Monday, 4 May 2009

Ο αμερικανικός παράγοντας και η ΠΓΔΜ

Του Γ. Βοσκόπουλου*
Ιστορικά η εμπλοκή των ΗΠΑ στο Μακεδονικό χαρακτηρίζεται από το σύνδρομο του Ιανού. Στο παρελθόν αναγνώρισαν με τον πλέον επίσημο τρόπο την προσπάθεια αμφισβήτησης των ελληνικών συνόρων, ενώ μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου υιοθέτησαν μία αμφίσημη στρατηγική, αφού η ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη κατέστησε τις ελληνικές ανησυχίες περιθωριακό ζήτημα. Ο προβληματισμός για την αμερικανική πολιτική θεμελιώνεται σε τρεις άξονες. Πρώτον, οι Αμερικανοί λειτουργούν ως αρωγός μιας αναθεωρητικής χώρας σε βάρος του τοπικού καθεστώτος ασφαλείας. Ουσιαστικά στηρίζουν μία χώρα protégé έναντι μιας συμμάχου, επιβεβαιώνοντας τη διατυπωμένη στα μέσα της δεκαετίας του ’40 άποψη του B. Newman ότι “πολλές βαλκανικές χώρες αποτελούν μαριονέτες στα χέρια των προστάτιδων δυνάμεων”. Δεύτερον, δεν ανταποκρίνονται στις θεσμικά πηγάζουσες δεσμεύσεις τους έναντι της Ελλάδας μέσα από τις προβλέψεις του ΝΑΤΟ. Τρίτον, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων υπό τον ΟΗΕ κατέστη σαφές ότι η στάση της Ουάσιγκτον δεν ήταν ουδέτερη, ενώ οι ουσιαστικοί συνομιλητές ήταν η Ελλάδα και οι ΗΠΑ. Η Αθήνα στοχοποιήθηκε, καθώς μεταξύ άλλων διευκόλυνε τη διεμβολιτική δράση της Ρωσίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, πολιτική μη συμβατή με το στόχο ανάσχεσης της ρωσικής επιρροής.

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ
Η άνοδος στην εξουσία του Μπ. Ομπάμα δεν μετέβαλε την αμερικανική πολιτική, όπως ήταν αναμενόμενο, αφού οι ΗΠΑ δεν δρουν με βάση ένα προσωποπαγές σύστημα χάραξης εξωτερικής πολιτικής αλλά με αποκλειστικό κριτήριο το εθνικό συμφέρον τους. Ο ιδεαλισμός που χαρακτηρίζει τις αξιολογητικές προσεγγίσεις ορισμένων αναλυτών στην Ελλάδα τούς οδήγησε να εκτιμήσουν ότι η ανάληψη της αμερικανικής προεδρίας από έναν χαρισματικό και πολλά υποσχόμενο ηγέτη θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς όφελος των ελληνικών θέσεων. Αυτό αφορά όσους εκτιμούν ότι τα εθνικά συμφέροντα των κυρίαρχων κρατών εξυπηρετούνται από μία αφηρημένη ατομοκεντρική χροιά και δεν υφίστανται ως διαχρονικοί στόχοι.
Η πολιτική των ΗΠΑ θεμελιώνεται στην ευρύτερη στρατηγική διεύρυνσης του ατλαντικού τόξου στην περιοχή. Ο στόχος αυτός υπερκαλύπτει ζητήματα ασφαλείας που αφορούν την Ελλάδα και οδηγεί την Ουάσιγκτον σε υπεραπλουστεύσεις, επίκτητη αδυναμία του νοηματικού μοντέλου μέσα από το οποίο αναλύουν τη διεθνή πολιτική οι Αμερικανοί. Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν επίσημα τη σλαβική προέλευση των γειτόνων μας, ωστόσο η ιστορία για ένα πολιτικό σύστημα που λειτουργεί σε ένα αυστηρά αμερικανοκεντρικό πλαίσιο αποτελεί τεχνικής υφής ζήτημα.
Παρά τις ενστάσεις ενός συμμάχου το State Department αξιολογεί τις διμερείς σχέσεις ΠΓΔΜ-Ελλάδας ως “καλές” και δηλώνει ότι η ΠΓΔΜ “πληροί τα κριτήρια ένταξης στο ΝΑΤΟ” με βάση μεταξύ άλλων τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα “Σύμπραξη για την Ειρήνη” αλλά και στο “Adriatic Charter” (από το 2003). Με αυτόν τον τρόπο γίνεται υπέρβαση των “κοινών” αξιών που οδήγησαν στη δημιουργία της Συμμαχίας, αφού οι ελληνικές ανησυχίες αντιμετωπίζονται ως μία συμπτωματικής υφής μικρόνοια. Είναι εμφανές ότι η υπαρκτή ή λανθάνουσα ηγεμονική τάση μιας ισχυρής χώρας αντιμετωπίζει ως αναλώσιμα τα προβλήματα ασφαλείας ενός συμμάχου. Αυτό διεφάνη με την αναγνώριση της ΠΓΔΜ με το συνταγματικό όνομά της από τις ΗΠΑ το 2004. Στο όνομα της ενίσχυσης της σταθερότητας στη γείτονα η Ελλάδα απώλεσε θεσμικά πλεονεκτήματα από τη συμμετοχή της σε έναν μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας, στον οποίο έχει προσφέρει δυσανάλογα του μεγέθους της.
Η πολιτική αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την κριτική στάση της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου, που πάνδημα καταδίκασε τους εξωραϊσμένους τυχοδιωκτισμούς των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, την επιλεκτική ευαισθησία της Ουάσιγκτον σε ζητήματα διεθνούς δικαίου (Κύπρος, Κουβέιτ, Κοσσυφοπέδιο), την άνομη κατάργηση της κρατικής κυριαρχίας στην περίπτωση της Σερβίας και το βομβαρδισμό αμάχων το 1999 αλλά και την ανικανότητα των ΗΠΑ να αποτελέσουν μία διαθρησκευτική, διαπολιτισμική γέφυρα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από ανισότητες αλλά και την προσπάθεια του παγκόσμιου να καθυποτάξει το τοπικό.

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ
Αυτά στο όνομα ενός υφέρποντος, υποδόριου και άλλοτε σαφούς και κυρίως ιδιοτελούς νεωτερισμού, που θεμελιώνεται σε σειρά στρατηγικών, νοηματικών και αξιολογητικών αξόνων. Πρώτον, η αμφισβήτηση της κρατικής κυριαρχίας η οποία ταυτίζεται με “αναχρονιστικές” αντιλήψεις και έναν “αναποτελεσματικό” θετικισμό. Δεύτερον, η νέα μετά ΟΗΕ τάξη πραγμάτων που υποστήριξαν επί μία οκταετία οι νεοσυντηρητικοί του κ. Μπους. Τρίτον, η αξιοποίηση της δομικής ισχύος των ΗΠΑ, προκειμένου να επεκτείνουν την επιρροή τους. Αν σύμφωνα με τον John Mearsheimer η τραγωδία των ισχυρών είναι να επιδιώκουν εσαεί την επέκταση της ισχύος τους, τότε υποχρέωση των μεσαίας εμβέλειας χωρών είναι να αντισταθούν. Σε αυτήν την περίπτωση συγκρούεται ο δαρβινισμός με το αίσθημα αυτοσυντήρησης μίας συλλογικότητας και τη θεσμική υποχρέωση μίας ηγεσίας να προασπιστεί το εθνικό συμφέρον.
Η Ελλάδα τιμωρήθηκε ήδη μία φορά για την υποταγή της στη λογική της Συμμαχίας, ενώ το ίδιο τής ζητείται να πράξει και σήμερα σε συνθήκες εθνικιστικού παροξυσμού στα Σκόπια και υπό το βάρος έκδοσης ταξιδιωτικών οδηγιών. Η Ουάσιγκτον απέτυχε να θέσει μία λεπτή κόκκινη γραμμή στην προστατευόμενή της, γεγονός που διεφάνη με τη χλιαρή αντίδρασή της στην παρουσίαση του έλληνα πρωθυπουργού με στολή των ναζί και την προσβολή της ελληνικής σημαίας. Οι ιδεολογικοί αντίπαλοι του χθες κατέστησαν σύμμαχοι του σήμερα, καταδεικνύοντας το εφήμερο των συμμαχιών, τη διαχρονικότητα των εθνικών συμφερόντων και την έλλειψη ιστορικής παιδείας. Οι Αμερικανοί αδυνατούν να τιμήσουν την αφοσίωση σε ιδανικά που οι ίδιοι επιχειρούν να επιβάλουν διά της βίας, διεξάγοντας “πολέμους δικαίου”, θεμελιώνοντας ονομαστικά και κατ’ επίφαση τη δράση τους σε ένα μεταφυσικής υφής ιεραποστολικό έργο, επιθυμώντας να δράσουν ως “ο φάρος της ελευθερίας” και ο ηγέτης “του ελεύθερου κόσμου”.
Ο ορθολογισμός επιβάλλει τη μη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, ωστόσο η Ελλάδα δεν αποτελεί μία τριτοκοσμική χώρα. Διαθέτει δομική ισχύ εντός της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ και είναι σαφές ότι η ευρωατλαντική πορεία της ΠΓΔΜ πρέπει να λάβει την έγκρισή της. Επί μακρόν οι γείτονές μας δρουν υπό το βάρος της ευφορίας του προστατευόμενου, καθώς οι ΗΠΑ υποβαθμίζουν δραματικά τον αλυτρωτισμό σε βάρος της Ελλάδας υπό το βάρος της άγνοιας ή γεωπολιτικής ιδιοτέλειας. Σε ένα κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα η δημιουργία ενός κράτους συνιστά μία πράξη κοσμογονικού χαρακτήρα. Η επιλογή ενός ονόματος αλλά και αυτό του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού δεν αποτελούν μία αυθαίρετη πράξη. Το δικαίωμα αυτό δεν υπάρχει ούτε στο εμπορικό πεδίο, αφού τα εμπορικά σήματα προστατεύονται με πνευματικά δικαιώματα.
Στο παρελθόν ο Μπιλ Κλίντον υποστήριξε ότι “ο ακτιβισμός των ΗΠΑ εγγυάται τη σταθερότητα σε διεθνές επίπεδο”, ωστόσο η δράση της Ουάσιγκτον έχει αποσταθεροποιητικές συνέπειες, όπως καταδεικνύει και το Μακεδονικό. Ο Μπ. Ομπάμα έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η προσδοκία του καινούργιου μπορεί να εξελιχθεί σε μία πολιτική υλοποίησης ανειλημμένων δεσμεύσεων έναντι συμμάχων. Αυτό αποτελεί θεμελιώδες προαπαιτούμενο ενός ακτιβισμού που παράγει σταθερότητα και τυπική όσο και ουσιαστική υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει οι ΗΠΑ έναντι των συμμάχων τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα συνεχίσουν να δρουν ως εξωσυστημικός αποσταθεροποιητής στην περιοχή.

* Ο Γ. Βοσκόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Πάνω αριστερά, αμερικανικός χάρτης σε εγχειρίδιο του Σώματος των Πεζοναυτών (USMC) με την ελληνική Μακεδονία να παρουσιάζεται ως «κατεχόμενη
StrategyGeopolitics

No comments: