Saturday, 6 June 2009

Δημοσκοπήσεις

Αποκαλύπτουν τις προθέσεις μας, προβλέπουν αυτά που θα κάνουμε και αποκωδικοποιούν όλα όσα επιθυμούμε ενδόμυχα. Όλα αυτά θεμελιώνονται σε στέρεες επιστημονικές βάσεις.
Λέγεται ότι στον κόσμο πραγματοποιείται μια δημοσκόπηση ανά δύο λεπτά. Είναι πιθανότατα μια υπερβολική εκτίμηση. Ωστόσο, σχεδόν όλοι μας έχουμε κληθεί να απαντήσουμε σε ερωτήσεις του τύπου «πόσα ξοδεύετε στο σουπερμάρκετ;», «ποιον θα ψηφίσετε;», «πόσες φορές την εβδομάδα κάνετε έρωτα;», «προτιμάτε τα εγχώρια ή τα εισαγόμενα προϊόντα;» και ούτω καθεξής. Πράγματι, σπανίζουν εκείνοι που δεν έχουν ποτέ απαντήσει σ’ ένα ερωτηματολόγιο ή σε μια τηλεφωνική έρευνα. Τα τελευταία χρόνια, οι στατιστικές και οι δημοσκοπήσεις έχουν κατακλύσει τις εφημερίδες, την τηλεόραση και το Ιντερνέτ.

Κάθε χρόνο στην Ευρώπη επενδύονται 8 δισεκατομμύρια ευρώ προκειμένου οι δημοσκόποι να αποκαλύψουν τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις συνήθειες και τις προθέσεις των πολιτών. Στην Αμερική, όπου γεννήθηκε η τεχνική της δημοσκόπησης στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το ποσό ανεβαίνει περισσότερο. Ποιος πληρώνει όμως γι’ αυτές τις έρευνες; Πολυεθνικές επιχειρήσεις, πολιτικά κόμματα, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί και μέσα ενημέρωσης είναι οι καλύτεροι πελάτες των εταιρειών δημοσκοπήσεων. Στόχος τους είναι να σχηματίσουν μία σφαιρική άποψη γύρω από τη γνώμη του κόσμου ή έστω γι’ αυτό που πιστεύουν ότι συνιστά τη γνώμη του κόσμου.

Άλλωστε, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, τα διαγράμματα και τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων βοηθούν να καταλάβουμε, να ενισχύσουμε ή να αντιστρέψουμε τις τάσεις του κοινού. Όλα ή σχεδόν όλα μπορούν να αποτυπωθούν σε μια δημοσκόπηση και να μεταβληθούν σε αριθμούς. Μάλιστα, ο Αμερικανός Τζορτζ Γκάλοπ (1901-1984), ο καθηγητής δημοσιογραφίας που ίδρυσε το πρώτο γραφείο σφυγμομετρήσεων στον κόσμο, υποστήριζε ότι με τις δημοσκοπήσεις και τις στατιστικές θα μπορούσε ν’ αποδείξει ακόμα και την ύπαρξη του Θεού!

Ο κόσμος σε σμίκρυνση
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης δεν φωτογραφίζουν με ακρίβεια την πραγματικότητα, αλλά αποτελούν μια εκτίμησή της, μία προσέγγιση. Σήμερα κάθε δημοσκόπηση βασίζεται σε μια θεμελιώδη παραδοχή, ότι ένας περιορισμένος αριθμός ανθρώπων, το δείγμα, μπορεί να αναπαραγάγει τις τάσεις ή τις σκέψεις ολόκληρου του πληθυσμού. Αυτό συχνά είναι αληθινό. Υπάρχουν όμως και αντίθετες περιπτώσεις. Βασικό ρόλο για μία σωστή δημοσκόπηση παίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων επιλέγεται το δείγμα. Συνήθως οι εταιρείες δημοσκοπήσεων ξεκινάνε από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, τα οποία στην Ελλάδα παρέχει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (Ε.Σ.Υ.Ε). Στη συνέχεια, ο σχεδιασμός και η επιλογή του δείγματος γίνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται αναλογική αντιπροσώπευση από όλα τα κοινωνικά και δημογραφικά στρώματα. Έτσι, λαμβάνονται υπόψη το φύλο, η ηλικία, ο βαθμός εκπαίδευσης, η κατοικία, η εργασία, το εισόδημα και η γεωγραφική περιφέρεια στην οποία διαμένουν οι ερωτώμενοι. Σε περίπτωση που πρόκειται για έναν πολύ εξειδικευμένο τύπο έρευνας, μπορούν να προστεθούν και άλλα χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα το ανάστημα και το βάρος, αν πρόκειται για ιατρικές σφυγμομετρήσεις.

Οι χίλιοι εκλεκτοί
Το μέγεθος του δείγματος μπορεί να ποικίλλει, αλλά η μακρόχρονη εμπειρία έχει καταδείξει δύο πράγματα: πρώτον, μια δημοσκόπηση σε λιγότερα από 100 άτομα είναι ελάχιστα αξιόπιστη. Δεύτερον, μια δημοσκόπηση σε λιγότερα από 60 άτομα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιαδήποτε επιστημονική ανάλυση, διότι δεν μας λέει τίποτα για τις τάσεις του πληθυσμού. Ακριβώς για αυτόν το λόγο, στην Ελλάδα έχουν θεσπιστεί ως ελάχιστο όριο δείγματος τα 60 άτομα. Ακόμα όμως και οι δημοσκοπήσεις που περιλαμβάνουν μέχρι 100 άτομα πρέπει να φέρουν τη διευκρινιστική σημείωση ότι οι αναλύσεις τους είναι μόνο ενδεικτικές. Οι παραπάνω παράμετροι ισχύουν μόνο στην περίπτωση που η δημοσκόπηση διεξάγεται με τη μέθοδο της προσωπικής συνέντευξης. Αντίθετα, οι τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις, ειδικά όσες αφορούν στην πρόθεση ψήφου, για να θεωρηθούν αξιόπιστες απαιτούν πολύ μεγαλύτερο δείγμα, το οποίο έχει οριστεί στα 1.000 άτομα για το λεκανοπέδιο της Αττικής και σε ακόμα περισσότερα για ευρύτερες καλύψεις πληθυσμού.

Πάντως, οι εταιρείες δημοσκοπήσεων που δραστηριοποιούνται στην χώρα μας συνήθως χρησιμοποιούν δείγμα από 1.000 ως 10.000 άτομα. Χίλιες συνεντεύξεις μπορούν να έχουν χρήσιμα αποτελέσματα, με ένα περιθώριο στατιστικού λάθους περίπου 3%. Αν για παράδειγμα το 40% του δείγματος δίνει μια ορισμένη απάντηση, μπορούμε να πούμε ότι έτσι σκέπτεται ένα ποσοστό του πληθυσμού που κυμαίνεται μεταξύ του 37% και του 43%. Για να μειωθεί το στατιστικό λάθος πρέπει υποχρεωτικά να μεγαλώσει το δείγμα, αλλά τότε αυξάνεται και το κόστος της έρευνας. Εναλλακτικά, μπορεί να γίνει μία πρώτη έρευνα με έναν περιορισμένο αριθμό ατόμων ώστε να αξιολογηθεί η τάση. Αν είναι ξεκάθαρη, δηλαδή η διαφορά μεταξύ των προτιμήσεων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη του περιθωρίου σφάλματος, η έρευνα μπορεί να κλείσει. Αν όμως η τάση βρίσκεται μέσα στο περιθώριο στατιστικού σφάλματος ή οριακά γύρω από αυτό, τότε απαιτείται λεπτομερέστερη έρευνα με μεγαλύτερο δείγμα.

Ακόμα και σε πολυπληθείς χώρες, όπως οι ΗΠΑ, διενεργούνται δημοσκοπήσεις σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράκ ή την οικονομία που βασίζονται στη γνώμη μόλις 700 πολιτών. Έχουν ένα περιθώριο σφάλματος σχετικά ευρύ και κυρίως δεν διασαφηνίζουν τις διαφορές μεταξύ των επιμέρους τάσεων που επικρατούν σε κάθε Πολιτεία. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές αποτυπώνουν με αρκετή επιτυχία την κυρίαρχη τάση της αμερικανικής κοινής γνώμης.

Ίσες ευκαιρίες
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Ευρώπη. Μπορούμε να ρωτήσουμε χίλια άτομα πώς κρίνουν, για παράδειγμα, την είσοδο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να εκτιμήσουμε στη συνέχεια τη γενική άποψη. Αλλά για να μάθουμε αν οι Γάλλοι, οι Γερμανοί ή οι Άγγλοι βλέπουν τη διεύρυνση προς ανατολάς με το ίδιο μάτι, απαιτείται να επεκτείνουμε το δείγμα και να απευθυνθούμε σε 500 περίπου άτομα ανά χώρα. Επιπλέον, ένα αξιόπιστο δείγμα πρέπει να είναι τυχαίο, με την εξής έννοια: όλα τα άτομα που ανήκουν στον πληθυσμό πρέπει να έχουν τουλάχιστον μία πιθανότητα να επιλεγούν. Όταν δεν συμβαίνει αυτό, υπάρχει το λεγόμενο «λάθος κάλυψης», το οποίο δεν είναι πάντα μετρήσιμο. Για παράδειγμα, αν η κλήρωση του δείγματος γίνεται σε συνδρομητές τηλεφώνου, αυτόματα αποκλείονται όσοι δεν έχουν τηλέφωνο, καθώς και εκείνοι που διαθέτουν αλλά είναι καταχωρημένο στο όνομα κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας.

Ερωτήσεις για όλα τα γούστα
Όταν επιλεγεί το δείγμα ακολουθεί η προετοιμασία του ερωτηματολογίου. Υπάρχουν διαφόρων τύπων ερωτήσεις, ανάλογα με το αντικείμενο της έρευνας: ερωτήσεις μορφωτικού και πληροφοριακού περιεχομένου, που χρησιμοποιούνται και ως φίλτρο για να διαπιστωθεί η ενημερότητα του ερωτώμενου -για παράδειγμα: «γνωρίζετε το όνομα του προέδρου της...» ή «τι είναι η νόσος των πτηνών;». Ερωτήσεις γνώμης, όπως: «συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την αλλαγή στη συνταξιοδότηση;» Ερωτήσεις συμπεριφοράς, όπως: «πόσα χιλιόμετρα το χρόνο κάνετε;» ή «τις τελευταίες 7 ημέρες αγοράσατε κατεψυγμένα προϊόντα;». Αλλά και ερωτήσεις σχετικές με τις προθέσεις: «ποιο κόμμα θα ψηφίσετε στις επόμενες εκλογές;».

Ωστόσο, η εσφαλμένη ερώτηση μπορεί να δυσκολέψει μια δημοσκόπηση ή ακόμα και να αχρηστεύσει ολόκληρη την έρευνα. Τέτοιες ερωτήσεις είναι εκείνες που υπαινίσσονται την απάντηση ή όσες είναι ατελείς. Ας πάρουμε ως παράδειγμα την ακόλουθη ερώτηση: «Συμφωνείτε να ληφθούν άμεσα μέτρα για τη μείωση του κυκλοφοριακού προβλήματος και της μόλυνσης της ατμόσφαιρας;». Είναι σχεδόν σίγουρο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών θα απαντούσε καταφατικά. Αν όμως ρωτούσαμε «Ο Δήμος σκοπεύει να καταργήσει την κυκλοφορία των Ι.Χ. αυτοκινήτων στο κέντρο της πόλης ώστε να μειωθεί το μποτιλιάρισμα και το νέφος. Συμφωνείτε;» Τότε είναι σίγουρο ότι τα αποτελέσματα της έρευνας θα ήταν ριζικά διαφορετικά, ειδικά στην περίπτωση της χώρας μας, με το σύγχρονο Έλληνα να θεωρεί το αμάξι του απαραίτητο ακόμα και για διαδρομές λίγων μέτρων.

Μανταρίνια ή μπριζόλες;
Υπάρχουν επίσης ερωτήσεις που επιχειρούν συγκρίσεις μεταξύ ελαφρώς ανόμοιων καταστάσεων ή προσώπων και συχνά οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Ένα τέτοιο ερώτημα είναι, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, το «ποιον θεωρείτε καταλληλότερο για πρωθυπουργό», όταν ο ένας είναι ήδη στο αξίωμα, ενώ ο άλλος δεν υπήρξε ποτέ πρωθυπουργός. Ας κάνουμε μια σύντομη ανάλυση των αποτελεσμάτων που έχουν προκύψει από το παραπάνω ερώτημα στις ελληνικές δημοσκοπήσεις των τελευταίων χρόνων. Πριν από τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2004 όλες οι δημοσκοπήσεις έδιναν προβάδισμα στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, τη στιγμή που εμφάνιζαν τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη ως καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, στελέχη του ΠΑΣΟΚ δήλωναν ότι το δυνατό χαρτί της κυβέρνησης ήταν ο Κώστας Σημίτης, επομένως το γεγονός αυτό θα έφερνε τη νίκη το βράδυ των εκλογών. Τα αποτελέσματα όμως ήταν τελείως διαφορετικά.

Αντίστοιχα, οι σημερινές δημοσκοπήσεις εμφανίζουν σημαντικό κλείσιμο της ψαλίδας μεταξύ Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, ωστόσο στο ερώτημα «ποιος είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός» ο Κώστας Καραμανλής διατηρεί ένα αρκετά μεγάλο προβάδισμα έναντι του Γιώργου Παπανδρέου. Σε πλήρη αναλογία με το «δυνατό Σημίτη» των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, οι βουλευτές και οι υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας δηλώνουν σήμερα ότι ο «άφθαρτος Καραμανλής» θα καταγάγει νίκη στις εκλογές, όποτε κι αν αυτές γίνουν. Όπως όμως πιστεύουν πολλοί αναλυτές, ούτε ο «δυνατός Σημίτης» υπήρξε, ούτε ο «άφθαρτος Καραμανλής» υφίσταται. Απλά και οι δύο πρωθυπουργοί συγκρίνονταν στις δημοσκοπήσεις με πολιτικούς αρχηγούς οι οποίοι ποτέ δεν είχαν ανέλθει στο πρωθυπουργικό αξίωμα. Κατά συνέπεια, η ερώτηση για τον πιο κατάλληλο πρωθυπουργό είναι θεμελιωδώς λανθασμένη και οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Επομένως, το να αποφεύγεται δεν είναι ζήτημα ίσης μεταχείρισης, αλλά προσπάθεια αποφυγής να διαψεύσει η πραγματική ψήφος τη δημοσκόπηση.

Κατευθυνόμενες ερωτήσεις;

Μία ενδιαφέρουσα δυνατότητα γι’ αυτόν που κάνει τη δημοσκόπηση είναι η υποβολή «ανοιχτών» ή «κλειστών» ερωτήσεων. Είναι ερωτήσεις χωρίς προκαθορισμένες απαντήσεις ή ερωτήσεις μ’ ένα κατάλογο πιθανών απαντήσεων για επιλογή. Το αποτέλεσμα της σφυγμομέτρησης θα είναι διαφορετικό αν χρησιμοποιηθεί το πρώτο ή το δεύτερο είδος ερωτήσεων και αυτός που κάνει τη δημοσκόπηση πρέπει να το γνωρίζει. Επιπλέον, τόσο στις πολιτικές όσο και στις εμπορικές δημοσκοπήσεις, πολλές φορές υπάρχει μία πληθώρα αρνητικών ή θετικών επιλογών που εμμέσως κατευθύνει το δείγμα προς μια συγκεκριμένη τάση. Είναι κάτι που συχνά δεν το αντιλαμβάνεται ο ερωτώμενος. Από τη στιγμή που είναι έτοιμο το ερωτηματολόγιο, επιλέγεται η μέθοδος της δημοσκόπησης.

Οι δημοσκόποι επικοινωνούν με το δείγμα είτε τηλεφωνικά είτε προσωπικά ή ακόμα και ταχυδρομικά, με την αποστολή ερωτηματολογίου. Μια τέταρτη τεχνική είναι μέσω Ιντερνέτ ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ωστόσο δεν θεωρείται ακόμα τόσο αξιόπιστη όσο οι δύο πρώτες. Το τελευταίο στάδιο είναι η επεξεργασία. Οι απαντήσεις μετατρέπονται σε στοιχεία και στη συνέχεια σε ποσοστά. Η σκέψη μας, η συμπεριφορά μας, οι κλίσεις μας καταγράφονται σε στατιστικές. Οι οποίες, ανεξάρτητα απ’ ό,τι πιστεύουμε, μπορούν να επηρεάσουν το μέλλον μας.
FOCUS

No comments: