Monday, 27 April 2009

H Έκθεση Harmel

Η Έκθεση Harmel ορθά καταγράφηκε στην ιστορία του ΝΑΤΟ ως η φωνή των μικρότερων κρατών που προέτρεπαν η ύφεση όπως επίσης και η άμυνα να είναι εξ ίσου οι κύριες λειτουργίες της Συμμαχίας.
Ο Lawrence S. Kaplan ερευνά την προέλευση του εγγράφου, την επίπτωση του και την μακροπρόθεσμη σπουδαιότητά του.
Στην σχεδόν εξηκονταετή ιστορία του ΝΑΤΟ, λίγα ορόσημα υπήρξαν που προοιώνισαν μεγάλες αλλαγές στην κατεύθυνση της Συμμαχίας. Δύο από τα πλέον ορατά ήταν ο Πόλεμος της Κορέας με την επίπτωσή του πάνω στη δομή του οργανισμού μεταξύ του 1950 και του 1952 και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης μεταξύ του 1989 και του 1991 η οποία άρχισε με την κατεδάφιση του Τείχους του Βερολίνου. Μια τρίτη σημαντική αλλαγή είχε τόσο μεγάλη επίπτωση στις δια-Συμμαχικές σχέσεις όπως είχε και στον Ψυχρό Πόλεμο: Η Έκθεση Harmel του 1967. Σήμερα σαράντα ετών, η πρωτοβουλία Harmel αντικατόπτρισε την επιρροή των μικρότερων μελών της Συμμαχίας πάνω στις μεγαλύτερες δυνάμεις, ειδικά πάνω στην υπερδύναμη, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αποδοχή από το ΝΑΤΟ του μηνύματος σε αυτή την έκθεση άμβλυνε τις φυγοκεντρικές πιέσεις που μπορεί να είχαν οδηγήσει στη διάλυση της Συμμαχίας. Επίσης έβαλε το ΝΑΤΟ σε μια πορεία η οποία τελικά οδήγησε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Pierre Harmel, υπουργός εξωτερικών του Βελγίου, ξεκίνησε την «άσκηση Harmel» το 1966 «για να μελετήσει τα μελλοντικά καθήκοντα που θα αντιμετωπίσει η Συμμαχία, και τις διαδικασίες για την εκπλήρωσή τους προκειμένου να ενισχυθεί η Συμμαχία ως παράγοντας για μακροχρόνια ειρήνη». Η επίπτωση της έκθεσης στη συνεδρίαση του Βορειο-Ατλαντικού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 1967 στις Βρυξέλλες ορθά καταγράφηκε στην ιστορία του ΝΑΤΟ ως η φωνή των μικρότερων κρατών που προέτρεπαν η ύφεση όπως επίσης και η άμυνα να είναι εξ ίσου οι κύριες λειτουργίες της Συμμαχίας στο άμεσο μέλλον. Αναγνωρίζοντας το συνεχιζόμενο ενδεχόμενο για κρίσεις, ειδικά πάνω στο πρόβλημα της Γερμανίας, η έκθεση δεν παρέβλεψε την σπουδαιότητα της «επαρκούς στρατιωτικής δύναμης και της πολιτικής αλληλεγγύης για την αποτροπή της επίθεσης». Όμως το κύριο θέμα της ήταν το να αναγνωρίσει ότι οι Σύμμαχοι πρέπει να εργαστούν προς την κατεύθυνση μιας πιο σταθερής σχέσης εντός της οποίας τα πολιτικά θέματα, ειδικά το καθεστώς των Γερμανιών, θα μπορούσε να επιλυθεί. Η υπόθεση σε αυτή την έκθεση ήταν ότι υπήρχαν σημάδια ότι οι Σοβιετικοί και Ανατολικό-Ευρωπαίοι διαμορφωτές της πολιτικής έβλεπαν πλεονεκτήματα στο να εργαστούν προς την κατεύθυνση μιας σταθερής διευθέτησης στην Ευρώπη. Η ύφεση ήταν ένα μέσο για το σκοπό αυτό.

Η προκαταρκτική εργασία για την έκθεση αυτή δεν περιορίστηκε στα μέλη των μικρότερων δυνάμεων. Μεταξύ των συμμετεχόντων των τεσσάρων υπο-ομάδων μιας ειδικής ομάδας που δημιούργησε το Βορειο-Ατλαντικό Συμβούλιο κάτω από τον τότε Γενικό Γραμματέα Manlio Brosio ήταν οι Karl Schutz, J.H.A. Watson, και Foy Kohler από τα αντίστοιχα υπουργεία εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Watson και Schutz ηγήθηκαν της υπο-ομάδας 1 πάνω στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, ενώ ο Kohler έδινε αναφορά για την υπο-ομάδα 2 πάνω στην γενική άμυνα. Ο Paul-Henri Spaak από το Βέλγιο προήδρευε της υπο-ομάδας 3 πάνω στις δια-Συμμαχικές σχέσεις, και ο Ολλανδός Καθηγητής C.L. Patijn του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης ήταν στην υπο-ομάδα 4 πάνω στις εξελίξεις έξω από το χώρο του ΝΑΤΟ. Η παρουσία διπλωματών από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία στην διατύπωση της έκθεσης Harmel ήταν πολύ σημαντική για να μετατραπεί το αρχικό ενδιαφέρον του Harmel για μια αυστηρά Ευρωπαϊκή ομάδα σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα που αγκάλιαζε ολόκληρη τη Συμμαχία· η έμφαση στην Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη απέναντι στην πίεση των ΗΠΑ ήταν μια υπερβολικά περιορισμένου εύρους εστίαση.

Η Έκθεση Harmel ορθά καταγράφηκε στην ιστορία του ΝΑΤΟ ως η φωνή των μικρότερων κρατών που προέτρεπαν η ύφεση όπως επίσης και η άμυνα να είναι εξ ίσου οι κύριες λειτουργίες της Συμμαχίας.
Οι γραπτές εκθέσεις των υπο-ομάδων, που άρχισαν τον Απρίλιο του 1967 και ολοκληρώθηκαν τον Σεπτέμβριο, ήταν το ουσιαστικό περιεχόμενο του περιληπτικού εγγράφου της Γραμματείας του Διεθνούς Επιτελείου που παρουσιάστηκε στους υπουργούς εξωτερικών τον Δεκέμβριο. Και αντί να ονομάσουν την έκθεση «Το Μέλλον της Συμμαχίας», το ονόμασαν «Τα Μελλοντικά Καθήκοντα της Συμμαχίας» για να θυμίζει στους Συμμάχους ότι η αποστολή της Συμμαχίας θα συνέχιζε και πέρα από τα εικοστά της γενέθλια το 1969.

Αυτή η συνεργασία μεταξύ των μεγάλων και των μικρών δυνάμεων στην ομάδα εργασίας αντικατόπτριζε μια μεγάλη αλλαγή από την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί από την Έκθεσης της Επιτροπής των Τριών πάνω στην Μη-Στρατιωτική Συνεργασία στο ΝΑΤΟ το 1956. Η έκθεση των «Σοφών Ανδρών» ήταν ουσιαστικά μια «cri de coeur» (έκκληση) των μικρότερων κρατών τα οποία είχα αισθανθεί αποκλεισμένα από τη διαδικασία λήψης-αποφάσεων. Ζητούσαν γνήσια συνεργασία στα συμβούλια του ΝΑΤΟ. Η έκθεση αυτή επισκιάστηκε από την κρίση του Σουέζ η οποία ήταν η ίδια μια απόδειξη της περιθωριοποίησης των μικρότερων Συμμάχων του ΝΑΤΟ. Και ενώ το Συμβούλιο ενέκρινε την έκθεση τον Μάιο του 1957, η συγκεκριμένη σύσταση του για «διευρυμένη συνεργασία και διαβούλευση στα πρώτα στάδια του σχηματισμού μιας πολιτικής» αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά την επομένη δεκαετία.

Το γιατί η ύφεση επρόκειτο να καταλάβει τόσο μεγάλη θέση στην ιστορία του ΝΑΤΟ και το γιατί οι επιλογές των μικρότερων κρατών κατέληξαν να ακουστούν πιο καθαρά μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ήταν το επακόλουθο ενός μεταβαλλόμενου γεωπολιτικού σκηνικού. Όπως ακριβώς η Άγγλο-Γαλλική αποτυχία εξέτρεψε την προσοχή από τη συμβουλή των Τριών Σοφών Ανδρών, έτσι και ένα πλήθος από γεγονότα εντός της Συμμαχίας και μεταξύ των δύο μπλοκ λειτούργησαν για την προώθηση των στόχων της Έκθεσης Harmel. Ένας κύριος παράγοντας ήταν η αίσθηση ότι ο Ψυχρός Πόλεμος είχε εισέλθει σε μια νέα φάση με τον τερματισμό της πυραυλικής κρίσης στην Κούβα το 1962 και της κρίσης του Βερολίνου το 1964. Και στις δύο περιπτώσεις η Σοβιετική Ένωση αποσύρθηκε από χείλος του πολέμου – στην Κούβα αποσύροντας του πυραύλους από το νησί και στο Βερολίνο με την υπογραφή μιας συνθήκης με την Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανία στην οποία παραλήφθηκε να αναφερθεί το καθεστώς του Δυτικού Βερολίνου. Το αποτέλεσμα ήταν μια υπόθεση, κυρίως μεταξύ των Ευρωπαίων Συμμάχων, ότι η Σοβιετική Ένωση και ο συνασπισμός της Βαρσοβίας μετακινούνταν ολοένα και περισσότερο προς την κατεύθυνση φυσιολογικών, αν και συχνά αντιπαρατιθέμενων, σχέσεων με το ΝΑΤΟ. Η γλώσσα της έκθεσης Harmel υποδεικνύει ότι η επακολουθήσασα χαλάρωση στις εντάσεις δεν θα μπορούσε να είναι «ο τελικός στόχος αλλά είναι μέρος μιας μακροπρόθεσμης διαδικασίας για την προώθηση καλύτερων σχέσεων και για την σφυρηλάτηση μιας Ευρωπαϊκής διευθέτησης».

Ο Charles de Gaulle της Γαλλίας παρείχε άθελά του ένα δεύτερο στοιχείο στην προϊστορία της Έκθεσης Harmel. Με την απόσυρση από τη στρατιωτική δομή της Συμμαχίας, ο Πρόεδρος de Gaulle σηματοδότησε την πεποίθησή του ότι ήταν ανήκε στο παρελθόν η στρατιωτική σύγκρουση με το Σοβιετικό μπλοκ, και ότι δεν θα έπρεπε να μεταχειριζόμαστε τη Σοβιετική Ένωση ως μια ανώμαλη οντότητα που επιδιώκει την καταστροφή της Δύσης αλλά ως ένα ενδεχόμενο συνέταιρο σε μια νέα Ευρωπαϊκή τάξη. Σε αυτό το σενάριο τα συνεχιζόμενα αμυντικά μέτρα θα ήταν άσχετα για το μέλλον της Ευρώπης.

Σε αυτό το πλαίσιο η έκθεση Harmel αντιπροσώπευε την αντίδραση του ΝΑΤΟ στην Γκολική πρόκληση. Η έκθεση κατέστησε σαφές ότι η επιτυχία του στρατιωτικού πυλώνα έκανε δυνατή την ύφεση. Οικοδομώντας πάνω σε αυτή τη βάση, το ΝΑΤΟ μπορούσε να αναπτύξει αξιόπιστα μέσα για την διεύρυνση των πολιτικών και οικονομικών επαφών με το μπλοκ της Βαρσοβίας. Και ενώ ο de Gaulle συμφώνησε με την ύφεση ως μέσο για την επίτευξη μια νέας σχέσης με τον Σοβιετικό αντίπαλο, ήταν απογοητευμένος με τον ρόλο που θα είχε το Βορειο-Ατλαντικό Συμβούλιο στον συντονισμό των εθνικών πολιτικών για την επίτευξη του αντικειμενικού αυτού στόχου. Το πρόβλημα επιλύθηκε όταν η Γαλλία συμφώνησε στην γενική ιδέα της πολιτικής διαβούλευσης χωρίς να χρειάζεται να αποδεχθεί την προοπτική μιας ενιαίας πολιτικής δομής. Και προκειμένου να διακινδυνεύσει να απομονωθεί ακόμη περισσότερο εντός της Συμμαχίας, η Γαλλία συμφώνησε διστακτικά σε μια περιορισμένη έκδοση των συγκεκριμένων προτάσεων των ομάδων εργασίας.

Η απόσυρση της Γαλλίας από το SHAPE δημιούργησε επίσης ευκαιρίες στα μικρότερα κράτη για να υψώσουν τη φωνή τους στην Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού και την Ομάδα Πυρηνικού Σχεδιασμού χωρίς την απειλή της αντιπολίτευσης της Γαλλίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες καλλιέργησαν ειδικά την Ομάδα Πυρηνικού Σχεδιασμού ως υποκατάστατο της Πολυεθνικής Δύναμης που απέτυχε. Και ενώ τα πυρηνικά όπλα δεν μπορούσαν να ήταν στην ιδιοκτησία των Ευρωπαίων, θα υπήρχε Ευρωπαϊκή συμμετοχή, ακόμη και αν ήταν περιορισμένη, στον πυρηνικό σχεδιασμό. Όλοι οι Σύμμαχοι με εξαίρεση τη Γαλλία θα αποκτούσαν πληροφορίες γύρω από τα πυρηνικά θέματα κάτι που τους το είχαν αρνηθεί πριν από το 1966. Η συλλογικότητα που ζητήθηκε στην έκθεση των Τριών Σοφών Ανδρών έδωσε στα μικρότερα κράτη την συμμετοχή στο μέλλον του ΝΑΤΟ που προηγουμένως τους την είχαν στερήσει. Το όνομα του Harmel στην έκθεση ήταν ένα σύμβολο γνήσιας αλλαγής.

Υπήρξε και ένας τρίτος μετασχηματισμός στην διεθνή σκηνή που έπαιξε ένα ρόλο στην ολοκλήρωση της άσκησης Harmel: συγκεκριμένα, η επίπτωση του Πολέμου του Βιετνάμ πάνω στον ρόλο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Ο πόλεμος αυτός στην Νοτιοανατολική Ασία αρχικά είχε κερδίσει την υποστήριξη των Συμμάχων του ΝΑΤΟ πάνω στη βάση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξυπηρετούσαν έναν κοινό σκοπό αντιστεκόμενες στην επέκταση του Κομμουνισμού βοηθώντας το Νότιο Βιετνάμ. Η κρίση αυτή μπορεί να ίσχυε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όμως έχασε την αξιοπιστία της στους Ευρωπαίους γιατί η γρήγορη άφιξη Αμερικανικών στρατευμάτων το 1965 μετέτρεψε τη σύγκρουση στο Βιετνάμ σε Αμερικανικό πόλεμο. Μέχρι το 1967 οι περισσότεροι Σύμμαχοι έγιναν σθεναροί αντίπαλοι του πολέμου, εν μέρει εξ αιτίας της ζημιάς που προκάλεσε πάνω στους πολίτες, αλλά κυρίως επειδή διαισθάνθηκαν ότι ο πόλεμος έπαιρνε πόρους και στρατεύματα από τις υποχρεώσεις των ΗΠΑ στην Ευρώπη.

Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν ότι ο Πόλεμος του Βιετνάμ εξασθενούσε τον ρόλο του κράτους στο ΝΑΤΟ όπως επίσης ότι δημιουργούσε εσωτερικές εντάσεις εντός του ιδίου του έθνους. Η ύφεση φαινόταν ως μια ευκαιρία για τις Ηνωμένες Πολιτείες για να βγουν από αδιέξοδο του Βιετνάμ. Οι λόγοι της Αμερικής για την προώθηση της ύφεσης δεν ήταν πανομοιότυποι με αυτούς της Ευρώπης. Αλλά ούτε και υπήρχε πλήρης συναίνεση πάνω στο νόημά της. Οι Αμερικανοί διαμορφωτές της πολιτικής δεν συμμεριζόντουσαν την πεποίθηση ότι ο Ψυχρός Πόλεμος είχε εξελιχθεί στο σημείο εκείνο όπου η ύφεση θα μπορούσε να επιτύχει ίσο καθεστώς με την άμυνα στις σχέσεις του ΝΑΤΟ με το Σοβιετικό μπλοκ. Όμως οι τεταμένες εσωτερικές συνθήκες μαζί με τις ελπίδες των Ευρωπαίων και των Σοβιετικών βοήθησαν στο να επιλυθεί η σύγκρουση στο Βιετνάμ τη στιγμή που η έκθεση Harmel κατέστησε επιβεβλημένο το να δεχθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες τις παραμέτρους της. Η διατλαντική υπερδύναμη μέχρι το τέλος της δεκαετίας έχασε κάποια από την εξουσία της όμως η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ παρέμεινε ουσιώδης για την επιτυχία της ύφεσης όπως επίσης και για την συνεχιζόμενη υπεράσπιση της Συμμαχίας.

Η πίεση της Έκθεσης Harmel για ύφεση έφερε σε αμηχανία της Ηνωμένες Πολιτείες ακόμη και επειδή τις ανάγκασε να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητά της. Ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης, Στρατηγός Lyman L. Lemnitzer ανησύχησε για το ότι οι Σύμμαχοι αποδέχθηκαν την εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία το 1967 με υπερβολική απραξία, και είχε ενδοιασμούς γύρω από την Ostpolitik του Καγκελαρίου της Δυτικής Γερμανίας Willy Brandt. Η Ostpolitik ήταν ένα υποπροϊόν της Γερμανικής επιλογής στις διαπραγματεύσεις του Harmel για να υποβαθμίσουν το θέμα της επανένωσης προς χάρις της βελτίωσης των σχέσεων με την Ανατολική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση.

Κάτω από άλλες συνθήκες οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να είχαν αντιτεθεί στην προσέγγιση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας προς την Ανατολική Γερμανία. Όμως στην σκιά του Πολέμου του Βιετνάμ, το πνεύμα της ύφεσης είχε ιδωθεί ως ένα μέσο για την στερεοποίηση των Αμερικανικών συνδετικών κρίκων με τους Συμμάχους τους όπως επίσης και για την διευκόλυνση της εξόδου από το Βιετνάμ. Επιπλέον η κυβέρνηση Νίξον ενστερνίστηκε την δική της έκδοση της ύφεσης καθώς ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Henry Kissinger επεδίωξε να δεσμεύσει τη Σοβιετική Ένωση σε ένα σύστημα ισορροπίας δυνάμεων αντί να την εκδιώξει πέρα από το διπλωματικό πλαίσιο.

Η βίαιη ανατροπή από το Σοβιετικό μπλοκ της κυβέρνησης του Dubcek στην Πράγα τον Αύγουστο του 1968 υπενθύμισε στο ΝΑΤΟ την συνεχιζόμενη ανάγκη για αμυντικές προετοιμασίες. Ωστόσο, δεν εξέτρεψε τους Συμμάχους από του να ακολουθήσουν τις συστάσεις της διακήρυξης του Ρέικιαβικ στη συνεδρίαση του Βορειο-Ατλαντικού Συμβουλίου του Ιουνίου του 1968 που σηματοδότησε ένα ενδιαφέρον πάνω στην επιδίωξη για αμοιβαίες και ισορροπημένες μειώσεις δυνάμεων. Η πρωτοβουλία του Brandt φαίνεται να άνοιξε τον δρόμο για τις διαπραγματεύσεις για τις αμοιβαίες και ισορροπημένες μειώσεις στρατευμάτων στην Βιέννη το 1973. Τον ίδιο χρόνο η Έκθεση Harmel ενέπνευσε την Διάσκεψη πάνω στην Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη που ετοίμασε την Τελική Συμφωνία του Ελσίνκι το 1975. Αντίθετα με τη συμπεριφορά τους στις συνομιλίες της Βιέννης, οι Σοβιετικοί ανυπομονούσαν να καταλήξουν σε μια συμφωνία για να νομιμοποιήσουν τα μετά από τον πόλεμο σύνορα τους. Όμως οι διευθετήσεις του Ελσίνκι παρείχαν επίσης μια συμφωνία για την υποστήριξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για την επέκταση της ελευθερίας της πληροφόρησης σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη.

Οι αλυσιδωτές επιπτώσεις της Έκθεσης Harmel εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1970 και του 1980 καθώς ο έλεγχος των όπλων ήταν συνεχώς αντικείμενο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ανατολής και της Δύσης. Το αρχικό κύμα αισιοδοξίας πάνω στην ύφεση τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 όταν οι Σοβιετικοί και το ΝΑΤΟ ενεπλάκησαν σε μια νέα ανάπτυξη εξοπλισμών, όπως οι σπόροι που φυτεύτηκαν με την έκθεση Harmel παρέμειναν γόνιμοι. Το ενδιαφέρον γύρω από την ύφεση μπορεί να βρεθεί στην διπλής κατεύθυνσης πρωτοβουλία του 1979 όταν το ΝΑΤΟ συνέδεσε την ανάπτυξη των μέσου βεληνεκούς πυρηνικών πυραύλων στην Ευρώπη με τις εκ νέου προσπάθειες για έλεγχο των εξοπλισμών. Η Αμερικανική εγγύηση για την άμυνα της Ευρώπης αντισταθμίστηκε με τη δέσμευσή της να εργαστεί προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας ελέγχου των εξοπλισμών με τη Σοβιετική Ένωση. Όταν μετά από μια δεκαετία η Σοβιετική Ένωση συνέπραξε με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, στην πραγματικότητα, αντιδρούσαν στο μήνυμα της Έκθεσης Harmel.

Για το κείμενο των «Μελλοντικών Καθηκόντων της Συμμαχίας» (“Η Έκθεση Harmel”), βλέπε: http://www.nato.int/docu/basictxt/b671213a.htm.
Ο Lawrence S. Kaplan είναι επίτιμος διευθυντής, στο Κέντρο Lyman L. Lemnitzer Center για Σπουδές πάνω στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο Kent State University και Professorial Lecturer στην ιστορία, στο Georgetown University. Έχει συγγράψει αρκετά βιβλία πάνω στο ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένου και του πλέον προσφάτου “NATO Divided, NATO United: The Evolution of an Alliance” (Praeger, 2004)
NATO

No comments: