Friday, 22 May 2009

Jonestown Γ' ΜΕΡΟΣ: Ο οραματιστής

Στα πάνω από είκοσι χρόνια που προηγήθηκαν του συμβάντος στην κοινότητα της Jonestown ο αριθμός των οπαδών του αιδεσιμότατου Jim Jones σε όλη την Αμερική είχε αυξηθεί σημαντικά, καθώς τραβούσε πάνω του τους απόκληρους της κοινωνίας μαζί με εκείνους που ήθελαν να βοηθήσουν τους καταπιεσμένους και να θέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία όσων είχαν ανάγκη. Κατά τις αρχές του 1960 ο Jones κήρυττε την ανάγκη για φυλετική αδελφότητα και ενοποίηση, μια δοξασία που δεν ήταν δημοφιλής εκείνη την εποχή και που του κόστισε έντονη κριτική από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Για να την αποκρούσει ο Jones ίδρυσε το 1963 τον ‘Ναό των Ανθρώπων’ όπου τόσο μαύροι όσο και λευκοί εκκλησιάζονταν δίπλα δίπλα. Οι φτωχοί και εκείνοι που η κοινωνία είχε θέσει στο περιθώριο καλωσορίστηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Η εκκλησία του Jones εργαζόταν για να εξασφαλίσει τροφή στους φτωχούς, να βρει εργασία στους άνεργους και να βοηθήσει πρώην εγκληματίες και εθισμένους στα ναρκωτικά ώστε να μπορέσουν να φτιάξουν ξανά τη ζωή τους.

Καθώς η εκκλησία του μεγάλωνε, μεγάλωναν και οι απαιτήσεις που είχε από το ποίμνιό του. Μεγαλύτερες θυσίες και αφοσίωση απαιτούνταν για να είναι κανείς μέλος του Ναού των Ανθρώπων. Με την αύξηση της κριτικής στάσης που προερχόταν από μέλη της επίσημης εκκλησίας ο Jones μεταφέρθηκε το 1965 στη βόρεια Καλιφόρνια, ενώ τον ακολούθησαν και 100 από τους πιο αφοσιωμένους και πιστούς οπαδούς του. Με την μετακίνησή του στην Καλιφόρνια ο Ναός των Ανθρώπων μεγάλωσε σημαντικά μέχρι που δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες που τα αρχηγεία τους είχαν ως βάση το San Francisco.

Για να προσελκύσει νέα μέλη στην 'εκκλησία' του ο Jones δημοσίευσε τις υπηρεσίες που πρόσφερε, υποσχόμενος θαυματουργές θεραπείες όπου καρκίνοι θα μπορούσαν να εξαφανιστούν και οι τυφλοί θα μπορούσαν να βλέπουν. Κατά την άφιξή του, οι πιθανοί οπαδοί του κυκλοφορούσαν μαρτυρίες για μια κοινωνία αδελφοσύνης και συντροφικότητας όπου ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης και χρώματος, αντιμετωπιζόταν με ίσο τρόπο. Κάθε νέο άτομο που είχε την πιθανότητα να γίνει μέλος καλωσοριζόταν με προσωπική ζεστασιά που σπανίως θα μπορούσε να συναντήσει κανείς στις πιο παραδοσιακές εκκλησίες. Τα μέλη του Ναού των Ανθρώπων ήταν εκείνα που θα στεκόντουσαν μπροστά στο πλήθος και θα απαριθμούσαν ιστορίες για ασθένειες από τις οποίες τους γιάτρεψε ο Jim Jones. Για να πείσει ακόμα περισσότερο το κοινό του αναφορικά με τις εξαιρετικά μεγάλες του δυνάμεις ο Jones έκανε προβλέψεις για γεγονότα που πάντα επρόκειτο να συμβούν και λάμβανε 'αποκαλύψεις' σχετικά με μέλη της κίνησής του ή με επισκέπτες για πράγματα που μονάχα εκείνοι θα μπορούσαν να γνωρίζουν. Μπροστά στα μάτια τους ο Jones θεράπευε ασθενείς με καρκίνο και μια μάζα από ιστό σε αποσύνθεση έπεφτε από το σώμα του ασθενούς.

Από τα νέα μέλη απαιτούνταν να περάσουν από μια αυστηρή μυητική διαδικασία ώστε να μπουν στην ομάδα, κάτι που έκανε την είσοδό τους σ' αυτήν ακόμα περισσότερο επιθυμητή. Κάτι που πρέπει να κατακτηθεί με δυσκολία αξιολογείται πολύ υψηλότερα από κάτι που μπορεί να το κατορθώσει κανείς ελεύθερα και άκοπα. Αυτή η τακτική είχε επίσης το αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν πολύ υψηλότερο βαθμό δέσμευσης από τα μέλη που έμπαιναν στην ομάδα του Jones. Κάθε νέος βαθμός δέσμευσης που απαιτούνταν από το μέλος δικαιολογούνταν άμεσα από το γεγονός ότι ήδη είχε προβεί σε μεγάλες θυσίες. Για να απορρίψει τη νέα κατάσταση θα σήμαινε την παραδοχή πως οι προηγούμενες δράσεις και δεσμεύσεις του ήταν λανθασμένες. Αποτελεί ένα φυσιολογικό φαινόμενο το γεγονός ότι οι άνθρωποι τείνουν να διατηρήσουν μια προηγούμενη δέσμευσή τους, ακόμα και όταν είναι επίπονη γι' αυτούς, προτιμώντας την από το να παραδεχτούν ότι είχαν κάνει λάθος.

Οι αξιώσεις που υπήρχαν για ένα νέο μέλος ήταν πολύ μικρές και ο βαθμός επιλογής ήταν υψηλός. Η δέσμευση για περισσότερο χρόνο και ενέργεια που θα αποδιδόταν στην οργάνωση ήταν σταδιακή και η επιθυμία να γίνει κάτι τέτοιο αυξανόταν από την υπόσχεση της κατάκτησης ενός υψηλότερου ιδεώδους. Σε όλα τα μέλη λεγόταν πως η κατάκτηση του ιδεώδους απαιτούσε αυτοθυσία. Όσο μεγαλύτερες θυσίες έκαναν τόσο περισσότερο θα πλησίαζαν σ' αυτό. Τα νέα μέλη μάθαιναν προοδευτικά να βλέπουν τις μακρόχρονες συναντήσεις και τις πολλές ώρες εργασίας για την ομάδα ως αξιόλογο έργο και ως ένδειξη αυτοπραγμάτωσης. Ο Jones αύξανε τις απαιτήσεις που είχε από ένα μέλος σε μικρές δόσεις κάθε φορά. Σε κάθε νέο επίπεδο δέσμευσης κάθε υποχώρηση που είχε κάνει το άτομο μπορούσε εύκολα να αιτιολογηθεί και να δικαιολογηθεί. Όταν οι απαιτήσεις του Jones είχαν φτάσει σε υπερβολικό και καταπιεστικό σημείο τα μέλη είχαν προβεί σε τόσο υψηλή δέσμευση που το να μην ικανοποιήσουν οποιαδήποτε νέα απαίτηση θα απαιτούσε μια πλήρη άρνηση της ορθότητας όλων των προηγούμενων αποφάσεων και της προηγούμενης συμπεριφοράς τους.

Ακριβώς όπως οι απαιτήσεις ενός μέλους αυξανόντουσαν σταδιακά όσο χρόνο παρέμενε στην οργάνωση, έτσι αυξανόταν και ο βαθμός της οικονομικής του δέσμευσης σ' αυτήν. Τις πρώτες μέρες που ήταν κάποιος μέλος το να δίνει χρήματα ήταν κάτι απόλυτα εθελοντικό, αν και τα χρήματα που δινόντουσαν καταγραφόντουσαν δημόσια. Με την ανοιχτή και δημόσια αυτή καταγραφή των χρημάτων δημιουργούνταν μια σιωπηρή προσδοκία. Το νέο μέλος μπορούσε να επιλέξει να δώσει πολύ λίγα ή και τίποτε, άλλα ήξερε πως αυτή του η στάση προσμετρούταν. Μέσα σε μια χρονική περίοδο το επίπεδο της συνεισφοράς είχε αυξηθεί στο 25% από αυτό που έδινε το μέλος κατά την είσοδό του και η εισφορά δεν ήταν πλέον εθελοντική.

Ο υψηλότερος βαθμός αφοσίωσης που μπορούσε να επιδείξει κάποιος ήταν όταν ο ίδιος ή και η οικογένειά του επέλεγε να μείνει στις εγκαταστάσεις του Ναού των Ανθρώπων, αποδίδοντας όλη του την περιουσία και τις επιταγές κοινωνικής ασφάλισής του στον ναό. Το ιδεώδες ενός κοινοβίου αποτελούσε μια μεγάλη διάσταση της διδασκαλίας του Jones, καθώς θεωρούνταν πως ήταν το μόνο πραγματικά πνευματικό ιδεώδες. Ο εξωτερικός κόσμος του καπιταλισμού και του ατομικισμού παρουσιαζόταν απεχθής και ολέθριος. Δυνάμεις που προερχόντουσαν από αυτό το βέβηλο σύστημα θα έβλεπαν τα ιδεώδη και τις κατακτήσεις του Ναού των Ανθρώπων σαν μια απειλή στη δική τους σταθερότητα και έτσι θα ήθελαν να καταστρέψουν την οργάνωση. Μέσα από τέτοιες διδασκαλίες ο Jones μπορούσε να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως το μόνο μέρος ασφάλειας και άνεσης ήταν ο Ναός των Ανθρώπων. Το μέλος έβλεπε κάθε κριτική της οργάνωσης που προέρχονταν από τον έξω κόσμο ως αναξιόπιστη και επιπλέον ως μια απόδειξη των ισχυρισμών του Jones.

Από τα αρχικά στάδια της κατήχησής του κάθε μέλος διδασκόταν πως η επίτευξη μιας υψηλότερης πνευματικότητας θα απαιτούσε μια πάλη με τις προσωπικές του αδυναμίες. Κάθε υποψία αντίστασης που το μέλος προέβαλε εναντίον της οργάνωσης μπορούσε γρήγορα να κατασταλεί ως δείγμα έλλειψης πίστης και εμπιστοσύνης του ατόμου. Ο Jones έφερνε τακτικά επικριτές ενώπιον της συνάθροισης των οπαδών του και τους πάτασσε για την έλλειψη πίστη τους. Στη συνέχεια ζητούσε από άλλα μέλη της ομάδας να ορίσουν την αναγκαία τιμωρία. Γονείς έδερναν δημόσια τα παιδιά τους για καταστρατηγήσεις κανόνων, ενώ σύζυγοι έπρεπε να τιμωρήσουν ο ένας τον άλλο. Μ' αυτόν τον τρόπο κάθε άτομο γινόταν υπεύθυνο για την πράξη και έπρεπε να βρει έναν τρόπο να την αιτιολογήσει και να την δικαιολογήσει. Έτσι, ο Jones μπορούσε να γίνεται ολοένα και πιο στυγνός στις τιμωρίες που επέβαλλε καθώς κάθε μέλος είχε μάθει να δέχεται μέσα του πως τέτοιες τιμωρίες ήταν τόσο αναγκαίες όσο και δίκαιες.

Η επιθυμία να παραδώσουν όλο και μεγαλύτερο έλεγχο της ζωής τους στον Jones ενθαρρύνθηκε ακόμα περισσότερο από τη νεοαποκτηθείσα ηρεμία που απολάμβαναν τα μέλη στην προσωπική τους ζωή. Οι διαμάχες μέσα στις οικογένειες σταδιακά άρχισαν να ελαττώνονται. Δεν υπήρχε πλέον λόγος για διαφωνίες εφόσον οι κανόνες συμβίωσης είχαν τεθεί καθαρά από τον Jones. Το καθημερινό άγχος, ακόμα και οι θύελλες της καθημερινότητας που υπήρχαν στο παρελθόν από τη συνεχή ανάγκη να λαμβάνονται αποφάσεις και επιλογές είχε πλέον φύγει. Η ζωή ήταν ευκολότερη με λιγότερες επιλογές.

Οποιαδήποτε ιδέα για εγκατάλειψη του Ναού των Ανθρώπων απορρίπτονταν γρήγορα από τα άτομα για έναν αριθμό λόγων. Η πλήρης αφοσίωσή τους στην ομάδα συνήθως σήμαινε πως είχαν απομονώσει τον εαυτό τους από οικογένεια και φίλους, είτε λόγω έλλειψης επαφής μαζί τους είτε λόγω καθαρής εχθρότητας. Το να αφήσουν την αγκαλιά του ναού θα σήμαινε είτε την παραδοχή των λαθών τους στην οικογένεια και τους φίλους ή το να απομείνουν μόνοι χωρίς την υποστήριξη της ομάδας. Ακόμα, η αντίδραση της ομάδας καθώς και τα αντίποινα για άλλους που έχοντας φύγει τους είχαν θεωρήσει ως προδότες και εχθρούς, έκανε την αποχώρηση ακόμα πιο δύσκολη. Το να πάρουν την απόφαση να μπουν σε μια κατάσταση όπου οι σύντροφοί τους θα τους περιφρονούσαν ήταν ιδιαίτερα εκφοβιστική, ιδιαίτερα όταν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ο Ναός των Ανθρώπων θεωρούνταν από τους ίδιους ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο μέσα σε έναν κακό και δαιμονικό κόσμο. Το τελευταίο σύνορο για την απόφαση απελευθέρωσης ήταν οικονομικής φύσεως. Κάθε άτομο είχε παραδώσει όλα τα υπάρχοντά του και το εισόδημά του στο Ναό των Ανθρώπων. Το να φύγει, σήμαινε το να εγκαταλείψει όλα όσα είχε, καθιστώντας τον εαυτό του άφραγκο και άστεγο. Το να παραμείνει ήταν κάτι που εύκολα μπορούσε να δικαιολογηθεί και οι συνέπειες μπορούσαν πιο εύκολα να γίνουν αποδεκτές από ότι οι δυσκολίες που θα συναντούσε στον έξω κόσμο.

Η απομόνωση των ατόμων από κάθε εξωτερική δύναμη σήμαινε πως ακόμα και όταν διαφωνούσαν με τις διδασκαλίες ή τις δράσεις της ομάδας, οι διαφωνίες αυτές δεν μπορούσαν πουθενά να επιβεβαιωθούν. Χωρίς υποστήριξη και συμφωνία από άλλη πηγή, το άτομο σύντομα θα κατέστειλε τις επιφυλάξεις του. Αυτή η διαδικασία είχε γίνει διπλά αποτελεσματική, καθώς κάθε άτομο έπρεπε να αναφέρει οποιεσδήποτε εκφράσεις διαφωνίας ή δυσαρέσκειας στον Jones. Τα παιδιά ανέφεραν τους γονείς τους, οι σύζυγοι τις συζύγους τους και οι γονείς τα ίδια τους τα παιδιά. Δεν ήταν ασφαλές να εμπιστευτείς σε κανέναν τα αρνητικά σου αισθήματα, γιατί με κάτι τέτοιο θα ρίσκαρες έναν δημόσιο εξευτελισμό και σοβαρές τιμωρίες που είχαν οριστεί για τέτοια 'αδικήματα'.

Στη Jonestown αυτή η απομόνωση ήταν ακόμα πιο ακραία. Η κοινότητα βρισκόταν στη μέση μιας ζούγκλας με οπλισμένους φρουρούς στους λίγους δρόμους που οδηγούσαν έξω στον πολιτισμό. Ακόμα και εάν κάποιος πετύχαινε να αφήσει το συγκρότημα, δεν είχε διαβατήριο, χαρτιά ή χρήματα για να μπορέσει να ξεφύγει. Όταν ο Ryan και η αποστολή του έφτασαν στην Jonestown, κάθε ένας που ήθελε να φύγει, είχε τη δυνατότητα να το κάνει χωρίς τις συνηθισμένες απειλές για την ασφάλειά του, ωστόσο μόνο δεκαπέντε επέλεξαν να το κάνουν. Αυτό είναι μια ισχυρή ένδειξη της αποτελεσματικότητας που είχε η κατήχηση του Jones.
Esoterica.gr

No comments: