Monday, 10 August 2009

Το φάντασμα της όπερας...

...περιπλανιέται ακόμη στα θέατρα όλου του κόσμου. Το μελόδραμα μετρά ήδη πέντε αιώνες ιστορίας και αποτελεί σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου πολιτισμού. Όπως και η λογοτεχνία και η μουσική, τα συστατικά στοιχεία της όπερας.
Όλα ξεκίνησαν με αφορμή την αρχαία Ελλάδα. Το 1637, στο Καρναβάλι της Βενετίας, άνοιξε τις πύλες του το θέατρο του Σαν Κασιάνο. Η πρώτη παράσταση επί πληρωμή ήταν ένα «μουσικό δράμα», η Ανδρομέδα του Φραντσέσκο Μανέλι. Μέχρι τότε, ανάλογα έργα παίζονταν δωρεάν και απευθύνονταν σε ένα στενό κύκλο ευγενών που ήταν παθιασμένοι με την ελληνική μυθολογία και την αρχαία ιστορία. Έναν αιώνα αργότερα, η κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά, καθώς οι θεατές καλούνταν να πληρώσουν για να παρακολουθήσουν τα μελοδράματα της εποχής. Μόνο στη Βενετία υπήρχαν 17 θέατρα, ενώ τον 18ο αιώνα η όπερα αποτελούσε ήδη το πιο δημοφιλές μουσικό είδος στη δυτική Ευρώπη. Η απήχηση που είχε στο κοινό θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την αντίστοιχη της σύγχρονης ροκ και ποπ μουσικής.

Ελληνική νοσταλγία
Στη Φλωρεντία, γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, μια ομάδα ποιητών που ήταν ερωτευμένοι με τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων συνήθιζαν να συναντιούνται στη Λέσχη Μπάρντι (από το όνομα του ευγενούς που τη χρηματοδοτούσε). Εκείνοι, λοιπόν, άρχισαν να γράφουν θεατρικά κείμενα τα οποία συνόδευαν με μουσική και «ερμήνευαν τραγουδώντας». Με αυτό τον τρόπο επιχειρούσαν να αναβιώσουν την ατμόσφαιρα των ελληνικών τραγωδιών, τις οποίες στην πραγματικότητα γνώριζαν ελάχιστα. Για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους χρησιμοποιούσαν απλές μελωδίες που προσπαθούσαν να αναπαραγάγουν τα γυρίσματα της παρλάτας. Ήταν αληθινή επανάσταση, καθώς για πρώτη φορά, μετά από πολλούς αιώνες, η μουσική δεν βασιζόταν στην πολυφωνία (δηλαδή στη σύνθεση με πολλές φωνές ή όργανα, όπως συνήθως συνέβαινε στη θρησκευτική μουσική).

Made in Italy Η όπερα ως είδος είναι επομένως ιταλική επινόηση. Η παλαιότερη λυρική όπερα που σώζεται, η Ευρυδίκη των Γιάκοπο Πέρι και Οτάβιο Ρινουτσίνι, παρουσιάστηκε στη Φλωρεντία το 1600 για τον εορτασμό του γάμου της Μαρίας των Μεδίκων με τον βασιλιά της Γαλλίας Ενρίκο Δ’. Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες της εποχής, οι 200 καλεσμένοι δεν έμειναν ιδιαίτερα εντυπωσιασμένοι από το έργο. Ωστόσο με τον καιρό, οι συνθέτες έγραφαν πιο μεγαλοπρεπείς όπερες. Σύντομα δημιουργήθηκαν μεγάλες σχολές τραγουδιού στις κυριότερες ιταλικές πόλεις. Επίσης, σχηματίστηκε ο «κώδικας» της όπερας (βλ. πλαίσιο σε αυτή τη σελίδα). Και επειδή η πλοκή ήταν λίγο πολύ η ίδια, καθορίστηκαν κάποιοι επαναλαμβανόμενοι ρόλοι κλειδιά (ο ήρωας, ο εραστής, ο υπηρέτης...), που καθένας συνδέθηκε με έναν συγκεκριμένο τύπο φωνής (τενόρος, σοπράνο, μπάσος...). Η όπερα διέθετε πλέον όλα τα συστατικά για να κερδίσει το κοινό.

Μελοποιημένη σαπουνόπερα
Τον 18ο και τον 19ο αιώνα, το μουσικό θέατρο είχε κοινά στοιχεία με τα σημερινά σίριαλ και τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες. Οι θεατές αποζητούσαν δυνατά συναισθήματα και εντυπωσιακά εφέ. Η αληθοφάνεια ήταν το τελευταίο πράγμα για το οποίο ενδιαφέρονταν. Ήξεραν ήδη την υπόθεση, ακόμη και το φινάλε. Το μόνο που ήθελαν ήταν να απολαύσουν την παράσταση και να διασκεδάσουν. Ακόμη και οι όπερες που γράφτηκαν στην Ρώμη των παπών έπρεπε υποχρεωτικά να αναφέρονται σε συγκεκριμένα θέματα, γι’ αυτό συνθέτες και λιμπρετίστες (οι ποιητές που έγραφαν τα κείμενα) παρενέβαλλαν επεισόδια φανταστικά ή γκροτέσκα.

Σήμερα, οι ένθερμοι οπαδοί της όπερας πηγαίνουν στο θέατρο όπως θα πήγαιναν σε μια τελετουργία, τυλιγμένοι στο σκοτάδι και τη θρησκευτική σιωπή. Αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα όλα ήταν διαφορετικά, ακόμη και το ίδιο το θέατρο, καθώς η πλατεία δεν είχε καθίσματα και γι’ αυτό κόστιζε φθηνότερα. Μόλις τον 19ο αιώνα ο εξώστης (οι πιο ψηλές γαλαρίες) άρχισε να προορίζεται για τους παθιασμένους οπαδούς του λυρικού δράματος.

Μουσικό κολατσιό
Κάτω από το αδύναμο φως των κεριών ή των λυχναριών που έκαιγαν πάντα, οι θεατές μπορούσαν να διαβάζουν το κείμενο που άκουγαν. Όμως στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία στο έργο, κουβέντιαζαν πολύ και κατά τη διάρκεια των χορευτικών ιντερμεδίων χόρευαν και οι ίδιοι. Στα θεωρεία των πλουσίων παράνομα ζευγάρια έβρισκαν την ευκαιρία να μείνουν μόνοι πίσω από τις κουρτίνες, οικογένειες κολάτσιζαν, τζογαδόροι οργάνωναν χαρτοπαίγνια. Ένα θέαμα μπορούσε να διαρκέσει πολλές ώρες. Στο Χρυσό μήλο του Πιέτρο Αντόνιο Τσέστι (1667) υπήρχαν 48 πρόσωπα, 66 σκηνές, 24 διαφορετικά σκηνικά, συν ένα τριπλό μπαλέτο στο φινάλε. Η όπερα ήταν πάντα ένα πολυέξοδο θέαμα, όπως είναι σήμερα κάποιες υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ. Έπρεπε να πληρωθούν οι μουσικοί, οι χορευτές, οι σκηνογράφοι, οι τεχνικοί, οι τραγουδιστές (μερικοί ήταν πραγματικά απαιτητικοί), ο λιμπρετίστας και ο συνθέτης. Οι συνθέτες έγραφαν ασταμάτητα για τους ιμπρεσάριους, τους επιχειρηματίες που αναλάμβαναν την οργάνωση των παραστάσεων, οι οποίοι γίνονταν συνεχώς πλουσιότεροι και ισχυρότεροι. Όλα αυτά αποτέλεσαν το λίκνο της σύγχρονης βιομηχανίας της διασκέδασης.

Πριμαντόνες, όπως ροκ σταρ
Αν η όπερα ήταν σαν μια ροκ συναυλία, οι τραγουδιστές -περισσότερο από τους συνθέτες- ήταν οι σταρ. Στην αρχή, οι ίδιοι οι συνθέτες τραγουδούσαν στις όπερές τους. Πολύ σύντομα, όμως, απόλυτοι πρωταγωνιστές έγιναν οι σοπράνο (υψίφωνοι) και οι καστράτοι (που τους ευνούχιζαν από παιδιά, ώστε η φωνή τους να παραμείνει υψηλή όπως η γυναικεία, αλλά δυνατή όπως η αντρική). Ο πιο φημισμένος καστράτος ήταν ο Κάρλο Μπρόσκι (1705-1782) τον οποίο ευνούχισε ο αδελφός του, ένας ατάλαντος συνθέτης, ο Ρικάρντο Μπρόσκι. Ο Κάρλο Μπρόσκι, γνωστός ως «Φαρινέλι», ήταν ο πιο διάσημος καστράτος του 18ου αιώνα τόσο για τη φωνή του, η οποία λέγεται ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες και η έκτασή της έφτανε τις τρεισήμισι οκτάβες, όσο και για την ανδρόγυνη ομορφιά του. Οι καστράτοι συμμετείχαν στο «μπελκάντο», έναν διαγωνισμό όπου νικητής έβγαινε όποιος κατάφερνε να φτάσει τις περισσότερες νότες σε ένα κομμάτι. Έναν αιώνα αργότερα, στη δεκαετία του 1950, οι υψίφωνοι Μαρία Κάλλας και Ρενάτα Τεμπάλντι είχαν δύο αντίπαλα «φαν κλαμπ» που δεν ήταν λιγότερο φανατικά από εκείνα των Beatles και των Rolling Stones.

Ζήτω η μπάντα
Αν και δεν υπήρχαν CD ούτε γραμμόφωνα (τα τελευταία εμφανίστηκαν μόλις το 1899), σε πολλές πόλεις της Ευρώπης ο κόσμος τραγουδούσε στον δρόμο άριες που είχαν γίνει πασίγνωστες. Πώς διαδίδονταν; Με τα μέσα της εποχής: στην αρχή μεταγραφές για φωνή και τσέμπαλο, έπειτα για πιάνο, κουαρτέτο εγχόρδων ή μικρές ορχήστρες δωματίου. Την εποχή του Τζουζέπε Βέρντι (1813-1901) τα όργανα του δρόμου, όπως η ρομβία και η φυσαρμόνικα, ξανάπαιζαν τις νότες του Ναμπούκο ή του Ριγκολέτο. Έτσι, μετά από μερικές εβδομάδες, ακόμη και χωρίς ραδιόφωνο, τα πιο όμορφα μοτίβα γίνονταν νούμερο ένα. Εκδίδονταν σε χαμηλή τιμή λιμπρέτα με τα κείμενα, αλλά ακόμη και όσοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν ήξεραν τις πιο γνωστές συνθέσεις του Βέρντι ή του Τζοακίνο Ροσίνι, χάρη στους πλανόδιους οργανοπαίκτες και τις τοπικές μουσικές μπάντες. Για δύο αιώνες τραγουδούσαν παντού στα ιταλικά, ακριβώς όπως σήμερα τραγουδάμε παντού στα αγγλικά.

Επτανήσια σχολή
Από τους Έλληνες συνθέτες, πρώτοι οι Επτανήσιοι έγραψαν όπερα, αρχικά σε ιταλικό κείμενο. Την περίοδο που στην Ευρώπη γεννιόταν και αναπτυσσόταν η όπερα, οι συνθήκες στην Ελλάδα ήταν κάθε άλλο παρά κατάλληλες για το νέο μουσικό είδος. Ωστόσο στην υπό ενετική κατοχή περιοχή των Επτανήσων δημιουργήθηκε μια μουσική σχολή, σαφώς επηρεασμένη από την ιταλική όπερα. Ο Νικόλαος Μάντζαρος υπήρξε ο συνθέτης της μονόπρακτης κωμικής όπερας Ντον Κρεπουσκουόλο, που είναι η πρώτη σωζόμενη όπερα Έλληνα δημιουργού (1815). Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του Σπυρίδωνος Ξύνδα, του Επτανήσιου ο οποίος, σε συνεργασία με τον συμπατριώτη του, Ιωάννη Ρινόπουλο, έγραψε το 1867 την πρώτη όπερα με ελληνικό λιμπρέτο, με τίτλο Ο υποψήφιος βουλευτής. Επίσης ο Σπύρος Σαμάρας υπήρξε διάσημος στην εποχή του, όχι μόνο στην πατρίδα του αλλά και στην Ευρώπη, καθώς έζησε για αρκετό διάστημα στη Γαλλία και την Ιταλία. Το έργο του, Φλόρα Μιράμπιλις, ανέβηκε για πρώτη φορά στο Μιλάνο το 1886, ενώ δύο χρόνια αργότερα παρουσιάστηκε στη Ρώμη η όπερα Μετζέ. Και τα δύο αυτά έργα γνώρισαν πολύ μεγάλη επιτυχία κάνοντας τον συνθέτη τους διάσημο.

Η ώρα του ανταγωνισμού
Ωστόσο, η «δικτατορία» του ιταλικού μελοδράματος δεν άρεσε σε όλους. Για τους βασιλείς της Ευρώπης ήταν ζήτημα στυλ, αλλά οι υπήκοοι συχνά αναρωτιόντουσαν γιατί οι τραγουδιστές έπρεπε υποχρεωτικά να τραγουδούν σε μια άγνωστη γλώσσα. Άλλωστε, κάθε χώρα είχε τα δικά της είδη μουσικού θεάτρου στη δική της γλώσσα, όπως για παράδειγμα το Singspiel της Γερμανίας και της Αυστρίας (μια μορφή μελοδράματος στη γερμανική γλώσσα, όπου οι διάλογοι συνδυάζονταν με μουσικές μπαλάντες και άριες). Αυτά τα είδη ήταν τόσο δημοφιλή ώστε ο Μότσαρτ οφείλει σε έναν βαθμό τη φήμη του στο τελευταίο του Singspiel στα γερμανικά, τον Μαγικό Αυλό (1791). Εν τω μεταξύ, τον 19ο αιώνα, κυρίως στη Γερμανία, η όπερα έπρεπε να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς της με έναν άλλο ετοιμοπόλεμο αντίπαλο, τη συμφωνική μουσική (που παίζεται δηλαδή μόνο από πλήρη ορχήστρα). Στην Ευρώπη διαδόθηκε η άποψη ότι η όπερα «αλά ιταλικά» είχε κάνει πια τον κύκλο της. Εκείνος που μετέτρεψε το θέατρο όπερας σε σχεδόν θρησκευτικό τόπο λατρείας ήταν ένας Γερμανός, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883). Επρόκειτο για επανάσταση. Ο αυστηρός κώδικας της όπερας αλλοιώθηκε. Σύμφωνα με τον Βάγκνερ, η μουσική έπρεπε να συνοδεύει ασταμάτητα τη δράση· έτσι εγκατέλειψε τις άριες και τα ρετσιτατίβο (διαλογικά μέρη) και μετέτρεψε την ορχήστρα σε πρωταγωνιστή. Η όπερα γινόταν πιο «δύσκολη» και εξελισσόταν σε ένα είδος για μυημένους.

Είναι απλώς τραγουδάκια;
Στη συνέχεια, από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, προέκυψε ο ανταγωνισμός του κινηματογράφου, ενώ από το εξωτερικό έφταναν τα πρώτα «ασμάτια». Στο Παρίσι, τη Βιέννη και το Λονδίνο, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, γνώριζαν μεγάλη επιτυχία οι οπερέτες όπου εναλλάσσονταν μέρη πρόζας, χοροί (ξέφρενα καν-καν και ορμητικά βαλς) και απομνημονεύσιμες άριες. Οι τελευταίες συνοδεύονταν από μικρές ορχήστρες ή πιάνο και μεταμορφώθηκαν στα chansons των παριζιάνικων καφέ, πρόγονους των «ασμάτιων» αλλά και της σύγχρονης ποπ μουσικής.
FOCUS

No comments: