Tuesday, 26 May 2009

ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ:Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα

ΠΟΙΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ «ΑΠΕΙΛΟΥΝ» ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ
Aν η δομή των πολιτικών-κομματικών πραγμάτων στην Τουρκία είναι συνάρτηση ή, αν μη τι άλλο, επηρεάζεται από το όλο μοντέλο που διαμορφώνει ή επιβάλλει η λεγόμενη στρατηγική θέση της χώρας και αν από την άλλη παραμένει αναλλοίωτη η συνάρτηση αυτή από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, τότε μπορεί να υποτεθεί ότι αρχή του τέλους για τον κ. Ερντογάν δεν είναι το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών. Δεν αποκλείεται όμως να εξελιχθεί σε αρχή του τέλους, η όλη εικόνα της «νέας χρυσής» εποχής στα αμερικανοτουρκικά.
Κατά την ομιλία του στην τουρκική εθνοσυνέλευση ο Μπαράκ Ομπάμα έδωσε τον ορισμό της αμερικανοτουρκικής φιλίας ως προς την αφετηρία, αλλά και την πορεία της.

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, η χρήση του όρου «αρχή του τέλους» πρώτον γίνεται με την υποσημείωση «ενδεχόμενο» και δεύτερον δεν υπονοεί κάτι για την Τουρκία γενικότερα, αλλά για τη φυσιογνωμία και το ρεύμα Ερντογάν. Ούτε αφορά, η χρήση αυτή, την κοινωνική υποδομή πάνω στην οποία έχει αναπτυχθεί το φαινόμενο Ερντογάν, δηλαδή την τάση θρησκευτικοποίησης και συντηρητικοποίησης. Αυτά τα δύο στοιχεία απλώς αποκαλύφθηκαν και έδειξαν την πραγματική μορφή της συγκεκριμένης κοινωνίας. Δεν έκανε με άλλα λόγια ο κ. Ερντογάν συντηρητική την τουρκική κοινωνία, αλλά η τουρκική κοινωνία συντηρητικό τον κ. Ερντογάν.

Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα. Ο ισχυρισμός ότι τα τουρκικά πολιτικά πράγματα επηρεάζονται από τη στρατηγική θέση της χώρας αυτής σημαίνει ότι οι βασικοί κομματικοί σχηματισμοί αναπτύχθηκαν, εξελίχθηκαν, εξουσίασαν και τελικά εξέλιπαν υπό την επιρροή ενός βασικού άξονα. Πάνω σε αυτόν απέκτησε «ανταλλακτική αξία» το προϊόν «στρατηγική θέση». Βασικοί παρτενέρ, που ενδιαφέρονται για το προϊόν αυτό από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, υπήρξαν οι υπερατλαντικοί σύμμαχοι της Τουρκίας. Συνεπώς ο «άξονας» ήταν η δυναμική των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Δεύτερον, ως προς το αν παραμένει αναλλοίωτη η συνάρτηση αυτή που ισχύει από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, αυτό θα το δούμε παρακάτω με βάση τη θεματολογία και το ποιόν της λεγόμενης «χρυσής εποχής». Προκαταβολικά όμως υπάρχει η απάντηση που δίνει ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα για το αν έχει αλλάξει η συνάρτηση. Κατά την επίσκεψή του στην Τουρκία έκανε μια ομιλία στην τουρκική εθνοσυνέλευση. Εκεί, έδωσε τον ορισμό της αμερικανοτουρκικής φιλίας ως προς την αφετηρία, αλλά και την πορεία της. «Οι φιλικές μας σχέσεις άρχισαν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» δήλωσε και διευκρίνισε τι εννοούσε: «Ο πρόεδρος Τρούμαν εγγυήθηκε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Τουρκίας» είπε και υπογράμμισε ότι στη συνέχεια οι δύο χώρες στάθηκαν δίπλα δίπλα σε φάσεις όπως η Κορέα, η ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου και πάει λέγοντας.

Όσο αποκρουστικό και αν ακούγεται σήμερα το όνομα που έχει ταυτιστεί με τη μοναδική μέχρι στιγμής χρήση πυρηνικού όπλου εναντίον άμαχου πληθυσμού, αλλά και με τα καθεστώτα που διαμορφώθηκαν για παράδειγμα στην Ελλάδα και στην Τουρκία με βάση το αμερικανικό δόγμα της εποχής, μία αλήθεια προβάλλει πίσω από τα λόγια του κ. Ομπάμα.

Με σημείο αναφοράς τον Τρούμαν και ό,τι αντιπροσωπεύει το όνομα αυτό ως σύμβολο στον χώρο της πολιτικής στην περιοχή, ο νέος, νεωτεριστής, Δημοκρατικός και δημοκράτης πρόεδρος των ΗΠΑ οροθετεί τη ματιά και τη σχέση της χώρας του με την Τουρκία.

Το σύνολο του πολιτικού κόσμου στην Τουρκία, με ανεξαιρέτως όλους τους αντικατοπτρισμούς του κόσμου αυτού στον χώρο των ΜΜΕ και της σχολιογραφίας, κάνει λόγο για σημαντική ευκαιρία «που δεν πρέπει να χάσει τούτη τη φορά η Τουρκία», όπως έγραφε μετά την επίσκεψη Ομπάμα ο γνωστός σχολιαστής κ. Μεχμέτ Αλί Μπιράντ, έτσι ώστε να αξιοποιήσει τη συγκυρία, η οποία έχει να κάνει με το έντονο αμερικανικό ενδιαφέρον προς μια σειρά από ζητήματα στην περιοχή και να βγει κερδισμένη.

Το δυστύχημα ή η ιδιαιτερότητα των περιπτώσεων που η έννοια «αναβάθμιση» (μιας χώρας) συναρτάται από τον βαθμό αξιοποίησης της εν λόγω χώρας στα σχέδια μιας μεγάλης δύναμης, έγκειται στο γεγονός ότι εξ ορισμού προκαλεί πάντα αντιφάσεις. Και αυτό επειδή πολλές φορές οι μεγάλες δυνάμεις, εφαρμόζοντας τα σχέδια που έχουν καταστρώσει με βάση τα δικά τους συμφέροντα, προβαίνουν σε κινήσεις οι συνέπειες των οποίων ενίοτε έρχονται σε αντίθεση προς τα συμφέροντα της χώρας που αξιοποιείται και συνεπώς αναβαθμίζεται.

Το πράγμα ξεπερνά το όριο της ιδιαιτερότητας και εξελίσσεται σε δυστύχημα όταν αυτής της μορφής η αναβάθμιση μιας χώρας γίνεται αντικείμενο «αντιζηλίας» από χώρες ή μέρος της κοινής γνώμης χωρών οι οποίες υποτίθεται ότι σε κάποια χρονική στιγμή έχουν κάνει μία άλλη επιλογή αναβάθμισης και ανάπτυξης, για υποκειμενικούς και αντικειμενικούς λόγους. Για υποκειμενικούς επειδή επέλεξαν τον όποιο ευρωπαϊκό δρόμο και για αντικειμενικούς επειδή η γεωγραφική τους θέση δεν είναι πλέον τόσο στο επίκεντρο των συμφερόντων και των άμεσων και καίριων προβλημάτων της μεγάλης δύναμης. Κοντολογίς, η δεύτερη αυτή μορφή χώρας είναι η Ελλάδα.

Με τη διαφορά όμως ότι άλλο πράγμα είναι η απόσταση που έχεις πλέον από εστίες έντασης όπως η Μέση Ανατολή, η Καυκασία κ.λπ., και άλλο το να απέχεις από τα θέματα. Διότι η Ελλάδα ή γενικότερα οι ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να είναι γεωγραφικώς μακριά από τις περιοχές αυτές, αλλά είναι μέτοχοι του παιχνιδιού και των ισορροπιών για παράδειγμα στο τεράστιο ζήτημα της ενέργειας. Συνεπώς αν λόγω της εσωστρέφειας που έχει διαμορφωθεί για παράδειγμα στην Ελλάδα, η Αθήνα δεν αναπτύσσει τις σχέσεις της λόγου χάρη με την Αρμενία, αυτό όντως είναι πρόβλημα. Τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει βάση.

Μάλλον δεν δόθηκε στην Ελλάδα η δέουσα προσοχή στο γεγονός ότι ο Έλληνας πρέσβης κ. Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος εξελέγη στο τέλος Μαρτίου, για δεύτερη συνεχή φορά, γενικός γραμματέας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου (BSEC). Η Γενική Γραμματεία εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και ο κ. Χρυσανθόπουλος εξελέγη παρά την αντίθετη γνώμη των Τούρκων, οι οποίοι στήριξαν την αζερική υποψηφιότητα. Η εκλογή σαφώς πρέπει να χρεωθεί και προσωπικά στον κ. Χρυσανθόπουλο, αλλά και στο γεγονός της αποδοχής ενός Έλληνα διπλωματικού από την πλειοψηφία στον Οργανισμό.

Το πλαίσιο της νέας φάσης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, τόσο ως προς τη φιλοσοφία του όσο και ως προς το περιεχόμενό του, είναι γνωστό. Ιράκ, Αφγανιστάν, αγωγοί, Παλαιστινιακό, Συρία, Ιράν, Καύκασος. Η διαδικασία αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ, η τουρκική συμμετοχή στο έργο της αποχώρησης, οι προοπτικές που θα υπάρξουν σε σχέση τόσο με το Ιράκ όσο και με τους Κούρδους του βόρειου τμήματος της χώρας, οι ανάγκες της επικείμενης επιχείρησης στο Αφγανιστάν, ο ρόλος της Τουρκίας στη νέα εικόνα που θέλει να παρουσιάσει η Ουάσινγκτον ενώπιον του μουσουλμανικού κόσμου και πάει λέγοντας. Όλα αυτά είναι γνωστά.

Το ερώτημα είναι ποια από όλα αυτά τα θέματα μπορούν να αποκτήσουν προοπτική αρνητική για την Τουρκία. Με άλλα λόγια, σε ποια από αυτά οι κινήσεις της Ουάσινγκτον θα μπορούσαν να έχουν συνέπειες αρνητικές για τα τουρκικά συμφέροντα.

Ας πάρουμε ως μοντέλο το θέμα των Κούρδων και του Βορείου Ιράκ. Αυτό, εκτός από μοντέλο, είναι και ένα από τα ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν πονοκέφαλο.

Αυτό που λέγαμε «ψυχρότητα» στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις τα τελευταία χρόνια, ήταν κάτι που ξεκίνησε τις παραμονές της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ τον Μάρτιο του 2003. Η απόφαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης να μην εγκρίνει τη χρησιμοποίηση του τουρκικού εδάφους από τους Αμερικανούς για την επιχείρηση στο Ιράκ είναι από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς στην αμερικανοτουρκική ένταση που ακολούθησε.
Παράλληλα με τον εκνευρισμό που εκδήλωναν Αμερικανοί αξιωματούχοι, κλιμακωνόταν στην Τουρκία και ο αντιαμερικανισμός. Ήταν η εποχή που έκαναν θραύση στην Τουρκία τα μυθιστορήματα περί αμερικανοτουρκικού πολέμου. Το κλίμα αυτό που είχε διαμορφωθεί στην Τουρκία είχε γίνει αντικείμενο παρατήρησης από την Ουάσινγκτον, διά στόματος της τότε υπουργού εξωτερικών κυρίας Κοντολίζας Ράις.

Τώρα που έχει ανατείλει ο ήλιος Ομπάμα, σχεδόν οι πάντες σπεύδουν να αποδώσουν τον αντιαμερικανισμό της τουρκικής κοινωνίας στους χειρισμούς της κυβέρνησης Μπους και στην εν γένει αμερικανική επιθετικότητα. Ωστόσο η σχηματική αυτή διάκριση δεν έχει απολύτως καμία βάση και για τον λόγο αυτόν δεν πρόκειται να οδηγήσει σε σωστά συμπεράσματα και, πολύ περισσότερο, σε σωστές προβλέψεις.

Η ουσία του αντιαμερικανισμού στην Τουρκία ήταν δύο πράγματα. Το Κουρδικό κατά κύριο λόγο και το αίσθημα συμπαράστασης που επικράτησε στην τουρκική κοινή γνώμη απέναντι στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής που ήταν θύματα της αμερικανικής επιθετικότητας.

Επανερχόμαστε στο μοντέλο του Βορείου Ιράκ. Η εισβολή στο Ιράκ, πρακτικά, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στο Βόρειο Ιράκ μία «επικίνδυνη» για τους Τούρκους κατάσταση σχετικά με τους Κούρδους. Στην πράξη, αυτό εξελίχθηκε σε αυτόνομη κουρδική χώρα και η προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου κουρδικού κράτους είναι ο λόγος της μεγάλης ανησυχίας της Άγκυρας. Αυτό έχει δύο διαστάσεις. Πρώτον, ένα νέο, με αόριστες παραμέτρους ως προς τη φιλικότητά του προς την Τουρκία, κράτος στα σύνορα είναι για την Τουρκία ζήτημα ασφάλειας, το οποίο αποκτά πρόσθετες διαστάσεις λόγω του ζητήματος Μοσούλη-Κιρκούκ. Δεύτερον, η προοπτική κουρδικού κράτους συνδέεται άμεσα με τα εκατομμύρια των Κούρδων που κατοικούν στην Τουρκία. Ειδικότερα οι Κούρδοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας, που παρουσιάζουν όλο και πιο συμπαγή πολιτική συμπεριφορά μέσω των φιλοκουρδικών κομμάτων στη χώρα, αντιμετωπίζονται έτσι κι αλλιώς ως πρόβλημα ασφάλειας από το τουρκικό κράτος.

Ας συμβουλευτούμε τώρα τον κ. Ομπάμα. Κατά την επίσκεψή του στην Τουρκία και καθώς συνομιλούσε με φοιτητές, ρωτήθηκε αν είναι υπέρ ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ. Η απάντησή του ήταν «μη απάντηση» για τις κυριαρχούσες προσλαμβάνουσες στην Τουρκία. «Είμαστε εναντίον οποιουδήποτε πράγματος που στρέφεται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας», είπε, τη στιγμή που η ερώτηση σχετιζόταν με την εδαφική ακεραιότητα του Ιράκ! Τι σημαίνει αυτό; Μήπως ότι αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας ανεξάρτητου κουρδικού κράτους; Προσωπικά πιστεύω ότι σημαίνει κάτι παραπάνω από αυτό και εξηγούμαι.

Αυτό που έκανε με επιμέλεια ο κ. Ομπάμα στην Τουρκία ήταν η έκκληση για αλλαγή. Μπορεί μεν αυτό να ακούγεται ως επανάληψη του βασικού συνθήματος της προεκλογικής εκστρατείας του κ. Ομπάμα στις ΗΠΑ, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δείχνει κάτι άλλο. Εξήγησε αναλυτικά στους Τούρκους πώς άλλαξε η αμερικανική κοινωνία. Πώς οι νέγροι από καταπιεζόμενη μειονότητα που ήταν έφτασαν σε σημείο να αναδείξουν έναν πρόεδρο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο κ. Ομπάμα έκανε εμφάνιση Ρόκι Μπαλμπόα στην Τουρκία. Κατά μία έννοια, ναι, αυτό έκανε. Στην ταινία, ο Ρόκι, αφού είχε νικήσει στη Μόσχα τον Σοβιετικό αντίπαλό του, είχε πάρει το μικρόφωνο και απευθυνόμενος στους Σοβιετικούς που είχαν παρακολουθήσει τον αγώνα είχε πει το αξέχαστο: «Κατά τη διάρκεια του αγώνα άλλαξα εγώ αλλά κι εσείς. Αφού μπορώ και αλλάζω εγώ και κάνετε το ίδιο κι εσείς, τότε μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο»! Αμερικανιά; Ίσως, αλλά αυτό το μήνυμα δίνει και ο κ. Ομπάμα.

Διότι απαντώντας στη ερώτηση του Τούρκου φοιτητή για τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ και αφού έλεγε πως είναι υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας, πρόσθετε και το εξής: «Από την άλλη και οι Κούρδοι στην Τουρκία θα πρέπει να είναι ελεύθεροι και να έχουν ίσες ευκαιρίες». Αν αυτό συνδυαστεί με τις συστάσεις που κάνουν εδώ και πολύ καιρό οι Αμερικανοί προς τους Τούρκους να αναπτύξουν τις σχέσεις τους με τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ, προκύπτει το ζητούμενο. Δηλαδή η υπέρβαση που καλούνται να κάνουν οι Τούρκοι ώστε να έχουν αγαστές σχέσεις με ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος που ενδεχομένως θα ιδρυθεί. Και πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η άποψη περί ελεγχόμενου από την Τουρκία κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ είναι κάτι που έχει διατυπωθεί από κάποιους στην Τουρκία, Με λίγα λόγια, με την προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα κάνει την υπέρβαση, πράγμα που προαπαιτεί μια σειρά από ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης του ΡΚΚ και της διαμόρφωσης σχετικής κοινής γνώμης στην Τουρκία, η κουρδική διάσταση του Ιρακινού μπορεί στο μέλλον να μην είναι πηγή έντασης. Σε κάθε άλλη περίπτωση το Κουρδικό θα είναι μόνιμη πηγή έντασης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Ένα δεύτερο καίριο ζήτημα είναι το Αρμενικό. Οι Αμερικανοί δεν το κρύβουν καθόλου ότι πιέζουν την Άγκυρα για συγκεκριμένα και ουσιαστικά βήματα βελτίωσης των σχέσεών της με την Αρμενία. Το πρώτο συγκεκριμένο βήμα που ζητούν οι Αμερικανοί είναι να ανοίξει η Τουρκία τα σύνορα με την Αρμενία. Αυτό ήδη προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία. Και δεν είναι μόνο η διάσταση «Αρμένιοι» που έτσι κι αλλιώς φουντώνει το εθνικιστικό αίσθημα στην Τουρκία. Είναι και το γεγονός ότι κάθε τουρκικό θετικό βήμα προς την Αρμενία θα εκληφθεί, τουλάχιστον σε σημαντικό τμήμα της τουρκικής κοινής γνώμης, ως «ξεπούλημα του Αζερμπαϊτζάν».

Το τρίτο σημείο είναι το μουσουλμανικό κοινό αίσθημα στην Τουρκία, που μπορεί να ενοχληθεί από αμερικανικές κινήσεις στην περιοχή εναντίον μουσουλμάνων. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, αν ο κ. Ερντογάν στραφεί σε εθνικιστικότερο και ισλαμιστικότερο λέγειν, όπως από ό,τι φαίνεται του προστάζει το εκλογικό αποτέλεσμα, θα στραγγαλιστεί στα γεννοφάσκια της η «χρυσή εποχή» των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Αν πάλι μπει σε ένα ανεξέλεγκτο παιχνίδι, δίχως να είναι σε θέση να εμποδίσει ή να απαλύνει τις εσωτερικές αντιδράσεις για αρνητικές εξελίξεις σε θέματα όπως το Κουρδικό ή το Αρμενικό, θα τα βρει σκούρα στην εσωτερική σκηνή.
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.

Άγκυρα: ανταπόκριση του Άρη Αμπατζή
Diplomatia.gr

No comments: