Tuesday, 12 May 2009

Στο βασίλειο των κβάντων

Τηλεμεταφορά, τηλεπάθεια, παράλληλα σύμπαντα... Μπήκαν στο λεξιλόγιο της επιστήμης χάρη σε μια ανατρεπτική και παράξενη θεωρία: την κβαντική μηχανική. Σας την εξηγούμε.Για πολλούς ο σπουδαιότερος φυσικός του 20ού αιώνα ήταν ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Φέινμαν. Κι όμως ακόμα και αυτός ο ιδιοφυής επιστήμονας και νομπελίστας μπροστά στο μυστηριώδη κόσμο των κβάντων στεκόταν έκθαμβος, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε είχε δηλώσει «κανείς άνθρωπος στον κόσμο δεν καταλαβαίνει πλήρως την κβαντική θεωρία». Πράγματι, μέχρι σήμερα είναι η πιο ανατρεπτική, η πιο επαναστατική θεωρία που έχει υπάρξει. Περιγράφει έναν κόσμο που αποτελείται από σωματίδια που διαδίδονται σαν κύματα, τα οποία μπορούν να βρίσκονται ταυτόχρονα σε διαφορετικές θέσεις, να διασχίζουν σαν φαντάσματα φαινομενικά αδιάβατα εμπόδια, να υπερτίθενται με τέλεια συγχρονισμένο τρόπο και να δημιουργούν δεσμίδες λέιζερ που μπορούν να κόβουν μέταλλα.

Κόρη πολλών πατέρων
Η κβαντική μηχανική είναι η μεγαλύτερη πνευματική κατάκτηση του 20ού αιώνα, μαζί με τη θεωρία της σχετικότητας. Ενώ όμως η θεωρία της σχετικότητας είναι ο καρπός του πνεύματος αποκλειστικά του Άλμπερτ Αϊνστάιν, η κβαντική μηχανική είναι κόρη πολλών πατέρων, από τον Μαξ Πλανκ ως τον Νιλς Μπορ και τον Ρίτσαρντ Φέινμαν. Έχει μεταβάλει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, γιατί υποστηρίζει ότι τα σωματίδια κινούνται με βάση πιθανοκρατικούς νόμους, σύμφωνα με τους οποίους είναι αδύνατο να προβλεφθεί με ακρίβεια το πεπρωμένο τους. Λέει ότι είναι αδύνατο να παρατηρούμε τον κόσμο χωρίς να τον διαταράσσουμε: συνεπώς δεν υπάρχει μια πραγματικότητα ανεξάρτητη από τον παρατηρητή. Έτσι δημιουργείται η υποψία ότι κάθε στιγμή το σύμπαν χωρίζεται σε χιλιάδες παράλληλα σύμπαντα, με τρόπο ώστε να πραγματοποιούνται όλες οι πιθανότητες.

Κρυσταλλολυχνίες και δεσμίδες λέιζερ
Η ορθότητά της έχει εξακριβωθεί μέχρι και πέρα από το δέκατο δεκαδικό ψηφίο. Ο Αϊνστάιν, όμως, δεν μπορούσε να τη χωνέψει και διαμαρτυρόταν: «Ο Θεός δεν παίζει ζάρια». Όμως κανείς δεν μπορεί χωρίς αυτή. Γιατί η κβαντική μηχανική βρίσκεται στους φωτοβολταϊκούς συλλέκτες, στα λέιζερ των cd player, στις κρυσταλλολυχνίες των υπολογιστών, στις απαραβίαστες επικοινωνίες του προσεχούς μέλλοντος. Ιδού γιατί είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να την εξηγήσουμε με απλό τρόπο. Αυτός είναι, λοιπόν, ο θαυμαστός κόσμος των κβάντων.

Κύμα ή σωματίδιο;
Όλα ξεκίνησαν με το φως. Αρχικά πιστεύαμε ότι αποτελούνταν από σωματίδια. Έπειτα ότι ήταν κύμα. Μέχρι που καταλάβαμε ότι και τα δύο ήταν σωστά...

Η επανάσταση ξεκίνησε το 1900, ακριβώς όταν κανείς δεν το περίμενε. Εκείνη την εποχή, πολλοί είχαν την ψευδαίσθηση ότι στη φυσική δεν υπήρχε πλέον τίποτα άλλο ουσιαστικό να ανακαλυφθεί. Τους θεμελιώδεις νόμους τους είχε περιγράψει αναλυτικά ο Ισαάκ Νεύτωνας το 18ο αιώνα, και στους μεταγενέστερους δεν είχε μείνει παρά η εκτέλεση υπολογισμών. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελούνταν από δύο είδη οντοτήτων, τελείως διαφορετικών μεταξύ τους: την ύλη (που διέθετε μάζα) και τα κύματα (τις ταλαντεύσεις της ύλης που επέτρεπαν τη διάδοση της ενέργειας).

Η υπόθεση έκλεισε...
Με αυτές τις ιδέες ως βάση, οι φυσικοί αναρωτιούνταν ποια είναι η φύση του φωτός. Σύμφωνα με τον Νεύτωνα, αποτελούνταν από σωματίδια που εξέπεμπαν οι φωτεινές πηγές. Το 1801, όμως, ο Άγγλος Τόμας Γιανγκ απέδειξε πως, όταν περνά μέσα από πολύ στενές σχισμές, το φως παράγει σύνθετες μορφές, που αποτελούνται από μια εναλλαγή φωτεινών και σκοτεινών περιοχών, που ονομάζονται «κροσσοί συμβολής» (βλ. σχέδιο πάνω). Το πείραμα, λοιπόν, απέδειξε ότι το φως είναι κύμα. Και τότε θεωρήθηκε ότι η υπόθεση έκλεισε.

...ή μήπως όχι ακόμα;
Όμως στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, ένα μυστήριο βασάνιζε τους επιστήμονες. Το πρόβλημα ήταν μαθηματικής φύσης και αφορούσε τον υπολογισμό της ενέργειας που εκπέμπεται με τη μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (όπως το φως και οι υπέρυθρες ακτίνες) από ένα ιδανικό αντικείμενο που ονομάζεται «μελανό σώμα», το οποίο, αφού ορίσουμε τη θερμοκρασία, για παράδειγμα στους 1.000οC, μπορούμε να το φανταστούμε σαν ένα διάπυρο σίδερο.

Αν υποθέσουμε ότι το φως είναι κύμα, οι υπολογισμοί που βασίζονται στις παραδοσιακές θεωρίες θα έδιναν παράλογα αποτελέσματα: θα προέκυπτε ότι ένα τέτοιο «διάπυρο σίδερο» θα έπρεπε να εκπέμπει μια ατελείωτη ποσότητα ενέργειας. Το 1900, ο Γερμανός φυσικός Μαξ Πλανκ κατάφερε να λύσει το πρόβλημα και να φτάσει στο σωστό αποτέλεσμα, χρησιμοποιώντας ένα «κόλπο»: υπέθεσε ότι τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα όπως το φως αποτελούνται από μικροσκοπικά πακέτα («ομάδες κυμάτων»). Ο Πλανκ, όμως, πίστευε ότι αυτά τα πακέτα ήταν απλώς ένα χρήσιμο μαθηματικό τέχνασμα και δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα.

Το αίνιγμα του Αϊνστάιν
Την ίδια εποχή, οι φυσικοί προσπαθούσαν να εξηγήσουν και ένα άλλο φαινόμενο, που ήταν ήδη γνωστό από το 1880, το λεγόμενο «φωτοηλεκτρικό φαινόμενο»: μια μεταλλική πλάκα, αν φωτιστεί, μπορεί να εκπέμψει σωματίδια που είναι καλοί αγωγοί του ηλεκτρισμού... Ακόμα και τα φωτοβολταϊκά πάνελ λειτουργούν με βάση μια παρόμοια αρχή. Το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο έγινε κατανοητό το 1905, όταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν έκανε την ανακάλυψη που του χάρισε το βραβείο Νόμπελ: έπρεπε να δεχτούμε ότι το φως αποτελείται από πακέτα, τα «κβάντα φωτός» ή «φωτόνια», ακριβώς όπως είχε εικάσει ο Πλανκ.

Το μυστήριο του ατόμου
Σε μια πρώτη προσέγγιση, μπορούμε να σκεφτούμε τα φωτόνια σαν πακέτα ενέργειας, δηλαδή μικρά κύματα ορισμένα στο χώρο. Αν όμως πάμε να παρατηρήσουμε από κοντά τη συμπεριφορά τους, ανακαλύπτουμε κάτι πραγματικά παράξενο: τα φωτόνια συμπεριφέρονται με τον έναν τρόπο ή τον άλλο ανάλογα με το πώς τα κοιτάμε εμείς. Σε κάποια πειράματα συμπεριφέρονται ως κύματα, δημιουργώντας κροσσούς συμβολής (πείραμα του Τόμσον), σε άλλα ως σωματίδια (φωτοηλεκτρικό φαινόμενο).
Η αρχή σύμφωνα με την οποία το φως έχει αυτή τη διττή φύση ονομάστηκε αρχή της συμπληρωματικότητας (και ισχύει για όλα τα κβαντικά σωματίδια).

Όλα αυτά ήταν ήδη αρκετά παράξενα, όμως το μυστήριο πύκνωσε ακόμα περισσότερο, όταν οι φυσικοί άρχισαν να ερευνούν τη δομή του ατόμου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Νέοζηλανδός Έρνεστ Ράδερφορντ είχε εικάσει ότι τα άτομα μοιάζουν με μικροσκοπικά ηλιακά συστήματα, όπου τα ηλεκτρόνια γυρνούν γύρω από τον πυρήνα έτσι όπως οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: επειδή τα ηλεκτρόνια διαθέτουν ηλεκτρικό φορτίο, σύμφωνα με τους «κλασικούς» νόμους της φυσικής δε θα μπορούσαν να παραμείνουν σε μια κυκλική τροχιά, αλλά θα έπρεπε να εκπέμπουν ενέργεια και να πέφτουν ελικοειδώς προς τον πυρήνα. Την καλύτερη λύση την πρότεινε ο Νιλς Μπορ το 1913. Τα ηλεκτρόνια, σε αντίθεση με τους πλανήτες, μπορούν να βρίσκονται μόνο σε συγκεκριμένες τροχιές. Και για να μετακινηθεί ένα ηλεκτρόνιο από τη μια τροχιά στην άλλη, χρειάζεται ένα πακέτο, ένα «κβάντο», με συγκεκριμένη ενέργεια, γιατί σε κάθε τροχιά αντιστοιχεί ένα συγκεκριμένο ενεργειακό επίπεδο. Είναι σαν να ανεβαίνουμε μια σκάλα: αν δε δώσουμε επαρκή ενέργεια για να μετακινήσουμε το πόδι από το χαμηλότερο σκαλί στο ψηλότερο, δε θα μπορέσουμε ποτέ να την ανεβούμε. Το άτομο, λοιπόν, είχε κβαντικοποιηθεί. Όμως ακόμα δε γνωρίζαμε το λόγο.

Απροσδιόριστες εξ αρχής
Το επόμενο βήμα το έκανε ο Γάλλος Λουί ντε Μπρολί, ο οποίος είπε ότι, αν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα όπως το φως συμπεριφέρονται και ως σωματίδια, τότε και τα σωματίδια από τα οποία αποτελείται η ύλη θα μπορούσαν να αποτελούνται από κύματα. Αρχίσαμε έτσι να καταλαβαίνουμε την αιτία των ενεργειακών επιπέδων που εντόπισε ο Μπορ. Τα ηλεκτρόνια δεν είναι σαν μικροί πλανήτες που περιστρέφονται γύρω από τον πυρήνα, αλλά μοιάζουν περισσότερο με συννεφάκια που πάλλονται. Μόνο κάποιες συχνότητες είναι δυνατές, αυτές που αντιστοιχούν στα ενεργειακά επίπεδα.

Η θεωρία τελειοποιήθηκε από τον Έρβιν Σρέντινγκερ, που το 1927 διατύπωσε έναν τύπο (την «κυματοσυνάρτηση»), σύμφωνα με τον οποίο κάθε σωματίδιο σχετίζεται με ένα κύμα. Τα υλικά σωματίδια, λοιπόν, αποκτούν νέα όψη. Αναπαριστώνται με κύματα που διαδίδονται στο χώρο. Και δεν πρόκειται για υλικά κύματα, αλλά για κύματα πιθανότητας: η ένταση του κύματος δείχνει την πιθανότητα να βρεθεί ένα σωματίδιο σε ένα ορισμένο σημείο.

Εφόσον το σωματίδιο παραμένει ανενόχλητο, εκτείνεται σαν ένα κύμα στο χώρο (και βρίσκεται σε μια κατάσταση «πανταχού παρουσίας»). Όμως, όταν πραγματοποιείται μια μέτρηση, για να διαπιστωθεί η ακριβής θέση του σωματιδίου, τότε μεταβάλλεται η «αόριστη» κατάστασή του και αναγκάζεται να επιλέξει: μπορεί να βρίσκεται σε ένα σημείο και όχι σε ένα άλλο. Ή, πιο γενικά, σε μια κατάσταση και όχι σε μια άλλη (βλ. πλαίσιο αριστερά). Και δεν πρόκειται για ένα τεχνικό πρόβλημα, αλλά για μια θεμελιώδη αρχή: η μέτρηση διαταράσσει την κατάσταση του σωματιδίου. Επιπλέον, οι γνώσεις μας για το σωματίδιο θα είναι πάντα ελλιπείς. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να μάθουμε τη θέση του, για παράδειγμα φωτίζοντάς το με φωτόνια, τόσο περισσότερο μεταβάλλεται και διαταράσσεται η κίνησή του, και συνεπώς η ταχύτητα γίνεται απροσδιόριστη. Αυτή είναι η «αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ», που διατυπώθηκε το 1927.

Πού να πάω;
Ανακεφαλαιώνοντας, σε διάστημα 20 ετών, οι φυσικοί διαπίστωσαν ότι όλα τα σωματίδια έχουν διττή φύση και συμπεριφέρονται και ως κύματα. Σε αυτό το σημείο ξεκίνησε ένα νέο στάδιο: έγινε αντιληπτό ότι ακόμα και οι δυνάμεις της φύσης (ηλεκτρομαγνητισμός, βαρύτητα και πυρηνικές δυνάμεις) μπορούν να «κβαντικοποιηθούν», δηλαδή να διαιρεθούν σε ελάχιστα πακέτα, τα «κβάντα», όπως στην περίπτωση του φωτός. Οι δυνάμεις της φύσης, λοιπόν, εκδηλώνονται χάρη στη διαρκή ανταλλαγή χιλιάδων αόρατων σωματιδίων ανάμεσα στα αντικείμενα.

Εν τω μεταξύ, άλλες μελέτες έριξαν νέο φως στη μυστηριώδη λειτουργία του κβαντικού κόσμου. Ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Φέινμαν, για παράδειγμα, το 1948 διατύπωσε ξανά τη θεωρία με βάση μια καινούρια αρχή. Μπορούμε να υπολογίσουμε την κίνηση ενός σωματιδίου από ένα αρχικό σημείο σε ένα τελικό σημείο αθροίζοντας μεταξύ τους με τον κατάλληλο τρόπο όλες τις πιθανές διαδρομές, από τις πιο άμεσες ως τις πιο μπλεγμένες: είναι σαν το σωματίδιο να «εξερευνά» ταυτόχρονα όλες τις πιθανότητες. Αυτή η άποψη αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη για την εξέλιξη της θεωρίας.

Παράλληλα πεπρωμένα
Μια ακόμα πιο τολμηρή ιδέα, σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, διατυπώθηκε από τον Άγγλο φυσικό Χιου Έβερετ Γ΄ το 1957. Είναι η θεωρία των «παράλληλων συμπάντων». Κάθε φορά που ένα σωματίδιο, ακολουθώντας τους κβαντικούς νόμους, έχει μια συγκεκριμένη πιθανότητα να βρεθεί σε ένα σημείο ή σε ένα άλλο, το σύμπαν χωρίζεται στα δύο. Στο ένα σύμπαν το σωματίδιο βρίσκεται σε ένα από τα δύο μέρη, ενώ σε ένα παράλληλο σύμπαν βρίσκεται στο άλλο. Αυτή η ιδέα δεν έτυχε άμεσης εξέλιξης, όμως κανείς δεν έχει καταφέρει να τη διαψεύσει.

Άτομα-φαντάσματα, πανταχού παρουσία, τηλεπάθεια
Αν ήμασταν κβαντικά σωματίδια, θα ζούσαμε μαγικές εμπειρίες: θα μπορούσαμε να περάσουμε μέσα από τοίχους, να βρισκόμαστε σε πολλά μέρη την ίδια στιγμή, να διατηρούμε επαφή με ένα «δίδυμο» σωματίδιο στο άλλο σημείο του σύμπαντος, να τηλεμεταφερόμαστε...

Για όλα φταίει μια σταθερά της φύσης που ανακαλύφτηκε από τον Μαξ Πλανκ το 1900. Ονομάζεται «h» και είναι στυλοβάτης της σύγχρονης φυσικής. Αν ισούνταν ακριβώς με το μηδέν, η κβαντική μηχανική δε θα υπήρχε και οι γνωστοί σε εμάς νόμοι της φυσικής θα ίσχυαν και στον ατομικό κόσμο. Αν, αντίθετα, το h ήταν πολύ μεγαλύτερο, τα κβαντικά φαινόμενα θα ήταν ορατά στην καθημερινή ζωή μας. Ποια είναι όμως αυτά; Δοκιμάσαμε να μπούμε στη (μαγική) θέση ενός κβαντικού σωματιδίου.

Παράλληλες υπάρξεις
Κατ’ αρχάς, πρέπει να λάβουμε υπόψη την αρχή της κβαντικοποίησης της ενέργειας. Δε θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να υπολογίσουμε τις δυνάμεις όπως θέλουμε. Και έτσι, παίζοντας μπιλιάρδο, δε θα μπορούσαμε να «ζυγίσουμε» με ακρίβεια τα χτυπήματα - μόνο κάποια χτυπήματα θα ήταν δυνατά, σε αντιστοιχία με συγκεκριμένη ενέργεια. Για να τραφούμε, δηλαδή για να παράσχουμε ενέργεια στο σώμα μας, δε θα μπορούσαμε να καταβροχθίσουμε αυθαίρετες ποσότητες τροφής παρά μόνο σωστά υπολογισμένες δόσεις (τα «κβάντα»), σαν να επρόκειτο για χάπια.

Μην το πείτε στο αφεντικό!
Χάρη στην αρχή της υπέρθεσης καταστάσεων θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε σε πολλά μέρη ταυτόχρονα: στη θάλασσα και στο βουνό, με τη σύζυγο και την ερωμένη. Μετά τον αρχικό ενθουσιασμό, όμως, θα διαπιστώναμε ότι θα ήταν σαν να μη βρισκόμαστε πουθενά. Αυτή η κατάσταση της πανταχού παρουσίας είναι στην πραγματικότητα μόνο δυνητική και διαρκεί μέχρι κάποιος να αποφασίσει να κάνει μια μέτρηση και συνεπώς να διαπιστώσει με ακρίβεια πού βρισκόμαστε και τι κάνουμε. Σε αυτό το σημείο εμείς ως άτομο θα υλοποιηθούμε σε ένα από τα πιθανά μέρη και θα εξαφανιστούμε από τα άλλα. Η «επιλογή» του τόπου συμβαίνει με τυχαίο τρόπο, και η πιθανότητα να υλοποιηθούμε σε ένα σημείο ή σε ένα άλλο μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, αν βρισκόμασταν σε μια τέτοια υπέρθεση καταστάσεων και το αφεντικό μας αποφάσιζε να διαπιστώσει αν είμαστε στη δουλειά ή στην παραλία, θα αρκούσε να ρίξει μια ματιά στη θέση μας. Αυτόματα ο υλικός εαυτός μας θα εμφανιζόταν στο γραφείο ακόμα και αν φορούσε... βατραχοπέδιλα.

Απατηλές μπάλες
Για παρηγοριά, ας ξεσκάσουμε με μια παρτίδα τένις. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη την αρχή της απροσδιοριστίας, σύμφωνα με την οποία δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την ίδια στιγμή τη θέση και την ταχύτητα της μπάλας.

Θα δούμε απίστευτα πράγματα. Αν, για παράδειγμα, καταφέρουμε να κρατήσουμε σταθερή στο χέρι μας την μπάλα, για να κάνουμε σερβίς, θα χάναμε εντελώς τον έλεγχο της ταχύτητάς της και συνεπώς θα είχαμε ελάχιστες πιθανότητες να πετύχουμε το αντίπαλο τμήμα του γηπέδου. Αν, αντίθετα, καταφέρναμε να δώσουμε στην μπάλα μια συγκεκριμένη ταχύτητα, για παράδειγμα 70 χλμ./ώρα, η θέση της μπάλας θα ήταν απροσδιόριστη - θα μπορούσε να βρίσκεται με ίσες πιθανότητες σε οποιοδήποτε σημείο του γηπέδου. Για τον ίδιο λόγο, δε θα βλέπαμε γύρω μας τίποτα ακίνητο (ούτε εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να ήμαστε). Γιατί όταν είμαστε ακίνητοι, έχουμε ταχύτητα ίση με μηδέν... όμως σε αυτή την περίπτωση η θέση θα ήταν απροσδιόριστη. Γι’ αυτό τα κβαντικά σωματίδια βρίσκονται πάντα σε κίνηση.

Μέσα από τοίχους
Μετά από αυτές τις εμπειρίες, θα ήμασταν έτοιμοι για μια καινούρια διαπίστωση: το σώμα μας, που δεν μπορεί να είναι ακίνητο ούτε να έχει μια καθορισμένη θέση, μοιάζει περισσότερο με φάντασμα παρά με αληθινό σώμα. Ακόμα και μπροστά σε έναν τοίχο, το σώμα μας μπορεί να επεκταθεί σαν ένα συννεφάκι... και να περάσει μέσα από τον τοίχο. Αυτό είναι το φαινόμενο της σήραγγας, που επιτρέπει στα άτομα και στα υποατομικά σωματίδια να ξεπερνούν τα ενεργειακά εμπόδια που διαφορετικά θα ήταν απροσπέλαστα.

Αν τώρα αποφασίζαμε να διηγηθούμε αυτή την εμπειρία σε ένα φίλο, θα διαπιστώναμε ότι στο ατομικό σύμπαν υπάρχουν διάφορα είδη σωματιδίων, όμως αυτά του ιδίου είδους είναι όλα τελείως όμοια, με βάση της αρχή της μη-δυνατότητας διάκρισης όμοιων σωματιδίων (indistinguishability). Σε κάποιες περιπτώσεις τα όμοια σωματίδια συγχρονίζονται, σαν να ήταν στρατιώτες που παρελαύνουν, και δημιουργούν ένα «υπερσωματίδιο», που υπό κάποια έννοια είναι το μεγεθυμένο αντίγραφο των συστατικών του. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί το λέιζερ.

Η κβαντική τηλεπάθεια υπάρχει
Όμως η πιο ασυνήθιστη εμπειρία που θα ζούσαμε θα ήταν η τηλεπάθεια (ο τεχνικός όρος είναι «entanglement», διεμπλοκή). Χρειάζεται όμως ένας σύντροφος. Συναντιόμαστε, συγχρονιζόμαστε (για παράδειγμα, ο ένας σηκώνει το δεξί χέρι και ο άλλος το αριστερό) και στη συνέχεια απομακρυνόμαστε, μέχρι να φτάσουμε στο διαμετρικώς αντίθετο μέρος του σύμπαντος. Σε αυτό το σημείο, αν ένας από τους δύο κατεβάσει το χέρι και σηκώσει το άλλο, ο άλλος το καταλαβαίνει και κάνει το ίδιο. Η συνεννόηση είναι ακαριαία. Τα πειράματα έχουν δείξει ότι αυτή η κβαντική τηλεπάθεια υπάρχει και δεν παραβιάζει τις αρχές της θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν, αφού η τελευταία δεν ισχύει για τη μεταφορά πληροφοριών.

Έχει επιτευχθεί η τηλεμεταφορά
Η αρχή της τηλεπάθειας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τηλεμεταφερόμαστε σε ένα απομακρυσμένο μέρος. Σε γενικές γραμμές, θα χρειαζόταν να δημιουργήσουμε έναν κλώνο του εαυτού μας και να τον στείλουμε σε έναν μακρινό πλανήτη, για να μεταφέρουμε έπειτα τις πληροφορίες για τη δομή του σε μια τρίτη στοίβα «βοηθητικής» ύλης. Με αυτόν τον τρόπο, τα αρχικά δίδυμα αντίγραφα θα «καταστραφούν» και εμείς θα υλοποιηθούμε στο μέρος της βοηθητικής ύλης. Η τηλεμεταφορά έχει επιτευχθεί στο εργαστήριο, όμως σε απλές περιπτώσεις: φωτόνια και κάποιες ιδιότητες των ατόμων.

Μικρή αλλά όχι μηδενική
Δε θα ήταν εύκολο, λοιπόν, για εμάς να ζήσουμε στον κόσμο των κβάντων. Καλύτερα να επιστρέψουμε στον αληθινό κόσμο, όπου η σταθερά του Πλανκ ισούται με 0,000000000000000000000000000000000663 (m2kg/sec), μια πολύ μικρή αλλά όχι μηδενική τιμή. Όσο αρκεί, δηλαδή, για να περιορίσουμε τα παράξενα κβαντικά φαινόμενα στον αόρατο κόσμο των ατόμων και όλοι μας να απολαμβάνουμε τις ανέσεις της ζωής στον κόσμο όπου συνηθίσαμε να ζούμε.
FOCUS

No comments: