Thursday, 28 May 2009

Διάδοση και ανάπτυξη – το ξεσκέπασμα της σύνδεσης

Τα μέτρα ασφαλείας για την πρόληψη της διάδοσης επικίνδυνων όπλων, υλικών και τεχνογνωσίας έχουν παραβιαστεί. Η Rita Grossman-Vermaas εξετάζει το πώς οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να καλύψουν τα κενά.
Τον Ιανουάριο του 2004, συνελήφθη ο Abdul Qadeer Khan, ο Πακιστανός πυρηνικός επιστήμονας που θεωρείται ο ιδρυτής του προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου του Πακιστάν. Για περισσότερο από μια δεκαετία, ενορχήστρωνε λαθραία ένα δίκτυο εξάπλωσης πυρηνικής τεχνολογίας την οποία είχε πωλήσει σε πολυάριθμους πελάτες συμπεριλαμβανομένης της Βόρειας Κορέας, του Ιράν και της Λιβύης.
Ο Πακιστανός πυρηνικός επιστήμονας, AQ Khan. Αν και εθνικός ήρωας στην πατρίδα του, το έργο του Khan περιλάμβανε την κρυφή προμήθεια πυρηνικής τεχνολογίας σε κράτη όπως το Ιράν και η Λιβύη. (© AP / Reporters )

Το δίκτυο του AQ Khan ανέδειξε το πόσο εύκολα μπορούν αν αποκτηθούν η γνώση και οι τεχνολογίες των όπλων μαζικής καταστροφής (WMD). Ακόμη και με νομικά πλαίσια ελέγχου των εξαγωγών, μπορεί να λειτουργήσει ένας «παγκοσμιοποιημένος πυρηνικός ιδιωτικός τομέας».

Η περίπτωση του δικτύου του Khan είναι μια προειδοποίηση ότι τα παραδοσιακά μέτρα ασφαλείας για την μη-διάδοση των πυρηνικών είναι ανεπαρκείς απέναντι στην αυξημένη εξάπλωση της προηγμένη τεχνολογίας – και της εμφάνισης απατεώνων, μη-κρατικών πρωταγωνιστών. Το ίδιο ισχύει και για την διάδοση των βιολογικών και χημικών όπλων.

Το παράνομο δίκτυο απόκτησης πυρηνικών του Khan δεν είναι το μοναδικό. Το Ιράν και η Ινδία θεωρούνται ότι παραμένουν ενεργά στην μαύρη αγορά των πυρηνικών. Διάφοροι άλλοι έχουν εμπλακεί στην παράνομη μεταβίβαση τεχνολογίας, τον αντιπερισπασμό και/ή την κρυφή δραστηριότητα για την ανάπτυξη πυρηνικής δυνατότητας. Οι περιπτώσεις αυτές, μαζί με τις αναφορές του τύπου για λαθρεμπόριο πυρηνικών από κάποια πρώην Σοβιετικά κράτη, δείχνουν ότι η διάδοση αυξάνεται τόσο γεωγραφικά όσο και από κρατικό επίπεδο σε κάτω-του-κρατικού επίπεδο.

Έτσι ποιος εμπλέκεται σε αυτή την διάδοση; Η τελευταία δεκαετία μας αποκαλύπτει ότι «κράτη σε κίνδυνο» μπορούν να συνεισφέρουν στην διάδοση των WMD, ακόμη και αθέλητα. Στα κράτη αυτά συμπεριλαμβάνονται εκείνα που είναι ήδη γνωστά ή ύποπτα για εμπλοκή στην εξάπλωση, και ασταθή κράτη όπου μπορούν να λειτουργήσουν εύκολα παράνομες ή ανατρεπτικές ομάδες. Οι προηγμένες δημοκρατίες – όπου μερικές φορές επιχειρήσεις παρείχαν ακούσια την απαραίτητη τεχνολογία και εξοπλισμό στους ενδιαφερόμενους – είναι μια επιπλέον πρόκληση.

Το κενό μεταξύ των αντικειμενικών στόχων της σκληρής ασφάλειας (διασπορά) και της μαλακής ασφάλειας (διεθνής ανάπτυξη και οικοδόμηση ικανότητας) σπάνια γεφυρώνεται αποτελεσματικά.
Εν των μεταξύ, η υπάρχουσα μη-διάδοση, οικοδόμηση ικανότητας και οι παγκόσμιες νόρμες ανάπτυξης, οι συνθήκες, και οι εθνικές στρατηγικές είναι ένα συνονθύλευμα μέτρων. Συχνά λειτουργούν κοντά στην απομόνωση. Όλοι οι παράνομοι μπορούν να εκμεταλλευτούν την έλλειψη αυτή της αμοιβαίας υποστήριξης σε όλα τα εθνικά και λειτουργικά σύνορα.

Εν ολίγοις, σπάνια γεφυρώνεται αποτελεσματικά το κενό μεταξύ των αντικειμενικών στόχων της σκληρής ασφάλειας (διάδοση) και της μαλακής ασφάλειας (διεθνής ανάπτυξη και οικοδόμηση ικανότητας). Με αποτέλεσμα μια άμεση πρόκληση να είναι ο καλύτερος συντονισμός των υπαρχόντων εργαλείων που περιορίζουν την ικανότητα των κρατών για την διάδοση.
Ψήφισμα Συμβουλίου Ασφαλείας 1540
Για να βοηθήσει στο κλείσιμο του μεγάλου αυτού κενού, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ) ενέκρινε ομόφωνα το Ψήφισμα 1540 τον Απρίλιο του 2004. Το ψήφισμα διατυπώνει μια παγκόσμια βασική γραμμή για μέτρα εναντίον της διάδοσης και υποχρεώνει όλα τα κράτη να τα εφαρμόσουν καταλλήλως. Το ψήφισμα 1540 απαιτεί από τα κράτη να «ποινικοποιήσουν την διάδοση, να θεσπίσουν αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές, και να διασφαλίσουν όλα τα ευαίσθητα υλικά εντός των συνόρων τους». Το ψήφισμα 1540 απαιτεί από τα κράτη να «ποινικοποιήσουν την εξάπλωση, να θεσπίσουν αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές, και να διαφυλάξουν όλα τα ευαίσθητα υλικά εντός των συνόρων τους». Το ψήφισμα περιλαμβάνει επίσης και 12 σημεία απαιτώντας από όλα τα κράτη να:

* «εγκρίνουν και να επιβάλλουν τους κατάλληλους αποτελεσματικούς νόμους που απαγορεύουν σε οποιαδήποτε μη-κρατική οντότητα να κατασκευάσει, αποκτήσει, κατέχει, αναπτύξει, μεταφέρει, μεταβιβάσει ή χρησιμοποιήσει πυρηνικά, χημικά ή βιολογικά όπλα και τα μέσα μεταφορά τους»·
* αναπτύξουν και διατηρήσουν «αποτελεσματικά υλικά μέτρα προστασίας»·
* προχωρήσουν σε «συνοριακούς ελέγχους και προσπάθειες επιβολής του νόμου» για να αντιμετωπίσει την παράνομη διακίνηση· και
* θεσπίσουν «ελέγχους στις εθνικές εξαγωγές και τις μεταφορτώσεις».

Το Ψήφισμα αυτό επέβαλε μια απαίτηση για μέτρα από την πλευρά της προμήθειας απέναντι στην διάδοση σε κάθε κράτος του κόσμου.
Εμπόδια στην υλοποίηση
Το Ψήφισμα 1540 σημάδεψε τη σημαντικότερη ευκαιρία μέχρι στιγμής να παρασχεθεί στα κράτη που είναι σε κίνδυνο η ικανότητα να προσαρμοστούν στους παγκόσμιους κανόνες της μη διάδοσης. Παρουσιάστηκε το 2004 με μεγάλη προβολή και η κυβέρνηση Bush των ΗΠΑ το χαρακτήρισε ως κρίσιμο συστατικό της ατζέντας ασφαλείας της.

Αλλά ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε και η διεθνής κοινότητα προώθησαν το Ψήφισμα από του να είναι μια πολύπλευρη ντιρεκτίβα για να γίνει ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την μη-διάδοση.

Τα αποτυχημένα κράτη είναι ήδη εκτροφεία τρομοκρατικών ομάδων. Μπορούν επίσης να προσφέρουν τρόπους για την διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής
(© Science Photo Library / Van Parys Media )
Αν και το ψήφισμα αναθέτει την ευθύνη στα κράτη για να προσφέρουν και να ζητήσουν βοήθεια, δημιούργησε επίσης μια επιτροπή για να λειτουργήσει ως γραφείο επεξεργασίας των αναφορών που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη των ΗΕ. Η Επιτροπή του 1540 υποστηρίζεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας και οκτώ εξωτερικούς ειδικούς. Όμως το τεράστιο μέγεθος των καθηκόντων του ξεπερνά σε πολύ μεγάλο βαθμό την ικανότητά του για την επίτευξη παγκόσμιας συμμόρφωσης με τους αντικειμενικούς στόχους του Ψηφίσματος. Η πίεση πάνω στις δυνάμεις του είναι περίπλοκη λόγω της απουσίας αναφορών από πολλά κράτη, κάτι που αντικατοπτρίζει είτε τη έλλειψη ικανότητας είτε προθυμίας για αναφορά.

Σε πολλά κράτη, η απειλή των WMD είναι πολύ χαμηλά στην εθνική ατζέντα. Άλλες πιο άμεσες προκλήσεις όπως είναι η πολιτική σταθερότητα, η φτώχεια, τα ποσοστά θνησιμότητας και η υποδομή κερδίζουν περισσότερη προσοχή και πόρους. Κάποια κράτη επιχειρηματολογούν ακόμη και εναντίον της νομιμότητας του Ψηφίσματος, κάνοντας την επιβολή της συμμόρφωσης – χωρίς την ικανοποίηση των κατάλληλων προτεραιοτήτων οικοδόμησης-ικανότητας – μια πρόκληση.

Η πλήρης απαρέγκλιτη τήρηση θα επιτευχθεί μόνον όταν όλα τα κράτη συνειδητοποιήσουν ότι η υλοποίηση του 1540 είναι για το καλύτερο συμφέρον τους, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Για να συμβεί αυτό, το κρίσιμο πρώτο βήμα είναι να αναγνωριστεί το σε ποια κράτη η ανάπτυξη εσωτερικών προτεραιοτήτων θα βοηθήσει επίσης στην υλοποίηση του ψηφίσματος. Κάτι που η επιτροπή άρχισε να εξετάζει μέσα από την πραγματοποίηση επιτυχημένων ανοιγμάτων προσέγγισης σε μη-κυβερνητικές οργανώσεις (Μ.Κ.Ο.), διεθνείς οργανισμούς και κράτη ατομικά που έχουν γνώση για να προσφέρουν βοήθεια για την υλοποίηση.

Οι απαντήσεις του «κυβερνητικού συνόλου» σε πολύπλοκα προβλήματα δεν είναι εύκολες. Οι εθνικές υπηρεσίες συχνά εντέλλονται να εστιάσουν τις δραστηριότητές τους πάνω σε περιορισμένους τομείς. Κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε μια μυωπική νοοτροπία.

Όμως αρκετά κράτη του ΝΑΤΟ, όπως επίσης η Σουηδία και η Αυστραλία, άρχισαν να ενοποιούν την αμυντική, αναπτυξιακή και διπλωματική τους πολιτική για να εμπλέξουν αδύναμα, αποτυγχάνοντα και κατεστραμμένα από τον πόλεμο κράτη, με διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας.

Ωστόσο, οι περισσότερες κυβερνήσεις σε ατομικό επίπεδο, παλεύουν ακόμη να καθορίσουν μια στρατηγική προσέγγιση και να βρουν πόρους για να αντιμετωπίσουν τις προσδιορισμένες απειλές. Οι οποίες μπορεί να συμπεριλαμβάνουν την τρομοκρατία, τα εύθραυστα καθεστώτα, ή τη βίαιη σύγκρουση.

Η μείωση της απόστασης μεταξύ της ανάπτυξης και των ανησυχιών για την ασφάλεια απαιτεί μακροπρόθεσμη πολιτική και χρηματοδοτική δέσμευση. Η καλύτερη ενσωμάτωση πολιτικής, ο συντονισμός και οι αυξημένες διασυνδέσεις μπορούν να ελευθερώσουν πόρους για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο αναπτυσσόμενος κόσμος.

Για παράδειγμα, ένας ελαφρά αυξημένος προϋπολογισμός για τους αντικειμενικούς στόχους του «κράτους δικαίου» μπορεί να επιτύχει το νομικό πλαίσιο για τον έλεγχο των εξαγωγών και την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς της διάδοσης. Παρόμοια, κάποια μέτρα μεταρρύθμισης για τον τομέα της ασφάλειας μπορούν να περιλαμβάνουν επιπρόσθετη εξάσκηση για την αντιμετώπιση της διάδοσης. Ακόμη και έτσι, τελικά υπάρχει μικρή αμφιβολία για το ότι θα είναι απαραίτητοι επιπλέον πόροι.
Nunn-Lugar: Μελέτη περίπτωσης στην ανάπτυξη μέσου για την μη-διάδοση
Τα συνεργατικά προγράμματα μη-διάδοσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας δείχνουν το πώς έχουν ανακατευτεί τα σκληρά και τα μαλακά εργαλεία για την ασφάλεια, αν και αθέλητα. Όταν οι Γερουσιαστές των ΗΠΑ Sam Nunn και Richard Lugar συνέγραψαν την Μείωση της Σοβιετικής Πυρηνικής Απειλής Νομοθετική Πράξη του 1991, η κύρια επικέντρωση ήταν πάνω στην διασφάλιση και στην καταστροφή πυρηνικών όπλων και των μέσων μεταφοράς τους στην πρώην Σοβιετική Ένωση.

Αρχικά η προσπάθεια καθοδηγήθηκε από το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ. Αλλά καθώς το Κογκρέσο των ΗΠΑ άρχισε να συνειδητοποιεί το εύρος της πρόκλησης, δημιούργησε ένα μείγμα από πρωτοβουλίες χρησιμοποιώντας πολύπλευρες υπηρεσίες όχι μόνον για να ασχοληθούμε με τα «σκόρπια» όπλα και υλικά, αλλά επίσης για να αναπτύξουν τρόπους για να τιθασεύσουν το επιστημονικό ταλέντο για οικονομική ανάπτυξη.

Πάνω σε μια μάλλον ad hoc βάση, τα προγράμματα των ΗΠΑ για την μείωση της απειλής εξελίχθηκαν σε ευρύτερες, προσπάθειες πολλών-υπηρεσιών για να κρατήσουν τα WMD, τα υλικά τους και την απαραίτητη τεχνογνωσία μακριά από τα χέρια των εχθρικών κρατών και των τρομοκρατικών ομάδων.

Στην σκληρή πλευρά της ασφάλειας αυτής της ατζέντας υπήρξε αξιοσημείωτη επιτυχία. Όμως μόνον αργοπορημένα μπαίνει στο παιχνίδι η επίσημη σύνδεση μεταξύ της οικοδόμησης θεσμού/ικανότητα και της ικανότητας διατήρησης αυτών των προσπαθειών για την μη-διάδοση.

Η εμπειρία του ΝΑΤΟ στην άμυνα και τον διάλογο μπορεί να το κάνει μια δομή που να συνδέει την μη-διασπορά και την οικοδόμηση-ικανότητας
Για παράδειγμα, τα προγράμματα των ΗΠΑ για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης παραμένουν διαχωρισμένα από τις εξελισσόμενες δραστηριότητες για την μη-διάδοση. Κάτι που συμβαίνει παρ’ όλες τις προσπάθειες της κυβέρνησης των ΗΠΑ για να προωθήσουν τους επιστήμονες των όπλων, που επιζητούν ευκαιρίες για μη-στρατιωτική, πολιτική απασχόληση.

Νέα μοντέλα που παρέχουν κίνητρα στον ιδιωτικό τομέα για να επενδύσουν, για παράδειγμα, στην βιοεπιστημονική αρτιότητα γνώσεων στην πρώην Σοβιετική Ένωση μπορούν να βοηθήσουν στον μετασχηματισμό της γνώσης πάνω στα όπλα σε πολύτιμη έρευνα για τις προκλήσεις της παγκόσμιας υγείας. Την ίδια στιγμή, θα έβγαζε «εκτός αγοράς» τους βιοεπιστήμονες για τους εκείνους που ενδεχομένως ενασχολούνται με την διάδοση.

Η κεφαλαιοποίηση πάνω στις Αμερικανικές, των G8 και σε άλλες για την μη-διάδοση και οικονομικές επενδύσεις είναι το κλειδί για την συρρίκνωση της περιπλοκότητας των WMD. Ο συντονισμός των δραστηριοτήτων και της πληροφόρησης είναι ένα καίριο στοιχείο, καθώς όλο και περισσότερο τα προγράμματα της μη-διάδοσης επεκτείνονται πέρα από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Έχει αναγνωριστεί η αξία της συνεργατικής μη-διάδοσης. Όμως έχει υποτιμηθεί και παρανοηθεί η σπουδαιότητα της οικοδόμησης ικανότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.

Η παγκόσμια υλοποίηση του 1549 απαιτεί να ακονιστούν, να χρησιμοποιηθούν και να γίνει πλήρης εκμετάλλευση των εργαλείων «συνεργατικής μη-διάδοσης». Για να αποκτήσουμε την απαραίτητη πολιτική θέληση για να το πράξουμε αυτό θα απαιτηθεί αναγνώριση του δεσμού μεταξύ των διεθνών αντικειμενικών στόχων για την μη-διάδοση και των ευπαθειών που συνδέονται με τα κράτη σε κίνδυνο.

Οι ανεπαρκείς, οι ανύπαρκτοι ή οι μη εφαρμοζόμενοι έλεγχοι στις εξαγωγές, είναι απλά μερικά ακόμη παραδείγματα των ευπαθειών που σχετίζονται με ένα αδύναμο κράτος. Είναι ώριμοι για εκμετάλλευση για τους επιτήδειους – όπως αποδείχθηκε από την έλλειψη δράσης πάνω στη συλλογή πληροφοριών για το δίκτυο του Khan.
Ένας ρόλος για το ΝΑΤΟ;
Το Ψήφισμα 1549 προσφέρει σε όλα τα κράτη των ΗΕ την ευκαιρία να συνδέσουν τα θέματα ασφάλειας και ανάπτυξης για να προλάβουν μια καταστροφή από όπλο μαζικής καταστροφής. Μέσα στο πλαίσιο του ψηφίσματος, οι προσπάθειες οικοδόμησης ικανότητας πρέπει να εστιάσουν πρώτα στην διακυβέρνηση και το κράτος δικαίου, και μετά μπορούν να ακολουθήσουν

* η προστασία των πυρηνικών εγκαταστάσεων·
* η παρακολούθηση ασθενειών, η ασφάλεια των συνόρων;
* τα μέτρα καταπολέμησης της τρομοκρατίας·
* η καταπολέμηση των ναρκωτικών·
* η ετοιμότητα για φυσική καταστροφή·
* τα νομικά πλαίσια ελέγχου των εξαγωγών, και
* η οικονομική ανάπτυξη.

Οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να γίνουν σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, επιτρέποντας στους πολυμερείς οργανισμούς όπως είναι το ΝΑΤΟ να παίξουν ρόλο. Κράτη του ΝΑΤΟ ατομικά και η Συμμαχία έχουν ήδη εμπλακεί σε επιχειρήσεις προσπάθειας ανάπτυξης, όπως στο Αφγανιστάν και στο Κοσσυφοπέδιο.

Επίσης κράτη του ΝΑΤΟ αποτελούν μέρος των παγκοσμίων προσπαθειών για την μη-διάδοση όπως η Πρωτοβουλία Ασφάλειας για τη Διάδοση και ο Παγκόσμιος Συνεταιρισμός των G8 εναντίον της διάδοσης των όπλων και των υλικών μαζικής καταστροφής.

Με την εμπειρία του ΝΑΤΟ στην άμυνα και τον διάλογο και τις ευαισθησίες του στις κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις της ασφάλειας, μπορεί να το είναι μια δομή που να συνδέει την μη-διάδοση και την οικοδόμηση-ικανότητας.

Κάτι που δεν χρειάζεται επιδρομή στους αναπτυξιακούς προϋπολογισμούς ούτε πειρατεία πάνω στις ατζέντες εξωτερικής βοήθειας. Αλλά και πάλι, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι είναι κάτι που θα απαιτήσει επιπρόσθετους πόρους. Αλλά η πρώτη απαίτηση είναι η μεταβολή στην θεσμική σκέψη.

Το Κέντρο WMD, που είναι υπεύθυνο για την προσέγγιση της Συμμαχίας στην μη-διασπορά, μπορεί να διαδραματίσει καθοδηγητικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Θα μπορούσε να διασφαλίσει μια στρατηγική για την πολυπλοκότητα της πρόκλησης.

Η εκτροπή των πόρων που δαπανώνται πάνω στην εξάσκηση για αντίδραση για την αύξηση της ικανότητας του ΝΑΤΟ και των Εταιρικών κρατών στην πρόληψη της διάδοσης όχι μόνον θα κάνει τις παγκόσμιες προσπάθειες πιο αποτελεσματικές, αλλά επίσης θα βοηθήσει να διασφαλιστεί ο ρόλος και ο αντίκτυπος του ΝΑΤΟ στον 21ο αιώνα.
Η Rita Grossman-Vermaas είναι research associate στο Συνεργατικό Πρόγραμμα Μη-Διάδοσης (CNP) στο Κέντρο Henry L. Stimson, στην Ουάσινγκτον. Η Δρ. Elizabeth “Libby” Turpen και ο Brian Finlay είναι συν-διευθυντές του Προγράμματος CNP στο Κέντρο Stimson.
NATO

No comments: