: Υπάρχουν ελλείψεις στις στρατηγικές μεταφορές, σε πυρομαχικά μεγάλης εμβελείας/ παντός καιρού/ ακριβούς πλήγματος, στον ηλεκτρονικό πόλεμο, στην προβολή ισχύος, στο C4 ISΤΑR, στις στρατηγικές δορυφορικές πληροφορίες, στις επικοινωνίες και την προστασία δυνάμεως. Επιπλέον υπάρχουν κενά εις τον σχεδιασμό ενός ολοκληρωμένου και διαλειτουργικού δικτύου πληροφοριών διοικητικής μέριμνας, σε προγράμματα πολυεθνικών ασκήσεων, σε συστήματα προσομοιώσεως επιχειρήσεων, στην διαλειτουργικότητα τακτικών συστημάτων επικοινωνιών, στην εξελιγμένη αεράμυνα, στην έρευνα και διάσωση μάχης, στην άμυνα και προστασία από όπλα μαζικής καταστροφής (ΟΜΚ), καθώς και προστασία από σύγχρονες θαλάσσιες νάρκες και τορπίλες.
β. ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ: Η Ε.Ε. δαπανά πολύ λιγότερα χρήματα από τις Η.Π.Α. για την άμυνά της, δίχως το γεγονός αυτό να αλλάζει στο ορατό μέλλον, με αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη την κάλυψη του χάσματος στρατιωτικών δυνατοτήτων μεταξύ Ε.Ε. και Η.Π.Α. και μη αναστρέψιμη την ανισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων. Επιπλέον δεν υπάρχει ενιαία αμυντική πολιτική, ενιαίος αμυντικός σχεδιασμός και εξομοίωση αμυντικών δομών. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα προβλήματα που θέτει η διαδικασία διευρύνσεως, καθώς και η ενδυνάμωση του κοινωνικού προσώπου της Ε.Ε.. Το γεγονός ότι οι Ευρωπαϊκές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη φθάνουν το πολύ στο 25% των αντιστοίχων αμερικανικών και με δεδομένο τις χαμηλότερες αμυντικές δαπάνες (60% των Η.Π.Α.) προερχόμενες από αριθμό προϋπολογισμών όσων και τα μέλη (μη συντονισμός, διαφορετικές προτεραιότητες), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες που επιτυγχάνονται είναι δυσανάλογα κατώτερες των δαπανουμένων ποσών.
γ. ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ: Πρόκειται για μείζονα δυσχέρεια, αφορώσα στον τρόπο με τον οποίο η ποικιλία των εθνικών δυνάμεων οι οποίες απαρτίζουν τις ERRF, θα συνεργάζεται. Θα πρέπει να αναπτυχθούν κατάλληλοι μηχανισμοί κοινής εκπαιδεύσεως, επιλογής και αναπτύξεως των δυνάμεων, καθώς και εθισμού αυτών σε κοινές μεθόδους, διαδικασίες και τυποποιήσεις.
δ. Η.Π.Α. και ΝΑΤΟ: Είναι απαραίτητη η επίλυση των διαφορών μεταξύ Η.Π.Α. και Ε.Ε., ως προς την ανάπτυξη της ΕΠΑΑ. Όπως έχει ήδη προαναφερθεί, οι Η.Π.Α. επιθυμούν και υποστηρίζουν την ενίσχυση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνατοτήτων αλλά όχι και την δημιουργία νέων θεσμών και μάλιστα αυτονόμων σε θέματα πρωτοβουλιών και λήψεως αποφάσεων.
ε. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΔΡΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ERRF: Τα γεωγραφικά όρια δράσεως των ERRF σχετίζονται άμεσα με τις δυνατότητες τις οποίες θα πρέπει να αναπτύξουν και τις προτεραιότητες αυτών. Βάσει των ενδείξεων, το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στην περιοχή της Μεσογείου, της Μ. Ανατολής και στα δυτικά μέρη της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.. Ενδεχομένως όμως οι ERRF να αναλαμβάνουν επιχειρήσεις παγκοσμίως κατ’ εντολή των Η.Ε. ή στα πλαίσια άλλων συμμαχιών (μικρές πιθανότητες επί του παρόντος). Είναι επίσης χαμηλής πιθανότητος η ανάληψη αυτόνομης ευρωπαϊκής επιχειρήσεως πλησίον των ρωσικών συνόρων.


στ. ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ: Η διεύρυνση της Ε.Ε. , έφερε μακρινά, έως τώρα, τοπικά προβλήματα κοντά στα σύνορά της. Εξ άλλου το πλήθος πλέον των κρατών μελών καθιστά δυσχερή την διαδικασία λήψεως αποφάσεων κατά τους χειρισμούς κρίσεων.
ζ. ΤΑ «ΟΥΔΕΤΕΡΑ» ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΚΡΑΤΗ: Κράτη όπως η Σουηδία, Φινλανδία, Αυστρία, Ιρλανδία και Μάλτα, έχουν αναπτύξει ιδιαίτερη κουλτούρα και προσφέρουν συμμετοχή μόνο σε επιχειρήσεις ανθρωπιστικού και ειρηνευτικού χαρακτήρος. Η στάση των κρατών αυτών πιθανόν να επιφέρει περαιτέρω δυσχέρειες στην πραγματοποίηση της ΕΠΑΑ, κυρίως κατά την διαδικασία λήψεως αποφάσεως για την ανάληψη στρατιωτικής δράσεως.


η. ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ: Επί του παρόντος δεν υπάρχει σαφής, αναλυτική και ακριβής στρατηγική, επί της οποίας να δύναται να βασισθούν αποφάσεις/κατευθύνσεις και να συντονίζονται αποτελεσματικά οι στρατιωτικές πτυχές της ΚΕΠΠΑ και της ΕΠΑΑ. Η υφισταμένη πρόδος στον τομέα αυτό αναλύεται κατωτέρω.
θ. ΕΛΛΕΙΨΗ ΗΓΕΣΙΑΣ: Ηγεσία απαιτείται στο πολιτικό επίπεδο, στο θεσμικό επίπεδο της ΚΕΠΠΑ και της ΕΠΑΑ, καθώς και στο πρακτικό επίπεδο διαχειρίσεως της ευρωπαϊκής πολιτικής στο στρατιωτικό επίπεδο. Δίχως ηγεσία στα εν λόγω επίπεδα είναι δύσκολο να αποφασισθεί εγκαίρως κατά πόσο υφίσταται κρίση, η κλίμακα αυτής και η προτεινομένη αντίδραση, να γίνουν αμυντικές μεταρυθμίσεις και αυξήσεις αμυντικών δαπανών, καθώς και να πεισθεί η κοινή γνώμη για την σκοπιμότητα της ΕΠΑΑ.


Προοπτικές της ΕΠΑΑ.

Η διεύρυνση της ΕΕ δυσχεραίνει την προσπάθεια χαράξεως κοινής εξωτερικής πολιτικής σε μελλοντικές κρίσεις και μεγάλα προβλήματα. Οι διαφορές μεταξύ των μελών κρατών εντοπίζονται κυρίως στα διαφορετικά μεγέθη αυτών, την κατάσταση των ενόπλων τους δυνάμεων, διαφορετικά ήθη ως προς την χρήση ισχύος, διαφορές απόψεων ως προς την ΚΕΠΠΑ, διαφορετική αντίληψη εκτιμήσεως των απειλών, διαφορά στον βαθμό πολιτικής βουλήσεως προς δράση στα πλαίσια της ΕΠΑΑ, διαφορά στον βαθμό αποδοχής απωλειών, διαφορά αντιλήψεων ως προς τον βαθμό εξαρτήσεως από την Ατλαντική Συμμαχία κ.λ.π.. Είναι σαφής η απαίτηση θεσμικών μεταρρυθμίσεων, ενώ κερδίζουν έδαφος ιδέες περί μίας Ευρώπης ομοκέντρων κύκλων (αρχική δημιουργία μικρής «εσωτερικής ενώσεως» ορισμένων μόνο μελών και ενός ευρυτέρου κύκλου μελών αποτελούντων μία τεράστια κοινή αγορά).
.
Τα κράτη μέλη της Ε.Ε. καλύπτουν το 45% του προϋπολογισμού του ΟΗΕ και αποτελούν τον σημαντικότερο χορηγό οικονομικής αναπτυξιακής βοηθείας παγκοσμίως. Δυνάμεις της Ε.Ε. είναι παρούσες σε ολόκληρο τον κόσμο (άνω των 100.000 στρατιωτών) αν και με εξαρτημένη ανάπτυξη, μεταφορά, διοικητική υποστήριξη και πληροφορίες. Η έννοια της ευρωπαϊκής «αυτονομίας», επί του παρόντος, εμπεριέχει σε σημαντικό βαθμό την στρατιωτική επικάλυψη του ΝΑΤΟ (διαχωριζόμενες αλλά όχι διαχωρισμένες δυνάμεις). Εάν το ΝΑΤΟ (ή οι Η.Π.Α.) δεν συμμετέχει, η Ε.Ε. θα πρέπει να διατηρεί αξιόπιστη δυνατότητα αναπτύξεως δυνάμεων, διατηρήσεως δικών της βασικών υποδομών και στρατηγικών μεταφορών, καθώς και ενιαία διοίκηση.

H ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ.

Παρά τα μειονεκτήματά του, το κείμενο περί της ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας, το οποίο υιοθετήθηκε τον Δεκέμβριο του 2003, αποτελεί σημαντική εξέλιξη. Βάσει της εκτιμήσεως της απειλής, η εν λόγω έκθεση καθορίζει τους ακόλουθους στρατηγικούς στόχους:

α. Επέκταση της ζώνης ασφαλείας και ευημερίας, περί την Ευρώπη.
β. Ενίσχυση των διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών, με έμφαση στον ΟΗΕ και τον ειδικό ρόλο της Ε.Ε. σε θέματα εμπορίου και αναπτύξεως.
γ. Αντιμετώπιση απειλών (καταγράφεται η συμβολή της Ε.Ε. στην διαχείριση διεθνών κρίσεων).
Η έκθεση καταλήγει σε σειρά γενικών προτάσεων, τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας «στρατηγικής κουλτούρας» για έγκαιρη, ταχεία και δυναμική (εάν απαιτείται), ανταπόκριση σε διάφορες κρίσεις. Σημαντική είναι η ιδέα δημιουργίας Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ενώ η πρόταση για κοινή διπλωματική εκπροσώπηση και θεσμοθέτηση της Ευρωπαϊκής Διπλωματικής Υπηρεσίας, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Προτείνεται η ενίσχυση της στρατηγικής εταιρικής σχέσεως με την Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία, Καναδά, αλλά και η συνεχιζόμενη έμφαση στον διατλαντικό δεσμό και η βελτίωση της συνεργασίας με τις Η.Π.Α.. Ως προς τα ΟΜΚ, η έκθεση τονίζει την χρήση πολιτικών και οικονομικών πιέσεων, την απαγόρευση εξαγωγής υλικών και τεχνολογιών διττής χρήσεως, καθώς και την επίλυση των πολιτικών ζητημάτων τα οποία προκαλούν το πρόβλημα. Εις το θέμα της τρομοκρατίας, προσεγγίζοντας τις αμερικανικές θέσεις, στις επιλογές περιλαμβάνεται η χρήση ισχύος σε συνδυασμό με άλλα μέσα. Τέλος προτείνεται η διεύρυνση των δραστηριοτήτων πέραν των αποστολών τύπου Πέτερσμπεργκ, με πιθανή προσθήκη επιχειρήσεων αφοπλισμού, αντιτρομοκρατίας και μεταρρυθμίσεως των θεσμών ασφαλείας.

Το κείμενο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας, δεν παρέχει σαφείς οδηγίες και κατευθύνσεις επιχειρησιακής μορφής και δεν προσδιορίζει γεωγραφικώς με ακρίβεια τις απειλές και τον τρόπο αντιμετωπίσεώς των, καθώς και τον περιφερειακό ρόλο της Ε.Ε.. Πρόκειται για ένα γενικό κείμενο βασισμένο σε «συμβιβαστική» φιλοσοφία, το οποίο χρήζει περαιτέρω αναπτύξεως και επεξεργασίας.

ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΑ.

Εις το μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον, το επίκεντρο της διεθνούς ασφαλείας έχει μεταφερθεί από την κεντρική Ευρώπη και την σύγκρουση Ανατολής – Δύσεως, στην περίμετρο της Ευρωπαϊκής ηπείρου και ειδικότερα στην ανατολική Μεσόγειο και την Μ. Ανατολή. Η χώρα μας ευρίσκεται στο κρίσιμο σημείο καταλήξεως σημαντικών ευρωπαϊκών μεταφορικών οδών και ενεργειακών δικτύων από και πρός την Μεσόγειο. Η στρατηγική αυτή θέση της Ελλάδος σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή και την ατλαντική της ιδιότητα, την καθιστά σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα περιφερειακής ασφαλείας, στις στρατηγικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης.

Η χώρα μας υποστηρίζει την «ομοσπονδιακή ευρωπαϊκή προσέγγιση», με βασικό σκοπό την άμβλυνση του ελληνικού «αμυντικού προβλήματος» και αυτό ερμηνεύει το γεγονός ότι, σε αντίθεση με άλλα κράτη, δεν την απασχόλησε σημαντικά το θέμα της τυχόν παραχωρήσεως κυριαρχικών δικαιωμάτων, προ της υπογραφής της συνθήκης του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Δεκέμβριος 1991). Εις τα πλαίσια της εν λόγω συνθήκης, η Ελλάς εισήλθε στην ΔΕΕ. Εν τούτοις τον Ιούνιο του 1992, το Συμβούλιο της ΔΕΕ (κατόπιν εμμονής Μ. Βρετανίας και Ολλανδίας), υιοθέτησε δήλωση με την οποία τα κράτη μέλη, δεν θα ηδύναντο να επικαλεσθούν τις «αμυντικές εγγυήσεις και δεσμεύσεις» που απορρέουν από την ΔΕΕ ή το ΝΑΤΟ για συγκρούσεις στις οποίες εμπλέκονται τα μέλη της ΔΕΕ ή του ΝΑΤΟ. Η εν λόγω δήλωση, η οποία αδρανοποιούσε την ρύθμιση του άρθρου 5 για την «αμοιβαία συνδρομή» σε ενδεχόμενο συγκρούσεως Ελλάδος –Τουρκίας, απετέλεσε προϋπόθεση για την είσοδο νέων χωρών (άρα και της Ελλάδος). Τα ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ εκλήθησαν να γίνουν συνδεδεμένα μέλη της ΔΕΕ (π.χ. Τουρκία).

Ο ρόλος του ελληνισμού κατά τον 21ο αιώνα, συνδέεται με το το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης, με την οποία από το 1982, η χώρα μας έχει συνδέσει τις τύχες της και συνεπώς εξαρτάται σημαντικά από τα ζητήματα παγκοσμίου ισορροπίας και κυρίως από την σχέση Ε.Ε. - Η.Π.Α.- Ρωσίας. Η πολιτική της ελληνοτουρκικής φιλίας, συμβαδίζει με την αντίληψη της Ατλαντικής Δύσεως (Η.Π.Α.- ΝΑΤΟ), περί της γεωστρατηγικής ενότητος του χώρου που καλύπτουν η Ελλάς και η Τουρκία, με επίκεντρο το Αιγαίο. Τα κράτη μέλη της Ε.Ε. δεν έχουν παραχωρήσει ακόμη τον σκληρό πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας τους που αφορά την ΚΕΠΠΑ. Με το δεδομένο αυτό, η χώρα μας θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να λαμβάνει υπ’ όψιν ότι επί του παρόντος, η ευθύνη της άμυνας του εθνικού εδάφους των μελών της ενώσεως, ανήκει κατά κύριο λόγο στα ίδια τα κράτη και όχι στην κοινή άμυνα της Ε.Ε..

Βάσει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η Άγκυρα διαχρονικά δεν αποκλίνει των αναθεωρητικών της διεκδικήσεων (τυχόν είσοδός της στην ΕΕ αναμένεται ότι ενδεχομένως να μεταβάλει την στρατηγική αλλά όχι τον πολιτικό αναθεωρητικό σκοπό της), ενώ παράλληλα διευρύνεται διαρκώς η διαφορά ισχύος μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος, υπέρ της πρώτης, σε ότι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η επιδίωξη από την Αθήνα μίας ταχείας, εφ’ όλης της ύλης επιλύσεως των «διαφορών» στο Αιγαίο και την Κύπρο (όσο δηλαδή η Τουρκία προσπαθεί να ενταχθεί στην Ε.Ε.), με «έντιμο συμβιβασμό», ενδεχομένως να οδηγούσε σε σημαντικές παραχωρήσεις προς την Άγκυρα. Η εναλλακτική λύση της μακροπρόθεσμης αναμονής καταλλήλων προϋποθέσεων, μέσω των ευρωτουρκικών σχέσεων, για ελληνοτουρκική συμφωνία, βάσει αμοιβαιότητος και της διεθνούς νομιμότητος, εμπεριέχει υψηλό ποσοστό επικινδυνότητος εάν σταθμιστούν η μέχρι στιγμής συμπεριφορά της Τουρκίας, η ευνοϊκή γι’ αυτήν μελλοντική αύξηση της διαφοράς ισχύος, η ισχύουσα αυτοβοήθεια των κρατών μελών της ΕΕ προκειμένου για άμυνα εθνικού χώρου, καθώς και η μέχρι στιγμής Ατλαντική στάση στα εθνικά μας θέματα. Αμφότερες οι εν λόγω προσεγγίσεις κρίνεται ότι θα οδηγούσαν σε δυσμενείς λύσεις για τα εθνικά μας συμφέροντα, αφού μεταξύ άλλων θα εβασίζοντο και στις συμφωνίες της Μαδρίτης του 1997 και του Ελσίνκι το 1999 (με την πρώτη αναγνωρίσθηκαν ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, τα οποία από το Ελσίνκι και εντεύθεν κατεγράφησαν ως «συνοριακές διαφορές»).

Εφ’ όσον σύμφωνα με όλα τα μέχρι στιγμής στοιχεία η Τουρκία εμμένει, υφ’ οιεσδήποτε συνθήκες στην ανατροπή του status quo, ως μοναδική λύση απομένει η ανάσχεση και η εθνική, διεθνής και προεκτεινομένη αποτροπή (σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται η νόμιμη άμυνα, το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδος – Κύπρου και η αξιοποίηση συμμαχιών και διεθνών οργανισμών). Για την επιλογή αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος, δεδομένου ότι οι σχέσεις με την Τουρκία θα επανέλθουν στο διμερές συγκρουσιακό επίπεδο και μάλλον δίχως την υποστήριξη των Η.Π.Α.. Κρίνεται ότι παρά την φαινομενική επικινδυνότητά της, η επιλογή αυτή είναι η πλέον ρεαλιστική, δεδομένου ότι η ουσιαστική αποτροπή δεν οδηγεί απαραιτήτως στην κλιμάκωση της εντάσεως και στην σύγκρουση. Αντιθέτως η αύξηση του κόστους της τουρκικής επιθετικότητος, διασφαλίζει αν όχι ειρηνικές τουλάχιστον σταθερές σχέσεις με την Τουρκία, δίχως να διακυβεύονται εθνικά συμφέροντα, όπως συμβαίνει συνήθως με πολιτικές κατευνασμού οι οποίες ενθαρρύνουν (ή αποθρασύνουν) τον ισχυρό να εφαρμόζει στρατηγικές πειθαναγκασμού. Επιπλέον έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι σε περιοχές προστριβών μεταξύ γειτονικών συμμαχικών κρατών, οι εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις, προωθούσες τα δικά τους ζωτικά ή περιφερειακά εθνικά συμφέροντα, πιέζουν την πλέον αδύνατη πλευρά, παρερμηνεύοντας το διεθνές δίκαιο κατά το δοκούν. Η προτεινόμενη ουσιαστική αποτρεπτική Υψηλή Στρατηγική, δεν θα πρέπει να είναι αδιάλλακτη, λόγω του διαρκούς κινδύνου κλιμακώσεως της εντάσεως αλλά σταθερή και εύκαμτη (δυνατές οι αμοιβαίες υποχωρήσεις με όρους εθνικού συμφέροντος).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ.

Η ευρωατλαντική σχέση παραμένει ισχυρή και δεν διαφαίνεται ρήξη για το ορατό μέλλον. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ενδεχόμενος ένας ποιοτικός επανακαθορισμός της σχέσεως αυτής.

Παρά την τρέχουσα ηγεμονική παρουσία των Η.Π.Α., το διεθνές σύστημα τελεί υπό μετάβαση, με πιθανότερη εξέλιξή του σε πολυπολικό. Πέραν των προβλημάτων τα οποία προκαλεί η μεταβατική αυτή περίοδος, παρουσιάζονται και νέα σημαντικά προβλήματα όπως η επικείμενη μείωση των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων, το περιβάλλον, τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποιήσεως και η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση, το δημογραφικό κ.λ.π., τα οποία προσδίδουν νέα σύνθετη και απρόβλεπτη δυναμική στις σχέσεις των διεθνών δρώντων.

Βασικό ρόλο για το μέλλον της ΚΕΠΠΑ και της ΕΠΑΑ θα διαδραματίσει η πολιτική βούληση των κρατών μελών για τερματισμό της τρέχουσας ρευστότητος και η σαφής απάντηση σε σειρά διλημμάτων όπως «κατά περίπτωση συμμαχία κρατών με πρόταξη του εθνικού συμφέροντος (βέτο) ή η υπερεθνική ΕΕ με πρόταξη του ευρωπαϊκού συμφέροντος;», «εξάρτηση από ατλαντικές δομές ή αυτονομία;», «εφαρμογή μόνο ήπιας ισχύος ή και στρατιωτικής ισχύος για εκπλήρωση των στόχων;», «υποστήριξη πολυπολικού ή μονοπολικού διεθνούς συστήματος;», «ποιά είναι τα όρια της Ευρώπης;», «διαμόρφωση μελλοντικής ΕΠΑΑ βάσει παζαρέματος επί μέρους εθνικών συμφερόντων ή βάσει ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού οράματος;». Οι βασικές επιλογές της ΕΕ φαίνεται να είναι οι ακόλουθες:

α. Διατήρηση του ισχύοντος καθεστώτος ΚΕΠΠΑ και ΕΠΑΑ, με καταλυτικό ρόλο του ΝΑΤΟ και των Η.Π.Α. στην Ευρώπη. Στην περίπτωση αυτή η Ευρώπη θα αποφύγη ενδεχόμενες εσωτερικές προστριβές και πιθανή προσπάθεια καλύψεως του κενού ισχύος από άλλες δυνάμεις. Επιπλέον θα διατηρήσει τις αμυντικές της δαπάνες σε χαμηλά επίπεδα προκειμένου να εστιασθεί σε άλλους τομείς. Βασικό, εν τούτοις μειονέκτημα της περιπτώσεως αυτής θα είναι η παραδοχή ότι σε κάθε περίπτωση τα εκάστοτε αμερικανικά συμφέροντα ταυτίζονται με τα ευρωπαϊκά και μάλιστα σε μία περίοδο κατά την οποία οι Η.Π.Α. αποδίδουν όλο και λιγότερη σημασία σε διεθνείς θεσμούς και συμμαχίες. Παράλληλα η Ε.Ε. θα πρέπει να αποδεχθεί ότι δεν θα έχει αυτόνομο ρόλο στο μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον με ότι αυτό συνεπάγεται για τα καθ’ εαυτής συμφέροντά της.
β. Ταχεία ανάπτυξη αυτονόμων ΚΕΠΠΑ και ΕΠΑΑ και αναθεώρηση της διατλαντικής σχέσεως σε βάσεις ισοτιμίας. Η περίπτωση αυτή δεν φαίνεται εφικτή, καθ’ όσον απαιτεί πολιτική βούληση τουλάχιστον των μεγαλυτέρων ευρωπαϊκών κρατών και συνεπάγεται τεράστιο κόστος το οποίο η Ε.Ε. δεν δύναται να καταβάλει σε σύντομο χρονικό διάστημα (ειδικότερα υπό τις τρέχουσες οικονομικές συγκυρίες), ενώ παράλληλα θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ο βαθμός αντιδράσεως των Η.Π.Α..
γ. Σταδιακή προσπάθεια αναπτύξεως των ΚΕΠΠΑ και ΕΠΑΑ, με μακροπρόθεσμο στόχο την επίτευξη της ευρωπαϊκής αυτονομίας και σταδιακή αναθεώρηση των διατλαντικών σχέσεων με τελικό σκοπό την ισότιμη σχέση. Η περίπτωση αυτή φαίνεται ως η πλέον εφικτή αλλά παρουσιάζει το ρίσκο του χρονικού καθορισμού της επιτεύξεως του σκοπού, σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον του οποίου οι εξελίξεις είναι δραστικές και απρόβλεπτες χρονικά.
Με το βλέμμα στραμμένο στο υπό διαμόρφωση νέο και ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, η Ευρώπη θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο η τρέχουσα διακυβερνητική μορφή της, με προεξάρχοντα τα ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα των κρατών μελών, επαρκεί για την εξασφάλιση των θεμελιωδών συμφερόντων της ( π.χ. επιβιώσεως, ευημερίας, αυτονομίας κ.λ.π.). Σε αρνητική περίπτωση θα πρέπει σύντομα να καθορίσει και αναπτύξει τις βασικές αρχές του ευρωπαϊκού συμφέροντος, της ευρωπαϊκής κουλτούρας και να λάβει εγκαίρως ρεαλιστικές αποφάσεις, υπερβαίνουσες κατά περίπτωση ορισμένα ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα των κρατών που την αποτελούν αλλά και σεβόμενες την διαφορετικότητα των λαών της, μέσω θεσμικών διαδικασιών κοινής αποδοχής. Πέραν της εξασφαλίσεως των ζωτικών της συμφερόντων στο δυναμικά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, η ΕΕ, ως φορέας των κεκτημένων του δυτικού πολιτισμού (τα οποία εν πολλοίς βασίζονται στην αρχαία ελληνική σκέψη), έχει την υποχρέωση να είναι έτοιμη εάν μελλοντικά η στιγμή το καλέσει (π.χ. μελλοντική υποχώρηση των ΗΠΑ στην διεθνή σκηνή), να αναλάβει την διάσωση και διατήρησή τους.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρβανιτόπουλος Κ. – Ήφαιστος Π. « Ευρωατλαντικές Σχέσεις». Έτος 2000. Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ.

Ιωακειμίδης Π.Κ. «Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση. Θεωρία – Διαπραγμάτευση – Θεσμοί και Πολιτικές». Β’ Έκδοση. Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.

Ξενάκης Δ. Κ. – Τσινισιζέλης Μ. Ι. (Επιμέλεια) «Παγκόσμια Ευρώπη; Οι Διεθνείς Διαστάσεις της Ε.Ε.». Εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.

Τσινισιζέλης Μ. Ι. «Νέα Ευρωπαϊκή Ένωση». Επιμέλεια Ν. Μαραβέγιας. Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.

Τζανέτος Γ. «Η Ευρωπαϊκή Διάσταση των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων στι Αιγαίο και η Γεωπολιτική Στρατηγική της Δύσης». Εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.

Smith K. E. “European Union Foreign Policy in a Changing World”. Eκδ. POLITY.

ΑΡΘΡΑ


Ellner A. “The European Security Strategy: Multilateral Security with Teeth?”. Defense and Security Analysis 21:3, 223 – 242. On line publ. date 01 Sept. 2005.

Keane R. “European Security and Defense Policy: From Cologne to Sarajevo”. Global Society 19:1, 89 – 103. On line publ. date 01 – January 2005.

Menon A. “From Cricis to Catharsis: ESDP after Iraq”. International Affair 80, 4 (2004) 631 – 648.

Posen B. “European Union Security and Defense Policy: Response to Unipolarity?” Security Studies 15:2, 149 – 186. On line publ. Date 01 July 2006.

Reynolds C. “Military Capability Development in the ESDP: Towards Effective Governance?”. Contemporary Security Policy, Vol. 28, No 2 (August 2007), pp. 357 – 383.

Shepherd A. J. K. “The European Union’s Security and Defense Policy: A Policy Without Substance?”. European Security 12:1, 39 – 63. On line publ. 01 March 2003.

Wexler S. C. “Integration Under Anarchy: Neorealism and the European Union”. European Journal of International Relations 2006; 12; 397.

Από περιοδικο "Προβληματισμοί" ΕΛΕΣΜΕ τ52
Press to Continue.......

ΠΡΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΝΑΤΟ-2009

Του Αντιστρατήγου ε.α. Δ. Λακαφώση
Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Στρασβούργο, στις 3-4 Απριλίου 2009, αποφασίστηκε η αναθεώρηση της μέχρι τώρα, στρατηγικής του ΝΑΤΟ. Αμέσως, λοιπόν, προβάλλει το ερώτημα, μέχρι που μπορεί να ορισθούν τα όρια της στρατηγικής επιρροής και ποία κράτη μπορούν να συμπεριληφθούν στη συλλογική άμυνα του ΝΑΤΟ.
Ασφαλώς το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να γίνει παγκόσμιος χωροφύλακας και διεθνής μηχανισμός υπεύθυνος για την ασφάλεια όλου του κόσμου. Το ΝΑΤΟ των 28 κρατών-μελών (Κ-Μ) σήμερα έχει τα φυσιολογικά του υπερατλαντικά όρια. Εγγυάται τώρα την ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά και μπορεί να παρέχει ασφάλεια και εκτός περιοχής και να σταθεροποιεί περιοχές απ΄όπου απειλούνται τα Κ-Μ, πάντα υπό τα ΗΕ.

Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι είναι δυνατό να υπάρξει Κ-Μ σε όλο τον κόσμο. Το ΝΑΤΟ, δε, μπορεί να παρέχει τα πλεονεκτήματά του και προς χώρες μη Κ-Μ μέσω συνεργασίας «συμμάχων επιθυμούντων» και σύμπραξης PFP.

Nέος Προσανατολισμός του ΝΑΤΟ
Το ΝΑΤΟ πρέπει να δημιουργεί νέες συμμαχίες και να έχει σαφείς σχέσεις με τους διεθνείς οργανισμούς των ΗΕ, ΕΕ, ΟΑΣΕ, Αφρικανικής Ένωσης και ακόμη με τον Αραβικό Σύνδεσμο. Καμία χώρα πλέον δεν μπορεί να επιλύσει μόνη της τα παγκόσμια προβλήματα. Επίσης, να αποκλείονται υποθετικά σενάρια για πολέμους παλαιότερης εποχής, με την Κίνα και τη Ρωσία. Αντίθετα, να επιδιώκεται στενότερη συνεργασία του ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα με τη Ρωσία.
Για το νέο προσανατολισμό δεν απαιτούνται περισσότερος εξοπλισμός και δυνάμεις. Αλλά, καλύτερη αξιοποίηση των μέσων με τη σύγχρονη πολεμική τεχνολογία και με χειριστές νέων αντιλήψεων.

Οι προς αντιμετώπιση Προκλήσεις- Ανησυχίες. Διεθνής Απειλή : Σήμερα η υπό το ΝΑΤΟ διεθνής δύναμη ασφαλείας και βοήθειας στο Αφγανιστάν (ISAF) διεξάγει διεθνή αντιτρομοκρατικό αγώνα. Εμπλέκεται περισσότερο σε αποστολές επιβολής της ειρήνης και ανοικοδόμησης παρά στον πόλεμο.

Περιφερειακές Εντάσεις : Το ΝΑΤΟ μπορεί να επιβάλει ή να διατηρήσει την ειρήνη που απειλείται από διενέξεις-συγκρούσεις μεταξύ μικρών γειτονικών κρατών και κυβερνήσεων με αντάρτες και τρομοκράτες. Να υποστηρίζει ανθρωπιστικές βοήθειες προς τους εκτοπισθέντες και να συμμετέχει στην υγειονομική τους υποστήριξη.

Διάδοση Πυρηνικών Όπλων (Π.Ο.) : Με συλλογική συμμετοχή εμπείρων της πολεμικής τεχνολογίας των Κ-Μ του ΝΑΤΟ στην επιχειρούμενη και συνεχώς εντεινόμενη προληπτική διεθνή προσπάθεια, το ΝΑΤΟ μπορεί να συνδράμει πλέον ενεργητικά στη μη διάδοση των Π.Ο και στον καλύτερο έλεγχο διακίνησης πυρηνικού υλικού.

Πειρατεία Πλοίων : Το ΝΑΤΟ συμμετέχει στον αντιπειρατικό αγώνα ανοικτά της Σομαλίας, όπου πειρατές μεταφορικών πλοίων θέτουν σε κίνδυνο ζωτικές παγκόσμιες θαλάσσιες συγκοινωνίες.

Διαδικτυακή Απειλή στον Κυβερνοχώρο (Cyber Threat) : H Nατοϊκή Στρατιωτική Στρατηγική άρχισε να αφυπνίζεται από τις επιθέσεις στο διεθνές διαδίκτυο και μάλιστα μετά από το ταυτόχρονο πρόσφατο «μπλοκάρισμα» 1295 ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε ζωτικούς κυβερνητικούς χώρους, σε όλο τον κόσμο. Τρομοκράτες-hackers στοχεύουν μέσω του διαδικτύου να παραλύσουν την οικονομική ζωή, να συλλέξουν πληροφορίες και να επιφέρουν σύγχυση και αδράνεια σε σχέδια και επιχειρήσεις, αφού όλα αυτά εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από το διεθνές διαδίκτυο. Πρόσφατα, hackers παρεμβάλλονται στο διαδίκτυο της Ν.Κορέας και των εκεί αμερικανικών βάσεων, περιοχή όπου η Β.Κορέα προκαλεί σήμερα ανησυχίες.

Ενεργειακή Ασφάλεια : Το ΝΑΤΟ μπορεί να εξασφαλίσει απρόσκοπτες προσβάσεις σε πηγές ενέργειας και τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Κοινωνικοπολιτικές Εκρήξεις : Δεν αποκλείονται και ανησυχίες από διάφορες κοινωνικοπολιτικές εκρήξεις (βαθειά οικονομική κρίση – ανεπιθύμητες προκλητικές απώλειες αθώων πολιτών από χειρουργικά, στρατιωτικά κτυπήματα, όπως αυτά στο Αφγανιστάν και Παλιστάν).

Διακίνηση Ναρκωτικών : Οι Νατοϊκές Δυνάμεις στο Αφγανιστάν υποβοηθούν στην καταπολέμηση των ναρκωτικών με επιχειρήσεις που απαγορεύουν τους Taliban να εξασφαλίζουν σε λαθρεμπόρους ελεύθερους διαδρόμους, διακίνησης οπίου, από τους οποίους λαθρεμπόρους οι Taliban ζητούν χρήματα για όπλα κατά της αφγανικής κυβέρνησης και των ξένων στρατευμάτων. Το ΝΑΤΟ δεν εμπλέκεται στο ξερίζωμα του οπίου, όταν μάλιστα δεν υπάρχει σχέση με τους Taliban. Άλλοι είναι υπεύθυνοι για εναλλακτικές καλλιέργειες των φτωχών Αφανών αγροτών.

Συμπερασματικά, το ΝΑΤΟ επιχειρεί να γίνει λιγότερο αντιδραστικό και περισσότερο προληπτικό, λιγότερο δύσκαμπτο και περισσότερο εύκαμπτο ως και λιγότερο στατικό και περισσότερο εκστρατευτικό. Σήμερα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δύο (2) αποστολές. : «αμυντικό ρόλο» για την ασφάλεια της Ευρώπης και «επιθετικό ρόλο» για την εκτός περιοχή του. Ποιος όμως ρόλος είναι επικρατέστερος; Τούτο εξαρτάται. Η απάντηση πάντως είναι δύσκολη προς το παρόν.

ΑΠό περιοδικό "Προβληματισμοι" ΕΛΕΣΜΕ τ53



Press to Continue.......

Monday, 28 September 2009

H διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων

της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, Φιλολόγου-Ιστορικού, ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας
Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα κάποιους αρχαίους Έλληνες όπως τον... Ηρόδοτο, τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη, σίγουρα θα τους τρομάζαμε με τον πλούτο και την ποικιλία των εδεσμάτων που θα τους προσφέραμε. Εξαιτίας του ότι δεκάδες από τις σημερινές τροφές ήταν εντελώς άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες, όπως η πατάτα λ.χ. από τα βασικότερα είδη της σημερινής διατροφής έγινε γνωστή στους Ευρωπαίους το 1530 και οι Έλληνες γεύτηκαν τη νοστιμιά της 300 χρόνια αργότερα, το 1832.

Άγνωστα επίσης ήταν στους προγόνους μας και γενικά στους Μεσογειακούς λαούς, το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες και τα ζαρζαβατικά (μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες) τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, το κακάο και διάφορα μπαχαρικά, τα ποικίλα ποτά, ακόμη και το ούζο- αφού φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης- τα ζυμαρικά, και ένα πλήθος από διάφορα αγαθά, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές μας.

Αλλά, παρ’ όλες τις ελλείψεις τόσων βασικών αγαθών, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν καλοφαγάδες.

Στα συμπόσιά τους τα τραπέζια ήταν βαρυφορτωμένα και το κρασί έρεε άφθονο.

Σ’ ένα πλούσιο δείπνο (περίπου τον 5ο π.Χ. αιώνα) μπορούσε κανείς να δει τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, «αίθοπα οίνο» από τη Χίο και τη Λέσβο, θαλασσινά από τις πλούσιες ακτές της Εύβοιας, δαμάσκηνα από τη Δαμασκό της Συρίας, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, φάβα ή ζωμό από μπιζέλια, τηγανίτες βουτηγμένες στο λάδι και γαρνιρισμένες με μέλι, τυρί αλογίσιο, που έτρωγαν μόνο οι «πολεμοχαρείς», βραστούς βολβούς, ραπάνια για να φεύγει το μεθύσι και βέβαια τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα «νωγαλεύματα».

Όλα αυτά τα εδέσματα της Αρχαίας Ελλάδας και ο «τρόπος» διατροφής των αρχαίων Ελλήνων προσελκύουν αρκετούς ανθρώπους της εποχής μας να αναζητούν λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.



Λιτοδίαιτοι και Καλοφαγάδες.

Αν και υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που στα συμπόσιά τους και γενικότερα η τροφή τους αποτελούνταν από ποικίλα εδέσματα, η Αθήνα και γενικότερα η Αρχαία Ελλάδα αντιμετώπιζε πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα: την φτώχεια, η οποία είχε γίνει παντοτινός σύντροφος των Αρχαίων Ελλήνων.

Το άγονο έδαφος της Ελλάδας, η δυσκολία στις συγκοινωνίες και βέβαια οι πολύχρονοι πόλεμοι είχαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη επίπτωση και στη διατροφή των αρχαίων.

Σ’ αυτό συντελούσε και η περιορισμένη παραγωγή της ελληνικής γης.

Η Αττική ήταν πολύ «λεπτόγεως» (άπαχη γη) και εξαιτίας του μεγάλου προβλήματος του νερού η παραγωγή της ήταν αρκετά μικρή. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα της αρχαίας Ελλάδας ήταν το κριθάρι, το σιτάρι, το κρασί, το λάδι και οι ελιές. Στην Αττική έβγαινε επίσης μέλι και σύκα που ήταν το πιο εκλεκτό φρούτο για τους αρχαίους.

Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες.

Οι Αθηναίοι ήταν οι διασημότεροι για την ολιγοφαγία τους, γι’ αυτό βγήκε και η έκφραση «αττικηρώς ζην».

Γενικά όμως οι αρχαίοι ήταν λιτοδίαιτοι, γι’ αυτό και είχαν αυτοχριστεί «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες».



Ο πολύτιμος άρτος των Αρχαίων.

Τα δημητριακά αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία για τους Αθηναίους, έτσι αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη.

Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί και ονομαζόταν μάζα.

Στη ζύμη του ψωμιού έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Και φυσικά, έβαζαν το απαραίτητο αλάτι.

Ακόμη οι αρχαίοι είχαν τα εξής είδη ψωμιού:

Το σιμιγδαλένιο, το ψωμί από χοντράλευρο, το ψωμί από διάφορα γεννήματα, από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου και το «ψωμί από κεχρί».

Λόγω της μεγάλης «αγάπης» των Αθηναίων για το ψωμί, του έδιναν διάφορα ονόματα, ανάλογα με τον τρόπο που ψηνόταν, όπως:

«Ιπνίτης» ήταν το ψωμί που έψηναν μέσα σε θερμή σκάφη.

«Εσχαρίτης» το ψωμί που ψηνόταν στις σχάρες.

«Άρτο τυρόεντα» τυρόπιτα θα τον λέγαμε σήμερα.

«Κριβανίτης άρτος» γινόταν από σιμιγδάλι.

Το «όφωρος» ήταν ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι. Βέβαια αναφέρονται και από τους αρχαίους και διάφορα άλλα είδη ψωμιού.

Γνωστές επίσης ήταν και οι λαγάνες.

Και οι Αθηναίοι φουρνάρηδες είχαν καλή φήμη, για τα γλυκίσματα και τις πίτες τους.

Οι αρχαίοι εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από εμάς σήμερα την ύπαρξη του ψωμιού, και θεωρούσαν πως η μεγάλη ποικιλία του ψωμιού ήταν πολυτέλεια, αφού συνήθιζαν να τρώνε μόνο ένα κομμάτι κριθαρένια μπομπότα.

«Εγώ προσωπικά πιστεύω πως αυτή η αγαπητή συνήθεια των αρχαίων δηλαδή η μεγάλη ποικιλία ψωμιού που χρησιμοποιούσαν οφείλεται στο ότι το κριθάρι και το σιτάρι ήταν δύο από τα κύρια γεωργικά προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδας και προσπαθούσαν να τα αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν».



Εδέσματα και συνταγές.

Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν στα γεύματα και στα δείπνα τους, τα τραπέζια να είναι πλούσια. Αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, γλυκίσματα, φρούτα, ελιές, πίτες, κρέατα και χορταρικά. Φυσικά και από άφθονο κρασί.

Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβύθια ( που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα έτρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος).

Οι Αθηναίοι συνήθιζαν να έχουν στα σπίτια τους μεγάλη ποικιλία τροφών όπως ψωμί, λουκάνικα, σύκα, γλυκίσματα, μέλι, τυρί, τρυφερά χταπόδια, τσίχλες, σπουργίτια και άλλα πολλά.

Ένα σπίτι όμως με τόσα αγαθά θα ξεπερνούσε και τα σημερινά σούπερ-μάρκετς.

Ένα από τα πιο απαραίτητα αγαθά σ’ ένα σπίτι ήταν το λάδι. Κάτι που, όπως σημειώσαμε, ήταν απαραίτητο και στις παλαίστρες, για ν’ αλείφουν οι αθλητές τα κορμιά τους.

Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας.

Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματά τους.

Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι των αρχαίων ήταν το γάλα και το τυρί, που ήταν όμως δύο σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί.

Πολλές φορές για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που έβραζε, ένα κωνοροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος.

Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως θεωρούσαν αυτό το είδος διατροφής χωριάτικο (όπως το ίδιο γίνεται και σήμερα, στις μέρες μας, κάποιοι περιφρονούν πολύτιμες τροφές για τη ζωή μας, μόνο και μόνο από το άκουσμά τους, την εμφάνισή τους αλλά και την «διασημότητά» τους).

Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα έτρωγαν οι Κρητικοί.

Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, το παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης.

Για τους φτωχούς ανθρώπους οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη της απέφευγε!

Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή ήταν ο ζωμός από μπιζέλια.

Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.

Τα θαλασσινά που προτιμούσε ο λαός, ήταν οι σαρδέλες του Φαλήρου, το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί. Αντίθετα, τα χέλια, ήταν πανάκριβα, περίπου τον 5ο αι. π.Χ.

Οι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας.

Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.

Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν.

Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρεται επίσης ο «κάνδυλος» ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, του «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.

Βέβαια πολλοί ήταν αυτοί που στα έργα τους πρόσθεσαν «μια γεύση κουζίνας» ανέφεραν δηλαδή συνταγές και εδέσματα της εποχής, γιατί γνώριζαν πως οι αρχαίοι έχουν αδυναμία σ’ αυτά, έτσι θα έβρισκαν τα έργα τους πιο ελκυστικά.

Στις θυσίες τους ετοίμαζαν και ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το’ λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι.

Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», που αναφέρεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας, ήταν ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το έριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.

«Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στην περιοχή της Λυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε.

«Μυττωτός» πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.

Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γινόταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα.

Ακόμη, οι Αθηναίοι απέφευγαν να αρχίζουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα (γιατί πολύ πιθανόν να τους κοβόταν η όρεξη για φαγητό).

Αν και οι Αθηναίοι φρόντιζαν να μη λείπει τίποτα από το σπίτι τους, δηλαδή χρήσιμα αγαθά, όπως τρόφιμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε την φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα και ήταν ο παντοτινός σύντροφος των Ελλήνων. Η έλλειψη και η ακρίβεια των τροφίμων ανάγκαζε πολλούς να μην πετάνε τίποτα από τα περισσεύματα των δείπνων.

Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους Έλληνες. Ακόμη και στις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τους Σπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι ψωμί.

Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν τη σπαρτιατική λιτότητα. Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες, πολύ πιθανόν να φάνταζαν ήρωες μπροστά σε κάποιους άλλους Έλληνες και συγκεκριμένα Αθηναίους που ήθελαν να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να μην λείπει κανένα είδος τροφής και ποτού από τα σπίτια τους.



Λαχανικά και όσπρια.

Τα λαχανικά στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αρχαία Αθήνα, ήταν σε σπουδαία ζήτηση, κι όχι μόνο για τους οπαδούς του Πυθαγόρα, που τα προτιμούσαν, μια κι απέφευγαν να τρώνε όσα έχουν ζωή.

Ο Πλάτων, στην ιδιωτική του ζωή ακολουθούσε την «πυθαγόρειο δίαιτα». Που ήταν μια καθαρή χορτοφαγία κι έδειχνε ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών, δύο παραγόντων που κάνουν τα κράτη υγιή και ρωμαλέα, υλικώς, ηθικώς και ψυχικώς.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι όμως δύσκολα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τις «φυτοφαγικές» οδηγίες του Πλάτωνα αφού τα λαχανικά είχαν γίνει για τους Αθηναίους από τα σπάνια αγαθά. Πολλά σπίτια όμως, κυρίως στα περίχωρα φρόντιζαν να έχουν χωράφια, κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές. Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν ακόμη και οι τρυφερές τσουκνίδες.

Φυσικά, είχαν σέλινο, άνηθο και δυόσμο, για να «καρυκεύουν» τα φαγητά τους. Μάλιστα στους αγώνες της Νεμέας γινόταν στεφάνωμα με σέλινο.

Τα κολοκυνθοειδή ήταν περισσότερο γνωστά στην Αίγυπτο, όπως τα πεπόνια (πέπων) και τ’ αγγούρια (σικυός). Μάλιστα υπήρχαν τριών ειδών αγγούρια, τα οποία είναι το λακωνικόν, ο σκυταλίας και το βοιωτικόν. Απ’ αυτά καλύτερα είναι τα λακωνικά όταν ποτίζονται, ενώ τ’ άλλα δεν πρέπει να ποτίζονται. Επίσης, τα αγγούρια έβγαιναν πιο δροσερά αν, πριν φυτευτούν οι σπόροι, μείνουν για λίγο μέσα στο γάλα ή σε διαλυμένο στο νερό μέλι.

Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους αφού ήταν συμπλήρωμα για κάθε σαλάτα τους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια.

Γενικά τα χορταρικά τα σερβίρανε με μια σάλτσα φτιαγμένη από λαδόξυδο και διάφορα καρυκεύματα.

Οπωσδήποτε η απουσία της ντομάτας στερούσε πολλά από την Αθηναία νοικοκυρά. Τα μανιτάρια όμως, αν και ήταν νοστιμότατα και περιζήτητα, όλοι τα φοβούνταν για το δηλητήριό τους.

Παρόλα αυτά, ένα περιβολάκι γεμάτο με δέντρα και λαχανικά ήταν όνειρο για τους αρχαίους.

Ακόμη και οι βασιλιάδες το λαχταρούσαν. Συγκεκριμένα ο Άτταλος ο Γ΄, ο φιλότεχνος βασιλιάς της Περγάμου, που κληροδότησε το βασίλειό του στη Ρώμη (το 133 π.Χ.), εύρισκε ευχαρίστηση στο λαχανόκηπό του, όπου, εκτός των άλλων, καλλιεργούσε νοσκύαμο, ελλέβορο και κώνειο. Κάποιοι υποστηρίζουν πως καλλιεργούσε αυτά τα φυτά γιατί έκανε έρευνες για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Άλλοι όμως παρατηρούν ότι αυτό που ενδιέφερε περισσότερο το φιλότεχνο βασιλιά ήταν η δραστικότητα τους ως δηλητηρίων, που, όπως λεγόταν φρόντιζε να στέλνει στους «φίλους» του.

Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να αγαπούσαν τα λαχανικά και γι’ αυτό να λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους ένα λαχανόκηπο. Βέβαια, αν θεωρήσουμε πως είναι αληθές αυτό που παρατήρησαν κάποιοι για το λαχανόκηπο του Αττάλου (πως, δηλαδή ενδιαφερόταν για τη δραστικότητα των φυτών), θα καταλάβουμε πως οι αρχαίοι δε λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους όλοι ένα λαχανόκηπο για τον ίδιο λόγο. Κάποιοι, -οι περισσότεροι- τους χρειάζονται για να τραφούν από αυτούς και να ζήσουν και άλλοι για να σκοτώσουν.

Βέβαια, τα λαχανικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή τους.

Από τα λαχανικά όμως των αρχαίων τα κουκιά είτε βρασμένα, είτε ψημένα, είτε σε πουρέ (έτνος), ήταν το πιο αηδιαστικό φαγώσιμο, για τους οπαδούς του Πυθαγόρα. Κι όχι μόνο, τα κουκιά ήταν πρόβλημα και για τους Αιγύπτιους.

Τα υπόλοιπα όμως λαχανικά ήταν νόστιμα σε όλους, πιστεύω.



Νωγαλεύματα-μπαχαρικά.

Νωγαλεύματα έλεγαν οι αρχαίοι τα γλυκά φαγητά και γενικά κάθε λιχουδιά.

Οι Έλληνες φαίνεται να έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στα αρτύματα και στα διάφορα καρυκεύματα, που έδιναν πικάντικες γεύσεις στα φαγητά τους. Έτσι ένα σπίτι της Αθήνας φρόντιζε, να έχει πάντα στα ράφια του, αλάτι (άλας), ρίγανη (ορίγανο), ξύδι (όξος), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, αυγά, αλίπαστα, κάρδαμο, συκόφυλλα, κύμινο, ελιές, σίλφιο, πετιμέζι, σκόρδα και διάφορα άλλα.

Ένα μενού με ορεκτικά και γλυκίσματα που θα ενθουσίαζε και τους σημερινούς καλοφαγάδες.

Ένα γλύκισμα τους ήταν βέβαια οι μελόπιτες, τις οποίες, έλεγαν γενικά «μελιτούττα». Σε προτίμηση όμως είχαν κι ένα γλύκισμα από λιναρόσπορους και μέλι, τη «χρυσόκολλα». Ένα άλλο γλύκισμα που λεγόταν «έκχυτο» φτιαχνόταν από αλεύρι και τυρί ψημένο, μέσα σε καλούπια και ήταν περιχυμένο με κρασί μελωμένο.

Επίσης ένα άλλο γλύκισμα γινόταν με αλευρωμένο γάλα, που, όταν έμπαινε σε ειδικά κύπελλα, γαρνιρόταν με μέλι και πασπαλιζόταν με σουσάμι.

Οπωσδήποτε όμως τα πιο συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι γαλατόπιτες.

Από τα καρυκεύματα, το πιο περιζήτητο αλλά και το πιο σπάνιο ήταν το μαύρο πιπέρι. Επίσης στόλιζαν τα φαγητά τους με σμύρνα, κάππαρη, ρίγανη, δυόσμο, κύμινο και διάφορα άλλα.

Όμως εκείνοι οι έμποροι που τολμούσαν να φέρουν στην Αθήνα πιπέρι ή άλλα μπαχαρικά, από τις αγορές της Ανατολής, κινδύνευαν να κατηγορηθούν σαν κατάσκοποι του βασιλιά των Περσών.

Αφού παρατηρείται ακόμη πως το πιπέρι είναι ξενικό όνομα, γιατί κανένα ελληνικό όνομα, εκτός από το μέλι, δεν τελειώνει σε «ι».

Παρόλα αυτά όμως βλέπουμε πως οι Έλληνες έχουν πλούτο μπαχαρικών και γλυκισμάτων.



Το Μέλι.

Μια και η ζάχαρη ήταν άγνωστη στους αρχαίους, το μέλι ήταν κάτι από τα απαραίτητα για την καθημερινή διατροφή τους και βέβαια για τα γλυκίσματά τους που ήταν αγαπητά σε όλους.

Το μέλι ήταν γι’ αυτούς θείο δώρο, αφού πίστευαν πως έπεφτε από τον ουρανό, με την πρωινή δροσιά, πάνω στα λουλούδια και στα φύλλα και από εκεί το μάζευαν οι μέλισσες.

Την άποψη αυτή, σήμερα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε αφελή, τότε όμως το μέλι ήταν τόσο πολύτιμο και απαραίτητο γι’ αυτούς, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο.

Τις θρεπτικές ιδιότητες του μελιού, δεν τις αγνοούσε φυσικά κανένας, γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, όλο έπαινοι ακούγονταν. Κι εξυμνούσαν, κυρίως, το μέλι της Αττικής, το περίφημο θυμαρίσιο μέλι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μόνο στην Αττική υπήρχε μέλι.

Η μελισσοκομία ανθούσε σε πολλά μέρη, στα νησιά και στην Αίγυπτο.

Το μέλι ήταν τόσο σημαντικό για τους αρχαίους, που αρκετές φορές γέμιζαν μεγάλους αμφορείς με αυτό και τ’ ανακάτευαν με κρασί για να κάνουν τις σπουδές, τόσο στους θεούς που τιμούσαν, όσο και στις ψυχές των νεκρών.

Καταλαβαίνουμε έτσι, μετά από αυτό, πόσο πολύτιμη θεωρούσαν την αξία του.



Τα φρούτα.

Η αγάπη των αρχαίων για τα φρούτα θεωρείται φυσικά αναμφισβήτητη, αφού ήταν απαραίτητα για τη διατροφή τους. Για να υπάρχουν όμως τα φρούτα απαραίτητο ήταν το γλυκό μεσογειακό κλίμα που ευνοούσε την ανάπτυξη όλων σχεδόν των δέντρων.

Παρόλα αυτά, ορισμένα φρούτα, όμως, όπως είναι τα πορτοκάλια, τα βερίκοκα, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, τα τζάνερα και άλλα ήταν άγνωστα στο διαιτολόγιο των αρχαίων. Έτσι η πληθώρα των φρούτων, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές, ήταν βέβαια κάτι το αδιανόητο για αυτούς.

Η αγάπη για τα φρούτα όμως έπεισε πολλούς ποιητές, ότι αξίζει ν’ αφιερωθούν μερικοί στίχοι σ’ αυτά.

Ακόμη, οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν κάρυα όλους τους καρπούς με τον σκληρό φλοιό.

Η Δαμασκός της Συρίας, αναφέρουν κάποιοι πως ονομάστηκε έτσι από τα καλά δαμάσκηνα που έβγαιναν στα μέρη της.

Οι Ρόδιοι και οι Σικελοί έλεγαν τα δαμάσκηνα «βράβυλα», άλλοι τα έλεγαν «κοκκύμπλα», ενώ ένας ποιητής-συγγραφέας ο Θεόφραστος ο Συρακόσιος μιλάει για «δαμάσκηνα και σποδιάς», ένα είδος από άγρια δαμάσκηνα.

Τα μήλα ήταν επίσης γνωστά στους αρχαίους, όχι όμως με την πλούσια ποικιλία που παρουσιάζονται σήμερα στην αγορά.

Τα γλυκά μήλα τα έλεγαν «Ορβικλάτα» και τα πιο ζουμερά «σητάνια» ή «πλατάνια».

Περίφημα ήταν τα μήλα της Κορίνθου, που παλαιότερα λέγονταν και Εφύρη ή Εφύρα.

Πάντως, η πορτοκαλιά, που πατρίδα της θεωρείται η νοτιοανατολική Ασία, ήταν άγνωστη για τους αρχαίους αφού έγινε γνωστή στην Ευρώπη το 16ο αιώνα.

Ένα άλλο φρούτο που υπήρχε, όμως, στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα κυδώνια που τα έλεγαν «στρουθία» και «κοδύματα».

Τα ροδάκινα που ήταν γνωστά στους Πέρσες ονομάζονταν «κοκκύμπλα», με το ίδιο όμως όνομα αναφέρονται και τα δαμάσκηνα.

Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσανε τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί.

Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν όμως τα σύκα. Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Γι’ αυτό και ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι...». Ακόμη αναφέρει, πως πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή.

Η αγάπη και η εκτίμηση των αρχαίων για τα σύκα ασφαλώς μας εντυπωσιάζει, αφού πολλοί ποιητές και συγγραφείς έχουν αναφερθεί με πολύ μεγάλο θαυμασμό σ’ αυτά.

Τα σύκα υπήρχαν σε αφθονία και σε μεγάλη, για εκείνη την εποχή, ποικιλία. Τα πιο γνωστά ήταν τα χελιδώνια σύκα, οι αγριοσυκιές γενικά, οι λευκοαγριοσυκιές, οι φιβαλέους και οι οπωροβασιλίδας. Γνωστά επίσης ήταν τα ασπρόσυκα τα οποία τα έλεγαν «λευκερινεά» και μερικά που είχαν ξινή γεύση «οξάλια».

Φημισμένα ήταν και τα ροδίτικα σύκα, που ο Σαμιώτης κωμωδιογράφος Λυγκεύς τα συγκρίνει, στις «Επιστολές» του, με τα σύκα της Αττικής.

Αλλά και τα σύκα της Πάρου τα σύγκριναν με άλλα αγριόσυκα για να φανεί η νοστιμάδα τους.

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη σύκων.

Ο Φιλήμων, στις «Αττικές λέξεις», αναφέρεται στα βασιλικά σύκα.

Στην Αχαΐα ήταν συκιές που ωρίμαζαν το χειμώνα και οι καρποί τους λέγονταν «κοδώνια σύκα».

Μερικές συκιές καρποφορούσαν δύο φορές το χρόνο, και λέγονταν «δίφορες». Μερικοί μάλιστα συζητούσαν και για τρίφορη συκιά (φρούτα τρεις φορές το χρόνο) που έβγαινε όμως μόνο στη νήσο Κέα.

Το σύκο ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους αλλά και στους απογόνους τους, που έχουν πάρει το όνομα του αρκετά χωριά στην εποχή μας.



Τα κρασιά.

Το κρασί ήταν κάτι το απαραίτητο στα γεύματα των αρχαίων και βέβαια στα συμπόσια, όπου έρεε άφθονο. Όμως δεν έπιναν το κρασί όπως εμείς, αλλά νερωμένο, όχι μόνο με γλυκό αλλά και με θαλασσινό νερό, αφού απέφευγαν να το πίνουν, όπως φαίνεται, ανέρωτο (άκρατος οίνος, όπως το έλεγαν). Βέβαια, έδιναν μεγάλη σημασία στην αναλογία του νερού με το κρασί αφού τους ήταν πολύ αγαπητό και δεν έπρεπε να γίνει κανένα απολύτως λάθος.

Η αναλογία λοιπόν με το νερό ήταν, συνήθως, στο μισό ή τρία μέρη νερό και δύο κρασί. Το νερό, ανάλογα με την εποχή, ήταν χλιαρό ή κρύο.

Μερικές φορές έριχναν μέσα και παγάκια, που τα έφερναν από τα βουνά και τα διατηρούσανε μέσα σε άχυρα.

Βέβαια, το παγωμένο κρασί ήταν μια πολυτέλεια. Τα δροσερά πηγάδια, έτσι, ήταν σχεδόν απαραίτητα αφού χρησίμευαν, φυσικά, για ψυγεία και τα καλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν τους ειδικούς κάδους (ψυκτήρες) όπου έβαζαν και χιόνι για να παγώνει, όχι μόνο το κρασί αλλά και το νερό.

Οι αρχαίοι, ακόμη, έβαζαν συχνά μέσα στα κρασιά τους και διάφορα αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μυρτιά, ακόμη και μέλι, αλλά ποτέ ρετσίνη. Ένα τόσο ευωδιαστό κρασί έπαιρνε και το χαρακτηριστικό του όνομα, το έλεγαν «τρίμα».

Ακόμη, έφτιαχναν το κρασί με διαφορετικούς τρόπους, από τους σημερινούς, γεγονός που δείχνει πόσο εξελίχθηκε με τα χρόνια η παρασκευή του κρασιού.

Ο τρύγος λοιπόν γινόταν με συνοδεία αυλού που ρύθμιζε τις κινήσεις κι ήταν, όπως άλλωστε και σήμερα, ένα πολυήμερο πανηγύρι.

Τα σταφύλια τα έβαζαν σε μέρος που να τα βλέπει καλά ο ήλιος, για να φύγει το νερό που είχαν μέσα τους. Ύστερα τα πατούσαν, πάλι με χορούς και τραγούδια, κι άφηναν το μούστο να βράσει πέντε μέρες, μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος. Κατόπιν μάζευαν το γλυκό υγρό απ’ τον αφρό, που ήταν γεμάτο ζάχαρη, κι αποθήκευαν το μούστο σε πιθάρια που, πολλές φορές, τα έβαζαν μέσα στη γη. Τα σκέπαζαν και περίμεναν να μπει για καλά ο χειμώνας, για να τ’ ανοίξουν. Αρκετοί πάντως είχαν την υπομονή να περιμένουν μέχρι την άνοιξη, οπότε το κρασί ψηνόταν καλύτερα.

Ο τρύγος ήταν ένα από τ’ αγαπημένα θέματα για πολλούς αρχαίους. Αρκετοί συγγραφείς έχουν αφιερώσει στίχους και σ’ αυτόν.

Οι Αθηναίοι πάντως φρόντιζαν ν’ ανοίγουν τα πιθάρια τους την πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων, και ο κάθε νοικοκύρης, με το πρώτο κιόλας ποτήρι, έκανε σπονδή στο Διόνυσο, τον αγαπητό τους θεό, του κρασιού.

Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού.

Για να διατηρήσουν το μούστο, όμως, όλοι έριχναν μέσα και νερό αλατισμένο, όπως και διάφορα αρώματα. Και πολλές φορές έψηναν το μούστο σε σιγανή φωτιά.

Στη ρόδο και στην Κω όμως έβαζαν μέσα στο μούστο θαλασσινό νερό, γιατί πίστευαν ότι το κρασί που θα γίνει μ’ αυτό τον τρόπο δεν θα φέρει εύκολα τη μέθη και θα είναι πιο εύκολο στη χώνεψη.

Η μέθοδος αυτή έγινε αιτία να υποστηριχθεί, από κάποιους αρχαίους συγγραφείς, ότι, κατά το μύθο «φυγή του Διονύσου» στη θάλασσα σήμαινε κι ένα τρόπο οινοποιίας, που ήταν γνωστός από παλιά. Δηλαδή, η ανάμειξη του γλεύκους (μούστου), που εκπροσωπείται από το θεό Διόνυσο ή Βάκχο, με το θαλασσινό νερό.

Πολλοί μάλιστα -όπως ο Όμηρος- επαινούν και το κρασί του Μάρωνος από τη Θράκη γιατί βάζουν μέσα πολύ νερό.

Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα γνωστότερα είδη κρασιού ήταν τέσσερα. Το άσπρο, το κιτρινωπό, το μαύρο και το κόκκινο.

Το άσπρο κρασί ήταν το ελαφρότερο, αρκετά χωνευτικό και διουρητικό, το κιτρινωπό, προς το ξανθό, είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο, που συνήθως είχαν γλυκιά γεύση, ήταν και τα πιο περιζήτητα.

Φυσικά τα παλιά κρασιά ήταν και τα καλύτερα, όπως άλλωστε και σήμερα. Γενικά πάντως πιστεύανε ότι όσο πιο παλιό είναι ένα κρασί τόσο πιο χωνευτικό και πιο ελαφρύ είναι.

Η αγάπη των αρχαίων για το κρασί ήταν μεγάλη, έτσι φρόντιζαν να υπάρχει τις περισσότερες φορές στο τραπέζι τους. Συγκεκριμένα πριν από το δείπνο ή το γεύμα, οι αρχαίοι ανακάτευαν το κρασί με το νερό σ’ ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Και οι δούλοι έπαιρναν το κρασί απ’ τον κρατήρα με μακριές κουτάλες, πήλινες, ξύλινες ή μεταλλικές, αλλά και με μια κανάτα μπορούσαν να γεμίσουν τα κύπελλα ή ποτήρια των καλεσμένων σε ένα τραπέζι.

Το κρασί αφού ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους χρησίμευε βέβαια και για τις σπουδές, στις διάφορες θρησκευτικές τελετές. Μερικές φορές όμως η λατρεία ορισμένων θεοτήτων απέκλειε το κρασί, οπότε οι σχετικές σπουδές γίνονταν ακόμη και με γάλα! Είχαν όπως φαίνεται και τις προλήψεις τους όταν έπιναν ή χρησιμοποιούσαν το κρασί.

Το γεγονός όμως ότι οι Έλληνες αγαπούσαν τόσο πολύ το κρασί εξηγεί το λόγο για τον οποίο υπήρχαν τόσοι σπουδαίοι κρασότοποι στην Ελλάδα.

Το χιώτικο κρασί, παράδειγμα, που τ’ ονόμαζαν «αριούσιο», ήταν από τα ακριβότερα κρασιά στο εμπόριο και είχε μεγάλη φήμη. Όπως και το κρασί της Λέσβου που θεωρείται πολύ καλό. Καλά κρασιά ήταν ακόμη, τα κρασιά της Μυτιλήνης που οι Μυτιληναίοι τους έδιναν γλυκιά γεύση και τα ονόμαζαν πρόδρομα (τα πρώιμα) και πρότροπα (από απάτητα σταφύλια). Πασίγνωστα ήταν ακόμη τα κρασιά της Μένδης (παραλία πόλης της δυτικής ακτής της χερσονήσου Παλλήνης) όπου ράντιζαν τα σταφύλια, πάνω στα κλήματα, με το ελατήριο ή καθάρσιο (χυμός από άγρια αγγούρια) για να βγει μαλακό το κρασί. Και τέλος σε σπουδαία ζήτηση ήταν το κρασί της Ικαρίας που λεγόταν πράμνιο και δεν ήταν ούτε γλυκό, ούτε παχύ, αλλά στυφό και άγριο, με ιδιαίτερα εξαιρετική οσμή.

Τα κορινθιακά κρασιά αντίθετα όμως δεν ήταν σε ζήτηση γιατί όπως έλεγαν ήταν κρασιά βασανιστήρια και παράξενα.

Καλή φήμη δεν είχε όμως και το κρασί που φτιαχνόταν στα περίχωρα της Κερυνίας της Αχαΐας, αφού δημιουργούσε προβλήματα στις εγκύους.

Αλλά και για το κρασί της Θάσου λεγόταν πως καταπολεμούσε την αϋπνία, αλλά έφερνε και ύπνο!

Παρόλα αυτά τα καλύτερα κρασιά όπως υποστήριζαν και οι Ρωμαίοι ήταν τα ελληνικά, και από τα πιο περίφημα, του κυρίως ελληνικού χώρου, ήταν της Πεπαρήθου (Σκοπέλου), της Νάξου, της Λήμνου, της Ακάνθου (Θράκης), της Ρόδου και, από τα μικρασιατικά, της Μιλήτου.

Εκτός της κυρίως Ελλάδας ξεχώριζαν ακόμη το «χαλυβώνιο» κρασί της Δαμασκού, με κύριο προμηθευτή τη βασιλική αυλή της Περσίας, καθώς και τα φοινικικά κρασιά.

Περίεργο πάντως είναι το γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες αγνοούσαν ή απέφευγαν το ζύθο, το εθνικό ποτό των Αιγυπτίων, που γινόταν από κριθάρι ή σίκαλη και από χουρμάδες, παρά τις τόσες συναλλαγές που είχαν.

Πάντως, η αρχαία Ελλάδα όπως φαίνεται είχε μεγάλη ποικιλία κρασιών, έτσι, επόμενο ήταν τα κρασιά να παίρνουν μια από τις πρώτες θέσεις στις αγορές του αρχαίου κόσμου.

Η μεγάλη αυτή ποικιλία κρασιών οδήγησε πρώτα τους Έλληνες και στη συνέχεια τους Ρωμαίους να ιδρύσουν τα «εμπορεία», όπου μπορούσε κανείς ν’ ανταλλάξει σκλάβους με τα καλύτερα κρασιά.

Πολλές περιοχές που είχαν άφθονα κρασιά φρόντιζαν για την εξαγωγή τους.

Όσα κρασιά ήταν να περάσουν στο εμπόριο φυλάγονταν μέσα σε μεγάλα και κατάλληλα πιθάρια, ενώ τα σπιτικά κρασιά ή όσα πήγαιναν στην κοντινή αγορά τα έβαζαν σε ασκούς από χοιρινά ή κατσικίσια δέρματα.

Τα πιθάρια είχαν πάνω τους και μία ειδική σφραγίδα με τ’ όνομα του εμπόρου καθώς και των τοπικών αρχόντων της περιοχής.

Η εισαγωγή και η εξαγωγή όμως των κρασιών ήταν κανονισμένες, κυρίως στο νησί Θάσο, με ειδικούς νόμους που τιμωρούσαν τις απάτες και νοθείες, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πραγματικό «προστατευτισμό».

Μέσα από όλα αυτά καταλαβαίνουμε πως το κρασί αντιπροσώπευε τους αρχαίους Έλληνες και αυτοί το λάτρευαν αφού ήταν απαραίτητο για τη ζωή τους.



Το κυνήγι.

Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι... πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι.

Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια!

Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία.

Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π.

Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά.

Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα.

Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων.

Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του.



Η εργασία αυτή με βοήθησε αρκετά να μάθω περισσότερα απ’ όσα γνώριζα για το διαιτολόγιο των προγόνων μας. Ήταν για μένα αρκετά σημαντική αφού μου πρόσφερε αρκετές πληροφορίες και γνώσεις για τη ζωή, γενικά, των αρχαίων Ελλήνων.

Και, πραγματικά, γνώρισα καλύτερα όχι μόνο τις διατροφικές επιλογές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και τον τρόπο ζωής τους, γιατί πιστεύω πως μέσα από τη διατροφή κάποιου λαού μπορείς να καταλάβεις, λιγότερο ή περισσότερο, και τις καθημερινές του συνήθειες.

ΠΗΓΗ
Press to Continue.......

Sunday, 27 September 2009

Βιομυστήριο

Nichole Broderick θεωρούσε ότι γνώριζε τον τρόπο δράσης της τοξίνης Bt. Σε τελική ανάλυση, ο εν λόγω τοξικός κρύσταλλος που παράγεται από το βακτήριο Bacillus thuringiensis είναι γνωστός από το 1911 τουλάχιστον, βρίσκει δε ευρεία εφαρμογή ως βιολογικό εντομοκτόνο από τη δεκαετία τού 1950. Μάλιστα, οι επιστήμονες έχουν τροποποιήσει μέσω γενετικής μηχανικής και διάφορα είδη αγρωστωδών προκειμένου τα ίδια τα καλλιεργούμενα φυτά να παράγουν το εν λόγω παρασιτοκτόνο. Σύμφωνα με το αποδεκτό μοντέλο, η τοξίνη Bt διατρυπά το έντερο του παρασιτικού εντόμου, και μέσω των διανοιγόμενων πόρων το βακτήριο είτε μολύνει την αιμολέμφο (το αίμα του επιβλαβούς εντόμου) είτε του προκαλεί αναστολή λήψεως τροφής (αντιτροφική ενέργεια).

Έτσι, όταν η μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν στο Μάντισον χορήγησε το παρασιτοκτόνο σε προνύμφες του μελαμψού σκώρου (Lymantria dispar) οι οποίες είχαν απαλλαγεί από τη συμβιωτική μικροχλωρίδα του εντέρου τους μέσω αντιβιοτικών, προσδοκούσε ακόμη μεγαλύτερη θανατηφόρο δράση. «Καταρχάς ήλεγχα την υπόθεση ότι τα εντεροβακτηρίδια πράγματι εξασφάλιζαν στο σκώρο προστασία από την Bt», ανακαλεί στη μνήμη της. «Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι άπαξ και [οι προνύμφες] δεν διέθεταν την εντερική μικροχλωρίδα τους, η Bt δεν ήταν πλέον σε θέση να εκδηλώσει τη θανατηφόρο δράση της.»

Εντούτοις, το ότι η Bt θα μπορούσε να μην αποτελεί αυτή καθεαυτήν εντομοκτόνο θα σήμαινε ανατροπή τής εδώ και έναν αιώνα ορθής και αποδεκτής άποψης. Οπότε, η Broderick επανέλαβε τα πειράματά της πολλές φορές και κατέφυγε στις συμβουλές δύο ειδικών, επίσης στο Μάντισον, του Jo Handlesman, ο οποίος ασχολείται με την οικολογία των μικροοργανισμών, και του εντομολόγου Ken Raffa. Αλλά και οι εν λόγω ερευνητές έφταναν στο ίδιο αποτέλεσμα κατόπιν πολλαπλών πειραματικών επαναλήψεων με πολλά έντομα: η τοξίνη Bt επεδείκνυε άριστη δράση όταν στoν πεπτικό σωλήνα των μελαμψών σκώρων φιλοξενούνταν το σύνηθες σύνολο βακτηρίων.

Κατά τις περασμένες δεκαετίες, οι μελέτες οι σχετικές με την Bt εστιάζονταν μόνο στα πρώτα βήματα της δράσης της τοξίνης. «Πραγματικά, κανείς δεν εστίασε την προσοχή του στο τι συμβαίνει αφού η τοξίνη διανοίξει πόρους και επέλθει ο θάνατος των κυττάρων», σχολιάζει ο εντομολόγος Juan Jurat-Fuentes, του Πανεπιστημίου τού Τενεσί στο Νόξβιλ. «Μήπως τα έντομα συνέρχονται; Μήπως αναλαμβάνουν τα άλλα βακτήρια;» Οι ερευνητές στο Μάντισον διαπίστωσαν ότι, με την επανεισαγωγή των εντεροβακτηριδίων ένα-ένα τη φορά, το στέλεχος ΝΑΒ3 τού Enterobacter επανέφερε τη φονική ισχύ τής Bt· από τους ελέγχους δε που επακολούθησαν αποδείχθηκε ότι το τελευταίο βακτήριο αναπτυσσόταν στην αιμολέμφο, ενώ το Bacillus thuringiensis πέθαινε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, εξίσου δραστικό ως προς τη θανάτωση των προνυμφών αποδείχθηκε και το γενετικά τροποποιημένο για να παράγει κρυστάλλους τής Bt Escherichia coli, αν και κάτι τέτοιο δεν παρατηρούνταν όταν ο βακτηριακός ξενιστής ήταν νεκρός αλλά εξακολουθούσε να φέρει την τοξίνη.

Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων μπορεί να εξηγηθεί η μεταβλητή αποτελεσματικότητα που παρατηρείται συχνά με την Bt· παραδείγματος χάριν, οι μελαμψοί σκώροι που παρασιτούν στην ιτιά παρουσιάζουν ανθεκτικότητα στην τοξίνη, παρατηρεί ο Raffa. Ορισμένοι είχαν υποστηρίξει ότι οι τανίνες της ιτιάς ίσως να προσδένονται στην πρωτεΐνη Bt, γεγονός που οδηγεί στην εξάλειψη της δράσης της· αλλά με τα τελευταία δεδομένα ο Raffa αναρωτιέται μήπως άλλες ενώσεις από το δέντρο επηρεάζουν το Enterobacter, το οποίο ενδέχεται να είναι ο πραγματικός δολοφόνος. «Η αναθεώρηση της ερμηνείας ορισμένων από εκείνα τα πρώτα ευρήματα έχει σημασία», υποστηρίζει ο ίδιος. Θα μπορούσε επίσης να εξηγηθεί και το μυστήριο σχετικά με το παράσιτο του καλαμποκιού Spodoptera frugiperda, του οποίου το έντερο αναπτύσσει πόρους όταν εκτεθεί στην Bt, αλλά δεν επέρχεται θάνατος. «Οι επιστήμονες δυσκολεύτηκαν πολύ να εξηγήσουν πώς αυτή η τοξίνη προσδένεται και διανοίγει πόρους αλλά δεν φονεύει τα έντομα», λέει ο Jurat-Fuentes.

Επίσης, το B. thuringiensis κρύβει μάλλον μυστήριο: δεν είναι σαφές για ποιο λόγο το βακτήριο δαπανά τόσο πολλή ενέργεια για την παραγωγή των κρυστάλλων, όταν κάτι τέτοιο δεν προσδίδει κάποιο ευδιάκριτο όφελος στον μικροοργανισμό. Μάλιστα, ύστερα από μία δεκαετία ευρείας χρήσης τής Bt στα διαγονιδιακά αγρωστώδη ―παγκοσμίως, τουλάχιστον 1,3 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα καλλιεργούμενων εκτάσεων καλύπτονται με διαγονιδιακά φυτά τα οποία παράγουν τη δική τους τοξίνη Bt―, σχεδόν κανένα από τα στοχευόμενα έντομα δεν έχει επιδείξει ανοσία, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για άλλα παρασιτοκτόνα. «Υπάρχει, βέβαια, μόνο ένα έντομο, ο σκώρος Plutella xylostella, ο οποίος έχει αναπτύξει ανθεκτικότητα», παρατηρεί ο εντομολόγος Bruce Tabashnik, του Πανεπιστημίου της Αριζόνας.

Μολονότι από τη μελέτη των ερευνητών στο Ουισκόνσιν προκύπτει το συμπέρασμα ότι η Bt δρα συνεργατικά με τα εντεροβακτηρίδια ώστε να προκαλείται ενδεχομένως σηψαιμία, ο ακριβής μηχανισμός θανάτωσης παραμένει ακόμη άγνωστος. Ως εκ τούτου, από τη διαλεύκανση του εν λόγω μηχανισμού θα μπορούσαν να προκύψουν διάφοροι τρόποι για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της τοξίνης ή για να αποτρέπεται η ανθεκτικότητα στην Bt. Με την έρευνα αυτή, τουλάχιστον, τα παράσιτα των αγρωστωδών αποτιμώνται εκ νέου. «Συνεχώς και περισσότερο διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε πλέον να αντιμετωπίζουμε το παρασιτικό έντομο μεμονωμένα», παρατηρεί ο Tabashnik. «Οφείλεις να εξετάζεις και το σύνολο των συμβιοτικών οργανισμών που φιλοξενούνται στον ξενιστή, καθώς και τον τρόπο αλληλεπίδρασης αυτών με το περιβάλλον του τελευταίου.»
Scientific American
Press to Continue.......

Αχιλλέας vs Οδυσσέας

του Γιώργου Στάμκου
Από την αυγή της ιστορίας ο Οδυσσέας και ο Αχιλλέας παλεύουν για την ψυχή της Ελλάδας. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας εκφράζει το ναυτικό γεωφιλοσοφικό ιδεώδες, ενώ ο ατρόμητος Αχιλλέας το ηπειρωτικό. Το πρώτο αρχέτυπο βρήκε την καλύτερη εφαρμογή του στη δημοκρατική θαλασσοκράτειρα Αθήνα, ενώ το δεύτερο στην ολιγαρχική ηπειρωτική Σπάρτη. Σε φιλοσοφικό επίπεδο η Αθήνα εξέφραζε το αριστοτελικό όραμα της ανοιχτής, εμπορικής, κοσμοπολίτικης, ναυτικής πόλης, ενώ η ολιγαρχική Σπάρτη προσιδίαζε αρκετά στην απομονωμένη «ιδανική Πολιτεία» του Πλάτωνα. Πίσω όμως από αυτήν τη γεωπολιτική και γεωφιλοσοφική σύγκρουση υποβόσκει η αιώνια αντιπαλότητα της ξηράς με τη θάλασσα.

Η γεωμορφολογία της Ελλάδας ωθεί σε δημιουργικές αντιθέσεις. Το βουνό σμίγει με τη θάλασσα και το αποτέλεσμα είναι μια δαντέλα ακτών χωρίς τέλος. Η Ελλάδα είναι «μια θάλασσα περιβαλλόμενη από ξηρά». Από την άλλη όμως είναι κι ένα «αρχιπέλαγος βουνών» περιτριγυρισμένο από θάλασσα. Η κύρια γεωμορφολογική αντίθεση της Ελλάδας είναι μεταξύ των συμπαγών ορεινών όγκων και των διάσπαρτων και ακανόνιστων τμημάτων γης του αρχιπελάγους. Η γεωγραφία της χώρας είναι διττή. Με δυό λόγια η Ελλάδα δεν είναι ηπειρωτική χώρα, ούτε όμως και απόλυτα νησιωτική. Κανένα σημείο της δεν απέχει πολύ ούτε από κάποιο βουνό, ούτε όμως κι από κάποια ακτή. Η γεωμορφολογία της ελληνικής χερσονήσου ώθησε εξαρχής τους κατοίκους της προς δύο αντίθετες γεωπολιτικές κατευθύνσεις.

Ο κάτοικος αυτού του τόπου είχε ιστορικά δύο επιλογές για να διαφύγει: το βουνό ή τη θάλασσα. Αν ήθελε, δηλαδή, να ξεφύγει από κάποια καταπιεστική εξουσία μπορούσε να γίνει κλέφτης των βουνών ή πειρατής των θαλασσών. Και στις δύο περιπτώσεις η Φύση ευνοούσε την ατομική ελευθερία, εμποδίζοντας την απόλυτη κυριαρχία ενός κέντρου εξουσίας. Ανέκαθεν στον ελλαδικό χώρο ενδημούσαν οι αυτόνομες «νησίδες», απομακρυσμένες και ημι-ανεξάρτητες κοινότητες, όπου η κεντρική εξουσία σπανίως γινόταν αισθητή.

Από την άλλη ο φυσικός κατακερματισμός της ελληνικής χερσονήσου, που περιβάλλεται από χιλιάδες νησιά, οδήγησε από την αρχαιότητα ακόμη στη δημιουργία των πόλεων-κρατών, τα όρια των οποίων συνέπιπταν με τα φυσικά σύνορα, που ήταν πάντοτε κάποιο βουνό ή θάλασσα. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής Φύσης προσέφεραν στους κατοίκους της δύο γεωπολιτικές επιλογές. Όσοι ζούσαν στις ακτές μπορούσαν ν’ ανοιχτούν προς το πέλαγος, ν’ αναπτύξουν το ναυτικό, το εμπόριο, και, κατ’ επέκταση, να δημιουργήσουν μια θαλασσοκρατορία. Από την άλλη όμως όσοι ζούσαν σε απομακρυσμένα νησιά, σε ορεινά μέρη κι απομονωμένες κοιλάδες -όλες φύσει οχυρές τοποθεσίες- εύκολα υπέκυπταν στον πειρασμό της απομόνωσης, της εσωστρέφειας, του συντηρητισμού και γενικώς της οικονομικής και κοινωνικής στατικότητας. Η πρώτη επιλογή έγινε από τους Αθηναίους, ενώ η δεύτερη από τους Σπαρτιάτες.

Αθήνα και Σπάρτη, λοιπόν, μια ναυτική και μια ηπειρωτική δύναμη, αποτέλεσαν τα δύο χαρακτηριστικά αντίθετα γεωπολιτικά πρότυπα, που επικράτησαν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Οι διαφορές τους δεν ήταν τόσο γεωγραφικές, όσο πολιτικές και φιλοσοφικές: η δημοκρατική Αθήνα εξέφραζε το αριστοτελικό όραμα της ανοιχτής, εμπορικής, κοσμοπολίτικης, ναυτικής πόλης, ενώ η ολιγαρχική Σπάρτη πλησίαζε αρκετά στο πλατωνικό όραμα της «Πολιτείας», στην οποία επικρατούσε μια αγοραφοβία, ενώ η απομόνωση από τον έξω κόσμο θεωρούνταν αναγκαία για την προστασία μιας στατικής κοινωνίας από τα «καινά δαιμόνια».

Ως τον 6ο π.Χ. αιώνα η Αθήνα βρισκόταν σε δίλημμα για το κατά πόσο θα παρέμενε χερσαία δύναμη ή αν θα έπρεπε ν’ ανοιχτεί προς το πέλαγος. Τελικά πήρε την απόφαση να εισέλθει στον «υγρό στίβο» έπειτα από επίμονες πιέσεις της δημοκρατικής παράταξης και ιδιαίτερα του Θεμιστοκλή, που ήταν υπέρμαχος της ναυτικής ισχύος. Ο Θεμιστοκλής διέβλεπε ότι το γεωπολιτικό μέλλον της Αθήνας βρισκόταν στη θάλασσα. Ο ευφυής Αθηναίος πολιτικός υποστήριζε ότι με τη ναυτική ισχύ όχι μόνο θα γινόταν δυνατή η ανάσχεση της προέλασης προς τον κυρίως ελλαδικό χώρο της στρατιάς του Μεγάλου Βασιλιά, ο οποίος εξέφραζε το απόλυτο, δεσποτικό και ηπειρωτικό πνεύμα της Ανατολής, αλλά και θα γινόταν εφικτό να συσπειρωθεί το αρχιπέλαγος γύρω από την Αθήνα, με δυό λόγια να περιέλθει το Αιγαίο κάτω από το γεωπολιτικό έλεγχο της Αθήνας. Η ιστορία τον δικαίωσε κι έτσι η Αθήνα μεταβλήθηκε σε ναυτική «αυτοκρατορία» του αρχαιοελληνικού κόσμου.

Η Σπάρτη αντίθετα επέλεξε να παραμείνει χερσαία δύναμη, περιορίζοντας τα γεωπολιτικά της συμφέροντα στην Πελοπόννησο και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Εκτός από γεωφιλοσοφικούς λόγους η επιλογή αυτή της συντηρητικής λακωνικής πολιτείας υπαγορευόταν κι από την πραγματικότητα: οι Σπαρτιάτες ήταν ολιγάριθμοι και καταδυνάστευαν πολλαπλάσιο αριθμό Μεσήνιων ειλώτων. Η ανάληψη μιας εκστρατείας δεν τους ήταν ευχάριστη υπόθεση, εφόσον υπήρχε πάντα ο κίνδυνος της εξέγερσης των πολυάριθμων σκλάβων τους, πράγμα που συνέβη πολλές φορές στην ιστορία. Η συνεχής απειλή των ειλώτων, που ήταν δεκαπλάσιοι σε πληθυσμό από τους ίδιους, οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι και το μικρό ναυτικό αποθάρρυνε τους Σπαρτιάτες ν’ αναλάβουν υπερπόντιες εκστρατείες και γι’ αυτό αυτοπεριόρισαν το γεωπολιτικό τους ορίζοντα στα όρια της ηπειρωτικής Ελλάδας και ιδιαίτερα της Πελοποννήσου. Ακόμη και μετά τη νίκη κατά των Περσών στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές, η Σπάρτη προσπάθησε ν’ αποτρέψει τις Ιωνικές πόλεις ν’ αποτινάξουν τον περσικό ζυγό προτείνοντας μάλιστα τους κατοίκους τους να εγκαταλείψουν μαζικά τη Μικρά Ασία και να εγκατασταθούν στην Ελλάδα! Ηθελημένα οι Σπαρτιάτες παραιτήθηκαν με ανακούφιση από τον αντι-περσικό αγώνα και επανήλθαν στο προσκήνιο μόνον όταν γιγαντώθηκε η αθηναϊκή ισχύς -αποτέλεσμα της Δηλιακής Συμμαχίας- παίζοντας το ρόλο του ηπειρωτικού γεωπολιτικού αντίβαρου της Αθήνας.

Ο εμφύλιος πόλεμος που αιματοκύλισε για πάνω από 30 χρόνια τον ελληνικό κόσμο της αρχαιότητας οφείλεται στις γεωπολιτικές και γεωφιλοσοφικές διαφορές της Αθήνας με τη Σπάρτη. Βασική αιτία ήταν η άνοδος της αθηναϊκής ισχύος και η ζηλοφθονία που αυτή προκαλούσε προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις. Κατά μια έννοια η ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, όπως καταγράφηκε από τον Θουκυδίδη, αποτελεί μια ιστορική και φιλοσοφική ανάλυση πάνω στο «πρόβλημα της ισχύος». Το πρόβλημα της Αθήνας ήταν ότι, ως ναυτική δύναμη, είχε πολλαπλάσια ισχύ απ’ ό,τι μια συνηθισμένη ελληνική πόλη-κράτος. Ως γνωστόν το ισχυρό ναυτικό αποτελεί έναν κατεξοχήν πολλαπλασιαστή ισχύος. Η υπερβολική ισχύς της δημιούργησε μοιραία συσπειρώσεις εναντίον της. Η Σπάρτη το μόνο που έκανε ήταν να ηγηθεί της προσπάθειας ν’ απαλλαγεί ο αιγαϊκός κόσμος από την ηγεμονία και την οικονομική εκμετάλλευση της Αθήνας.

Η σύγκρουση Αθήνας-Σπάρτης φαινόταν αναπόφευκτη. Η Αθήνα είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στο «μέγα το της θαλάσσης κράτος» της και δεν είχε άδικο, εφόσον το ναυτικό, παρότι πολυδάπανο, ήταν -και παραμένει- σημαντικότερο από τις χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις. Χάρη στο ισχυρό ναυτικό της η Αθήνα μπορούσε να αποστέλλει μεγάλες δυνάμεις σε διάφορα γεωγραφικά σημεία, μεταφέροντας έτσι τον πόλεμο όπου έκρινε ότι στρατηγικά τη συνέφερε, πράγμα αδιανόητο για τη Σπάρτη, που όταν επρόκειτο να εκστρατεύσει το έκανε με όλους τους συμμάχους της και ποτέ μόνη της. «Με το ναυτικό που έχετε σήμερα, ούτε ο Μέγας Βασιλεύς ούτε κανένα άλλο έθνος μπορεί να σας εμποδίσει να πάτε όπου θέλετε. Η ναυτική αυτή δύναμη έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από τα σπίτια και τα χωράφια σας...», υπενθύμιζε ο Περικλής στους ανήσυχους συμπατριώτες του. Για τον ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης οι Αθηναίοι θα κέρδιζαν τον πόλεμο «υπό τον όρο όμως να μην επιδιώξουμε, ταυτόχρονα με τη διεξαγωγή του πολέμου, να επεκτείνουμε την κυριαρχία μας και να μην εκτεθούμε σε κινδύνους περιττούς». Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Αθήνα δεν προερχόταν από τις στρατιωτικές δυνατότητες της Σπάρτης, αλλά από την υπερεπέκταση (overextension) της αυτοκρατορίας της και από τις τάσεις εξισορρόπησης που αυτή μοιραία δημιουργούσε.

Η Αθήνα μπήκε στον πόλεμο με πολύ μεγάλες πιθανότητες να βγει νικήτρια και πιο ισχυρή. Τελικά έχασε όχι επειδή νίκησε η Σπάρτη, αλλά επειδή η ίδια έκανε μια σειρά από τραγικά λάθη (Σικελική Εκστρατεία κ.ά.), που σπατάλησαν άσκοπα πολύτιμες δυνάμεις και πόρους κι άφησαν μια σειρά από «παράθυρα ευκαιρίας» τα οποία η Σπάρτη αργά ή γρήγορα εκμεταλλεύτηκε. Συνέβη δηλαδή αυτό ακριβώς που απευχόταν ο Περικλής: «Περισσότερο φοβούμαι τα δικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια του εχθρού».

Μετά την ήττα της Αθήνας η Σπάρτη επέβαλλε προσωρινά την ηγεμονία της στην Ελλάδα, προσπαθώντας να εξαγάγει το δικό της πολιτικό και γεωφιλοσοφικό πρότυπο, που ήταν όμως από κάθε άποψη αντιπαθητικό και αταίριαστο σε πόλεις-κράτη με ναυτικό προσανατολισμό, όπως ήταν τότε και οι περισσότερες πόλεις στην Ελλάδα. Προσπάθησε ακόμη και να ξεριζώσει τη δημοκρατία από την κοιτίδα της, την Αθήνα, επιβάλλοντας το δικό της πολιτικό σύστημα και τη δική της φιλοσοφική σκέψη. Ο φιλόσοφος Μπέρναρντ Ράσελ έγραψε ειδικά γι’ αυτό: «Ο πόλεμος εκείνος ήταν η συμπύκνωση του ανταγωνισμού που συγκλόνιζε τον ελληνικό κόσμο. Η Σπάρτη υποστήριζε την ολιγαρχία. Το ίδιο και ο Πλάτων με τους φίλους του, που ήταν οι Κουίνσλινγκ της εποχής τους. Η προδοσία λέγεται ότι συνέβαλλε στην ήττα της Αθήνας... Ο Πλάτων δεν ήταν παρά ένας αντιδραστικός». Αντιδραστικός ή όχι ο Πλάτων ήταν σίγουρα συναισθηματικός, όπως και το πρότυπό του, ο Αχιλλέας. Αντίθετα ο άλλος μεγάλος φιλόσοφος της αρχαιότητας, ο Αριστοτέλης, ήταν σαφέστατα πιο ορθολογιστής, όπως και ο Οδυσσέας.

Αχιλλέας και Οδυσσέας λοιπόν υπήρξαν τα δύο βασικά αρχέτυπα του αρχαιοελληνικού κόσμου. Ο Οδυσσέας εκφράζει τη ναυτική «ιδεολογία», ενώ ο Αχιλλέας την ηπειρωτική. Ο ένας εκφράζει την ευφυ@α, ενώ ο άλλος την ανδρεία. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας είναι ναυτικός, έμπορος και πιο «δημοκρατικός», συνεπώς κοντά στο πρότυπο της Αθήνας, ενώ ο αριστοκράτης Αχιλλέας εκφράζει κατά κύριο λόγο το στρατοκρατικό πνεύμα της Σπάρτης. Ο Οδυσσέας είναι πιο ορθολογιστής, ενώ ο Αχιλλέας πιο συναισθηματικός, εφόσον η αντιζηλία του με τον Αγαμέμνονα ήταν αρκετή για να στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες Έλληνες κατά την πολιορκία της Τροίας. Αυτά τα αρχέτυπα αποτελούν και τις «δύο ψυχές της Ελλάδας».

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Έλληνας καθηγητής και γεωπολιτικός Ι. Λουκάς στο έργο του Αιγαίο Πέλαγος: «Ενώ ο Αχιλλέας δεν εξυμνείται από το ομηρικό έπος παρά για τις σωματικές και τις ψυχικές του ικανότητες, που περιλαμβάνουν και την ανδρεία η οποία συχνά λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα όχι μόνον από την αρετή της σοφίας αλλά και με την απλή λογική, ο Οδυσσέας είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλός προστατευόμενος της θεάς της σοφίας, Αθηνάς. Μοιράζεται μαζί της την εγκεφαλική εκείνη ιδιότητα που οι αρχαίοι Έλληνες πρώτοι κατανόησαν τη σημασία της στη διαμόρφωση του πολιτισμού, αποδίδοντάς την πρώτα απ’ όλα στον ίδιο τον πατέρα των θεών Δία: τη ‘’μήτιδα’’ ιδιότητα ταυτόσημη με την ‘’πανουργία’’, την ‘’απάτη’’ και το ‘’δόλο’’, με την αρχαία έννοια των όρων, και που στη νέα ελληνική θα μπορούσε να αποδοθεί ως ‘’ευφυ@α’’».

Για πολλούς η Οδύσσεια, ένα ναυτικό έπος με επίκεντρο την απελευθέρωση του ατόμου από τους φυσικούς και μεταφυσικούς καταναγκασμούς, αποτελεί τη συμπύκνωση του φιλελεύθερου ορθολογισμού. Ο Οδυσσέας δεν είναι απλά ένας ήρωας, αλλά κι ένας εκφραστής μιας ολόκληρης γεωφιλοσοφίας και ιδεολογίας, που σχετίζεται με την καθοριστική επίδραση του θαλάσσιου στοιχείου πάνω στο ανθρώπινο πολιτιστικό εποικοδόμημα. Ο Οδυσσέας αποτελεί το αρχέτυπο του ορθολογιστή, που με τέχνασμα (Δούρειος Ίππος) έδωσε λύση στη μακρόχρονη και πολυαίμακτη εκστρατεία των Δαναών, σε αντίθεση με τον παράλογο Αχιλλέα, που με το θυμό του «έβαλε τους Αχαιούς σε μύρια βάσανα». Στην Οδύσσεια, όπου εξυμνούνται οι περιπέτειες και οι αρετές ενός πολυμήχανου ανθρώπου, εκφράζεται ένα διαφορετικό πνεύμα από εκείνο της Ιλιάδας, εκείνο της περιπέτειας της ανθρώπινης γνώσης και της ατομικής ολοκλήρωσης. Στην Οδύσσεια η ανθρώπινη σκέψη κατορθώνει να χειραφετηθεί από την τυραννία του μύθου. Στο ίδιο ομηρικό έπος κωδικοποιούνται και τα βασικότερα στοιχεία του ήδη διαμορφωμένου Ελληνισμού.

Ο ανθρωποκεντρικός ορθολογισμός εκφράζεται λοιπόν από τον Οδυσσέα, ενώ η έντονα συναισθηματική φύση του Ελληνισμού καθώς και η ροπή του προς τη μεταφυσική, εκφράζεται από τον Αχιλλέα, που δεν είναι απλός άνθρωπος αλλά ένας ημίθεος. Με δυό λόγια ο Αχιλλέας εκφράζει το μυστικοπαθές πνεύμα της Ανατολής, που διαπερνά τον Ελληνισμό μέσα από χίλια καθημερινά πλέγματα, ενώ ο Οδυσσέας το ανθρωποκεντρικό φιλελεύθερο πνεύμα, που έμελλε να χαρακτηρίσει τον πολιτισμό της Δύσης. Κατά μια έννοια ο Οδυσσέας υπήρξε και ο πρώτος πραγματικός «Ευρωπαίος»...

Το μήνυμα του πολυμήχανου Οδυσσέα είναι που υιοθετείται τελικά από την «ελληνική σκέψη» και που συνετέλεσε στη δημιουργία του «ελληνικού πολιτισμού», του πρώτου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και το μήνυμα αυτό έχει να κάνει κυρίως με την εσωτερική και εξωτερική αυτονομία του ατόμου, την ελευθερία του πνεύματος, τη δημοκρατία, την ευφυ@α και γενικότερα την ανθρώπινη δημιουργικότητα.

Σε γενικές γραμμές η Οδύσσεια εκφράζει το ναυτικό γεωφιλοσοφικό ιδεώδες, προβάλλοντας εμμέσως τον Οδυσσέα, που είναι πρώτος ανάμεσα σε ίσους, ως πρότυπο ιδανικού «κυβερνήτη» μιας πολιτείας δημοκρατικής, σε αντιστοιχία με τον ικανό καπετάνιο ενός καλοτάξιδου πλοίου. Από την άλλη η Ιλιάδα εκφράζει σε μεγάλο βαθμό την «ηπειρωτική ιδεολογία», καθώς εκθειάζει τις χερσαίες μάχες και τις μονομαχίες κι ασχολείται με έννοιες όπως ο θυμός, η εκδίκηση, η ανδρεία και η περηφάνια, οι οποίες κι αποτελούν ανορθολογικές εκφάνσεις του θυμικού. Η ιστορία του Ελληνισμού μπορεί να θυμίζει σε πολλά επεισόδια την Ιλιάδα, κρίθηκε ωστόσο στη θάλασσα, στο χώρο όπου διαδραματίζεται η Οδύσσεια. Άλλωστε, όπως συμπεραίνει και ο γνωστός Γάλλος ελληνιστής Ζακ Λακαριέρ: «Ο πλούτος και η δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται εκεί όπου βρισκόταν και στην εποχή του Οδυσσέα: στη θάλασσα».

Αλλά ας επιστρέψουμε στη δυναμική αντιπαράθεση βουνού-θάλασσας, που καθόρισε και την ιστορική διαδρομή του Ελληνισμού. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου ο ηπειρωτικός ανατολικός δεσποτισμός (Πέρσες) συμμάχησε με τον ελληνικό ιδεολογικό συγγενή του, την ολιγαρχία της ηπειρωτικής Σπάρτης, σε μια προσπάθεια να συντρίψουν το ναυτικό πλεονέκτημα της δημοκρατικής Αθήνας. Η ανίερη αυτή συμμαχία δεν βασιζόταν τόσο στην ανάγκη εξισορρόπησης της κοινής απειλής, που αντιπροσώπευε η ταχέως αναπτυσσόμενη ισχύς της Αθήνας. Και για τις δύο χερσαίες δυνάμεις το ναυτικό γεωφιλοσοφικό ιδεώδες της Αθήνας αντιπροσώπευε ένα θανάσιμο κίνδυνο: το ανοικτό δημοκρατικό πνεύμα και τον ορθολογισμό.

Μετά από τη μικρή παρένθεση της ηγεμονίας της Σπάρτης, που αποδείχτηκε ανίκανη να διαχειριστεί γεωπολιτικά την Ελλάδα, έχουμε μια τελευταία προσπάθεια αναβίωσης της αθηναϊκής ναυτικής ισχύος, αλλά ήταν πλέον αργά. Η ναυτική Ελλάδα υποτάχθηκε αρχικά στην ηπειρωτική δύναμη, που λεγόταν Μακεδονία του Φιλίππου και στη συνέχεια υπέκυψε στις λεγεώνες της Ρώμης, μια δύναμη που ανδρώθηκε μέσα από τον ανταγωνισμό της με μια μεγάλη ναυτική πόλη της δυτικής Μεσογείου: την Καρχηδόνα.

Το Βυζάντιο, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, επιβεβαίωσε τη θαλάσσια υπεροχή και κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι των Αράβων με τη βοήθεια του «υγρού πυρός», που ήταν ένα ακόμη τεχνολογικό επίτευγμα της ελληνικής ευφυ@ς. Η στρατηγική των Βυζαντινών μπορεί να είχε χερσαίο προσανατολισμό, αλλά δεν αμελούσε τα ζητήματα της θάλασσας. Σύμφωνα με το ναύαρχο Κ. Α. Αλεξανδρή: «Η θαλάσσια δύναμη ήταν το βαρόμετρο της ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», πράγμα που σημαίνει ότι όταν η Αυτοκρατορία ήταν ισχυρή διέθετε και ισχυρό ναυτικό. Το πρόβλημα με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ότι αποτελούσε ένα μονοκεντρικό πολιτικό μόρφωμα, που δεν έδινε την αρμόζουσα σημασία στην οικονομία και στο εμπόριο, τα οποία σε τελική ανάλυση έκριναν και την πορεία της ιστορίας. Ως μονοκεντρικό αυτοκρατορικό μόρφωμα, εχθρικά διακείμενο προς την έννοια της αυτοδιοίκησης, εμπόδιζε την έκφραση των αρχιπελαγικών τάσεων του Ελληνισμού με μοιραίες συνέπειες στην εξέλιξή του. Επιπλέον επέβαλλε το ηπειρωτικό και ολοκληρωτικό ιδεώδες, που βασιζόταν και στο «μεταφυσικό μονοπώλιο» του Χριστιανισμού, στον «αναρχικό» κόσμο του Αιγαίου, οδηγώντας τον σταδιακά σε παρακμή, γεγονός που συνετέλεσε στην εμπορική διείσδυση των ιταλικών πόλεων. Για πάνω από 500 χρόνια οι θαλάσσιοι δρόμοι και τα νησιά του Αιγαίου ελέγχονταν από τους Βενετούς και τους Γενουάτες.

Η κατάληψη ολόκληρου του Αιγαίου από τους Οθωμανούς και η ένταξή του στο Dar al Islam, μια προσπάθεια που διάρκεσε πάνω από δύο αιώνες και δεν ήταν πάντα επιτυχής, έθεσε τέρμα στη διείσδυση των Ευρωπαίων στην Ανατολική Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό ευνόησε την ανάπτυξη μιας τοπικής εμποροναυτικής αστικής τάξης, που σταδιακά προσδέθηκε στο άρμα των συμφερόντων των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης. Αυτή η ελληνική αστική τάξη, κινητική, πλούσια και φιλόδοξη, προώθησε αργότερα και τις ιδέες του Διαφωτισμού και του εθνικισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στον αντίποδα της ναυτικής Ελλάδας του Αιγαίου, που έβλεπε προς τη Δύση, βρισκόταν ο Ελληνισμός των ηπειρωτικών περιοχών και της Κωνσταντινούπολης. Αυτό το μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού παρέμενε προσκολλημένο στην ορθόδοξη παράδοση και στο οικουμενικό ιδεώδες, όπως εκφραζόταν από το Πατριαρχείο, και ήταν προσανατολισμένο προς την ομόδοξη Ρωσία. Η νέα αστική τάξη των νησιών και των παραλίων του Αιγαίου, έχοντας υιοθετήσει την εθνικιστική ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης, προωθούσε την ίδρυση ενός εθνικού κράτους στο νότιο άκρο της βαλκανικής χερσονήσου, το οποίο θα επιφορτιζόταν με την αποστολή να ενοποιήσει τον αιγαϊκό χώρο, πράγμα που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της ναυτικής ελίτ. Από την άλλη η παραδοσιακή ελίτ του ηπειρωτικού Ελληνισμού και της Πόλης, προωθούσε τον ελληνο-οθωμανισμό, πιστεύοντας ότι ο Ελληνισμός, εξαιτίας της πολιτιστικής και οικονομικής του ανωτερότητας, θα αντικαθιστούσε σταδιακά τους Οθωμανούς στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, όπως έγινε και στην περίπτωση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο). Σε πνευματικό επίπεδο η σύγκρουση αυτή αποκρυσταλλώθηκε στη διαμάχη Διαφωτιστών-Κολυβάδων, με τους πρώτους να υποστηρίζουν το εκσυγχρονιστικό πνεύμα της Ευρώπης και τους δεύτερους να υπεραμύνονται της Ορθόδοξης Παράδοσης. Οι πρώτοι τάχθηκαν υπέρ του εθνικισμού, ενώ οι δεύτεροι υποστήριζαν τον ορθόδοξο οικουμενισμό, που είχε τότε ακόμη το χαρακτήρα της εθελοδουλίας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, συντηρητική, γεμάτη προνόμια και παραδοσιακά αντιλατινική, ως υπεύθυνη του ρουμ μιλιέτ ήταν κατά κάποιο τρόπο «συνδιαχειριστής» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και γι’ αυτό είχε κάθε συμφέρον από τη σταθερότητα της. Έτσι εξηγούνται και οι «πατρικές συμβουλές» του Πατριάρχη Γρηγορίου που το 1798 εξηγούσε στους πιστούς του: «ο σουλτάνος είναι, μετά το Θεό, ο αφέντης των Χριστιανών, ο θεματοφύλακας των αγαθών τους και ο φύλακας-άγγελος της ζωής τους» και ότι «αυτοί που μιλούσαν για το όνειρο της ελευθερίας, ενεργούσαν ενάντια στις Άγιες Γραφές και ήταν όργανα του Διαβόλου»!

Η Ελληνική Επανάσταση (1821-1829) κόντεψε κάποια στιγμή να σβήσει εξαιτίας της έμφυτης στους Έλληνες τάσης προς τον τοπικισμό και τη διχόνοια. Στον εμφύλιο, που διεξήχθη, συγκρούστηκε για μια ακόμη φορά η ηπειρωτική Ελλάδα (Ρούμελη) με τη ναυτική (νησιά και παράκτια Πελοπόννησος). Στο μικρό ελλαδικό κράτος-φάντασμα, που ξεφύτρωσε στις νότιες παρυφές της Βαλκανικής με την υποστήριξη κυρίως των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης, εμφανίστηκαν κόμματα που εξέφραζαν το ναυτικό ιδεώδες (αγγλικό και γαλλικό κόμμα) και το ηπειρωτικό (ρωσικό κόμμα). Το κράτος αυτό στηρίχτηκε εξαρχής στο δυτικόφερτο εθνικισμό και είχε ως ιδεολογία του τη συγκέντρωση του «γαλαξία» των ελληνικών κοινοτήτων, που ήταν διασπαρμένες σ’ ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα, σ’ ένα ομοιογενές εθνικό κράτος (Μεγάλη Ιδέα). Ωστόσο, με το πέρασμα των δεκαετιών, το κράτος αυτός υπήρξε ο τάφος του «γαλαξιακού» Ελληνισμού.

Η διαμάχη ανάμεσα στα «γεωφιλοσοφικά στρατόπεδα», που εκπροσωπούνταν από τη ναυτική (φιλοαγγλική και φιλογαλλική) και την ηπειρωτική (φιλορωσική και φιλογερμανική) ελίτ, συνεχίστηκε με τη σύγκρουση Βενιζέλου (Φιλελεύθεροι) με το βασιλέα Κωνσταντίνο (Συντηρητικοί), η οποία κι οδήγησε στον καταστροφικό εθνικό διχασμό (1917), το βασικότερο παράγοντα ανάσχεσης και παλινδρόμησης του Ελληνισμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: ο Βενιζέλος εξέφραζε το ναυτικό ιδεώδες και τη σύμπλευση με τα συμφέροντα της Αγγλίας. Ήταν ένθερμος οπαδός του προτύπου της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και βρισκόταν κοντά στο αρχέτυπο του Οδυσσέα. Αντίθετα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εξέφραζε τον ηπειρωτικό ολοκληρωτισμό, τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Γερμανίας του Κάιζερ, και κατ’ επέκταση το αριστοκρατικό πολίτευμα της Σπάρτης και το «στρατοκρατικό» αρχέτυπο του Αχιλλέα. Ενώ ο Βενιζέλος υποστήριζε τη θάλασσα, ο Κωνσταντίνος ήταν ταγμένος στο «στρατόπεδο της ξηράς».

Επικράτησε τελικά ο Βενιζέλος, ένας βαθύς γνώστης, μεταφραστής και μελετητής του Θουκυδίδη, που πίστευε ακράδαντα στην υπεροχή των ναυτικών δυνάμεων. Στόχος του Βενιζέλου ήταν η ενοποίηση του αιγαιακού χώρου, που θα επιτυγχανόταν μόνο με τη σύμπραξη της Ελλάδας με τις ναυτικές δυνάμεις της Δύσης. Τα συμφέροντα της Ελλάδας, πίστευε ο Βενιζέλος, έπρεπε να ταυτίζονται πάντα μ’ εκείνα της ναυτικής δύναμης που κυριαρχούσε στη Μεσόγειο, επομένως μ’ εκείνα της Αγγλίας. Μόνον έτσι και χάρη στην αδιαμφισβήτητη υπεροχή στη θάλασσα (πολεμικό ναυτικό), θα μπορούσαν οι Έλληνες να διεκδικήσουν επαξίως την ανασύσταση του ιστορικού τους χώρου με επίκεντρο το Αιγαίο. Ωστόσο η Μικρασιατική Καταστροφή, που οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό σε λανθασμένους και ριψοκίνδυνους χειρισμούς του ηπειρωτικού γεωφιλοσοφικού μπλοκ (βασιλικοί) της Ελλάδας, στέρησε από τον Ελληνισμό τους ανατολικούς του κλάδους αποδυναμώνοντας παράλληλα την ισχύ της ναυτικής Ελλάδας με την απώλεια των ανατολικών ακτών του αρχιπελάγους: στο εξής η Ελλάδα θα ήταν γεωπολιτικά ανάπηρη.

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου έχουμε μια σχετική αποδυνάμωση του ναυτικού γεωφιλοσοφικού μπλοκ και του αρχιπελάγους των διάσπαρτων ελληνικών κοινοτήτων, εξαιτίας του τεράστιου κύματος των προσφύγων, της αστικοποίησης και του συγκεντρωτισμού. Η «ηπειρωτική» (λαϊκή) ιδεολογία της Ρωμιοσύνης, που έβλεπε παραδοσιακά προς τη Ρωσία, αντικαταστάθηκε με την αντιναυτική και αντιδυτική ιδεολογία του Κομουνισμού, που στρατολογούσε οπαδούς κυρίως μέσα από τους εξαθλιωμένους Ρουμ πρόσφυγες των πόλεων, κι έβλεπε προς τη Σοβιετική Ένωση. Άλλωστε για τους Ρουμ Κομουνιστές «η Μεγάλη Ιδέα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο ιμπεριαλισμός του ελληνικού καπιταλισμού» (Γ. Κορδάτος). Αντίστοιχα η δεξιά πτέρυγα του ηπειρωτικού (συντηρητικού) μπλοκ ασπάστηκε τη φασιστική ιδεολογία (Ι. Μεταξάς) κι έβλεπε προς την επίσης ηπειρωτική ναζιστική Γερμανία. Το κέντρο και η ναυτική, δημοκρατική και φιλελεύθερη ιδεολογία που εκπροσωπούσε, πολιορκούνταν ασφυκτικά από τις ηπειρωτικές και ολοκληρωτικές ιδεολογίες.

Το καθεστώς του Ι. Μεταξά, που επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1936, παρότι ήταν ένα παραφθαρμένο αντίγραφο του φασιστικού προτύπου, έκλινε γεωπολιτικά περισσότερο προς τη θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία παρά προς την ηπειρωτική και συγγενική ιδεολογικά Γερμανία. Ο ίδιος ο Ι. Μεταξάς, που χαρακτηριζόταν από πολιτικό ρεαλισμό, προτάσσοντας καθαρά γεωπολιτικά κριτήρια είχε υιοθετήσει το «βενιζέλειο» δόγμα ότι η Ελλάδα ως «θάλασσα περιβαλλόμενη υπό ξηράς… εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου, εις το οποίον ευρίσκεται η Αγγλία».

Έτσι η Ελλάδα αντιστάθηκε στον εισαγόμενο ολοκληρωτισμό: η μάχη της Κρήτης έγινε σύμβολο του αγώνα της ναυτικής Ελλάδας. Παράλληλα το Ρουμ ηπειρωτικό μπλοκ, που ασπάστηκε την αριστερή ιδεολογία, διεξήγαγε ένα σκληρό αγώνα κατά των Γερμανών κατακτητών. Πώς όμως εξηγείται αυτή η σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ηπειρωτικά ιδεολογικά μπλοκ (Ρώσοι Κομμουνιστές-Γερμανοί Ναζί), που βρίσκονται στο ίδιο γεωπολιτικό και γεωφιλοσοφικό στρατόπεδο (ηπειρωτικές δυνάμεις) και τα συμφέροντά τους πάνω κάτω ταυτίζονται; Μήπως το όνειρο του Γερμανού γεωπολιτικού Καρλ Χάουσχοφερ δεν ήταν η σύμπτυξη του «ηπειρωτικού άξονα» Βερολίνο-Μόσχα-Τόκυο, ως αντίβαρο στην παγκόσμια κυριαρχία των αγγλοσαξωνικών ναυτικών δυνάμεων;

Η σύγκρουση των δύο γεωφιλοσοφικά «συγγενικών» ολοκληρωτικών ιδεολογιών οφειλόταν στη λανθασμένη στρατηγική κίνηση του Χίτλερ να έρθει σε πόλεμο με την ΕΣΣΔ, τον τεράστιο ηπειρωτικό κι ολοκληρωτικό γίγαντα, που κατείχε την «κεντροχώρα» (Heartland). H ρήξη Χίτλερ-Στάλιν παρέσυρε και τους Έλληνες Κομουνιστές ενάντια στους Φασίστες, ενώ θα ήταν πιο λογικό και οι δύο γεωφιλοσοφικοί συγγενείς να πολεμούν τις δυνάμεις της φιλελεύθερης ναυτικής Δύσης.

Μετά το τέλος του Β΄ Π. Πολέμου έχουμε στην Ελλάδα την έναρξη μιας ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης ανάμεσα στους (Ρουμ) Κομμουνιστές και στους «δημοκρατικούς», που υποστηρίζονταν από τη Δύση. Για μια ακόμη φορά στην ιστορία μας οι οπαδοί μιας «ηπειρωτικής ιδεολογίας» συγκρούονταν με τους οπαδούς της «ναυτικής ιδεολογίας», δηλαδή το βουνό (ξανά) πολεμούσε τη θάλασσα. Οι ελπίδες να επικρατήσει το ηπειρωτικό γεωφιλοσοφικό μπλοκ ήταν ελάχιστες μιας και η Ελλάδα είναι εξαιρετικά ευάλωτη από τη θάλασσα, μια πραγματικότητα που γνώριζε και ο ίδιος ο Στάλιν και γι’ αυτό αποποιήθηκε κάθε βοήθεια προς στους Έλληνες Κομουνιστές. Χωρίς εξωτερική βοήθεια ο αγώνας των Ελλήνων «ηπειρωτιστών» ήταν καταδικασμένος. Η ζημιά όμως είχε γίνει στο σώμα του Ελληνισμού και χρειάστηκαν δεκαετίες για να επουλωθούν τα τραύματα του Εμφύλιου.

Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου (1947-1991) η Ελλάδα προσδέθηκε στενά στο γεωπολιτικό και γεωφιλοσοφικό στρατόπεδο των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης, γεγονός που επισφραγίστηκε με την εισδοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ (1952) και στην ΕΟΚ (1981). Αν και η κυρίαρχη πολιτική ηγεσία ήταν η δεξιά συντηρητική πτέρυγα, που είχε έντονες ηπειρωτικές γεωφιλοσοφικές καταβολές εξαιτίας της προέλευσής της από τους προύχοντες και τους κοτζαμπάσηδες της ηπειρωτικής Ελλάδας οι οποίοι και συγκρότησαν το καθαρά πελατειακό αντιβενιζελικό στρατόπεδο, επικράτησε εντούτοις η λογική του «ανήκομεν εις την Δύσιν», μόνο και μόνο επειδή ο αντίπαλος ήταν ένα ηπειρωτικό γεωφιλοσοφικό «ανατολικό μπλοκ» (Σύμφωνο της Βαρσοβίας). Για να εξασφαλιστεί δηλαδή η γεωπολιτική πρόσδεση της χώρας στη Δύση χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό ηπειρωτικά γεωφιλοσοφικά στοιχεία (συντηρητική δεξιά) αντί της φιλελεύθερης δεξιάς, του κέντρου και της κεντροαριστεράς, χώροι που αντλούν ιδεολογικά επιχειρήματα από το ναυτικό γεωφιλοσοφικό «οπλοστάσιο» και ρέπουν προς την ανεκτική δημοκρατία.

Επίσης, η δωρεά των 100 Λίμπερτυ από τις ΗΠΑ στους Έλληνες εφοπλιστές είχε ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη του ελληνόκτητου εμπορικού ναυτικού και της εφοπλιστικής τάξης, τα συμφέροντα της οποίας συνέπιπταν πάντοτε μ’ εκείνα των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης (είναι τυχαίο άραγε που το κέντρο του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου δεν είναι ο Πειραιάς αλλά το Λονδίνο;). Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, που αν δεν επεκτείνεται μαραζώνει, ξεπέρασε στα στενά όρια του ελλαδικού κράτους και με τις λεγόμενες «σημαίες ευκαιρίες» ανοίχτηκε σ’ όλες τις θάλασσες του κόσμου. Οι Έλληνες εφοπλιστές, η οικονομική πτέρυγα του «ναυτικού μπλοκ», ήταν οι πρώτοι που συνειδητοποίησαν ότι η Γη είχε μετατραπεί σε «Παγκόσμιο Χωριό»...

Σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο η άνοδος του αντιαμερικανισμού, που οφειλόταν στην υποστήριξη των ΗΠΑ στη χούντα και στη μη παρέμβασή τους κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο το 1974, εισπράχτηκε ως ενίσχυση του ηπειρωτικού γεωφιλοσοφικού μπλοκ μέσω της πολιτικής ανέλιξης του «ριζοσπαστικού» ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1985. Το ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου εξέφραζε ιδεολογικά έναν αντιδυτικισμό, που θύμιζε την ανάλογη απέχθεια προς τη «ναυτική Δύση» που έτρεφαν παλαιότερα οι οπαδοί των ηπειρωτικών γεωφιλοσοφικών μπλοκ. Βέβαια τα πράγματα στους κόλπους αυτού του κινήματος δεν ήταν ασπρόμαυρα. Η πλειοψηφία των υποστηρικτών του ΠΑΣΟΚ, κυρίως όσοι προέρχονταν από τη νότια Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη, την Κρήτη και ιδιαίτερα από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, κατάγονταν ιδεολογικά από τον αρχέγονο φιλελεύθερο πυρήνα των Βενιζελικών, που υποστήριζε το ναυτικό ιδεώδες κι έρεπε προς τη δημοκρατία δυτικού τύπου. Επίσης στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ υπήρχαν κατάλοιπα των Ρουμ αριστερών, που κατάγονταν από τα λαϊκά στρώματα του οικουμενικού Ελληνισμού, παραδοσιακά ρωσόφιλα κι εχθρικά προς την ντόπια αστική τάξη, που εκλαμβάνονταν ως το ιμπεριαλιστικό «μακρύ χέρι» της Δύσης.

Από την πρώτη και πλειοψηφική πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ ξεπήδησε η μερίδα των εκσυγχρονιστών, που υποστήριξε το ιδεώδες της σύγχρονης και ανοικτής δημοκρατικής κοινωνίας κι αντιλαμβάνεται τον ηγέτη ως «καπετάνιο» κι όχι ως «στρατηγό», κοντολογίς ανήκει στο ναυτικό γεωφιλοσοφικό μπλοκ. Από την αριστερή πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ ξεπήδησε ο αντιδυτικός νεορθόδοξος εθνικισμός μ’ εκφραστές του τον Στ. Παπαθεμελή, τον Δ. Τσοβόλα κ.ά.

Σε γενικές όμως γραμμές αυτό το μαζικό πολιτικό κίνημα, όπως και το αντίστοιχο της Νέας Δημοκρατίας που έχει τη φιλελεύθερη και τη συντηρητική του πτέρυγα, εκφράζει και τις δύο γεωφιλοσοφικές και γεωπολιτικές τάσεις, οι οποίες και ενυπάρχουν στους κόλπους ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας εξακολουθώντας να τη διχάζουν. Η ηπειρωτική γεωπολιτική κατεύθυνση θέλει επέκταση της οικονομικής (και όχι μόνον) επιρροής προς τη βαλκανική ενδοχώρα και γεωπολιτκή ανάσχεση της Τουρκίας, ενώ η ναυτική γεωπολιτική κατεύθυνση βλέπει περισσότερο προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο κι επιθυμεί άμβλυνση των σχέσεων με την Τουρκία με στόχο την ενοποίηση, οικονομικά σε πρώτη φάση, του Αιγαίου μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ηπειρωτικό γεωφιλοσοφικό μπλοκ της Ελλάδας υποστηρίζει την παράδοση, την ορθοδοξία και βλέπει με συμπάθεια τους ομόδοξους και ηπειρωτικούς «αδελφούς Σέρβους», ενώ αντιτίθεται στη Νέα Παγκόσμια Τάξη που προσπαθεί να επιβάλει η ναυτική Δύση. Το ναυτικό γεωφιλοσοφικό μπλοκ υποστηρίζει διακαώς την ένταξη της χώρας στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού, που αυτή συνεπάγεται. Η ναυτική «παράταξη» βλέπει την Ελλάδα ως εφαλτήριο για άνοιγμα προς τον κόσμο, ενώ η ηπειρωτική ως ένα «κάστρο» που πρέπει να προστατευτεί πάση θυσία. Η μια δε φοβάται την παγκοσμιοποίηση, ενώ η άλλη τείνει να τη δαιμονοποιεί…

Έχουν περάσει περισσότερα από 3.000 χρόνια από τότε που ο Όμηρος έπλασε τις μυθολογικές μορφές του Αχιλλέα και του Οδυσσέα, προσωποποιώντας τις δύο ψυχές της Ελλάδας και ο γεωφιλοσοφικός διχασμός παραμένει. Κανονικά το ναυτικό γεωφιλοσοφικό ιδεώδες θα είχε επικρατήσει, εφόσον η Ελλάδα έχει εδώ και δεκαετίες ξεκάθαρο Δυτικό γεωπολιτικό προσανατολισμό, ωστόσο όμως ο υπερσυγκεντρωτισμός του αθηνοκεντρικού ελλαδικού κράτους και η υπερβολική αστικοποίηση ενίσχυσαν ως ένα βαθμό το ηπειρωτικό γεωφιλοσοφικό ιδεώδες, επειδή παράλληλα αποδυναμώθηκε η αρχιπελαγική φύση των ελληνικών κοινοτήτων. Στο βαθμό που ο εκσυγχρονισμός και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα ενισχύσει την αποκέντρωση και την αρχιπελαγική φύση της Ελλάδας, θα έχουμε και την επικράτηση του ναυτικού γεωφιλοσοφικού ιδεώδους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και την εξαφάνιση της «ορεινής γεωφιλοσοφίας». Ο Οδυσσέας και ο Αχιλλέας θα συνεχίσουν να υπάρχουν, ν’ αλληλεπιδρούν και να αγωνίζονται για την ψυχή του Έλληνα.



Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Από το 1988 αρθρογραφεί συστηματικά στον ειδικό, κυρίως, τύπο κι έχει δημοσιεύσει τουλάχιστον 1.000 εξειδικευμένα άρθρα σε περισσότερα από 30 περιοδικά. Υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού Strange (1998-2001), συνδημιουργός των εκδόσεων ΆΓΝΩΣΤΟ και από το Νοέμβριο του 2004 εκδίδει και διευθύνει το περιοδικό ΖΕΝΙΘ. Έχει μέχρι στιγμής γράψει τα βιβλία: Νίκολα Τέσλα: Ο Προφήτης του 21ου Αιώνα (1999), Μυστική Σερβία (1999) Απαγορευμένη Τεχνολογία (2000), Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους: Ο Ελληνισμός στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης (2000), Ελεύθερη Ενέργεια (2001), Μετα-Αποκάλυψη Τώρα (2002), Θεωρίες Συνωμοσίας (2003), Γκρίζα Ελλάδα: Η Ανατομία του Ελληνικού Συνδρόμου (2004), Ο Θαυμαστός Κόσμος του Τέσλα (Εκδ. Άγνωστο 2004), Mind Control: O Πόλεμος για τον Έλεγχο του Νου (Εκδ. Άγνωστο 2005) και Στοιχειωμένα Βαλκάνια (2006). Όλα τα βιβλία του οδηγήθηκαν σε πολλές επανεκδόσεις κι έγιναν αφορμή για δημιουργικές συζητήσεις, ακόμη και διαφωνίες. Έχει επίσης συμμετάσχει με εκτενή κείμενά του σε 17 συλλογικά έργα, ενώ υπήρξε εμπνευστής και εκδότης των ειδικών εκδόσεων ΜΥΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ και ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ. Ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, ενώ ταξιδεύει συχνά στη βαλκανική ενδοχώρα. Για επικοινωνία με το συγγραφέα: stamkos@post.com –www.stamkos.gr και www.agnosto.gr

ΠΗΓΗ
Press to Continue.......