Monday, 27 April 2009

Εγκέφαλος και Συνείδηση

Πόσο προφανή έχουν καταστήσει οι νευροεπιστήμες, στις μέρες μας, τη σχέση του εγκεφάλου με τη συνείδηση; Δεκατρείς επιστήμονες διαφόρων πεδίων συναντήθηκαν στο Ξυλόκαστρο, με τη συμμετοχή του Focus, και απάντησαν στο ερώτημα.

Ο Ανδρέας Παπανικολάου (Καθηγητής και Διευθυντής του τμήματος Κλινικών Νευροεπιστημών, Κέντρο Επιστημών Υγείας του Χιούστον, Παν/μιο του Τέξας) έθεσε το αρχικό ερώτημα του συμποσίου:
"Ο πληροφορημένος πολίτης του 21ου αιώνα για των μεν θεολόγων το αλάθητο πάντα αμφιβάλλει για των δε νευροεπιστημόνων σπανίως. Όσο για τους νευροεπιστήμονες, στην πλειοψηφία τους, με την αφέλεια (ή και την οίηση) των απολύτως πεπεισμένων προτείνουν ως επιστημονικό πόρισμα ότι ο εγκέφαλος παράγει συνείδηση – μια πρόταση με προφανώς τεράστιες επιπτώσεις. Αναρωτήθηκα λοιπόν αν όντως έχουμε, εμείς οι νευροεπιστήμονες τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα έπειθαν τον όποιο καλοπροαίρετο άνθρωπο που δεν συμμερίζεται την πεποίθησή μας – τον Πλατωνικό Σωκράτη, ας πούμε – ότι ο εγκέφαλος παράγει συνείδηση όπως μια κιθάρα μουσική ή τα νεφρά ούρα, και έθεσα το ερώτημα αυτό στους Έλληνες συναδέλφους..."

Να ποιες ήταν οι απαντήσεις των ειδικών:

Κώστας Κριμπάς (Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Βιολογίας Παν/μίου Αθηνών, Επίτιμος Καθηγητής Γενετικής Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών, Ακαδημαϊκός)
Τάχθηκε "Εις υπεράσπισιν του μονισμού". Παρατηρεί: "… οι νοητικοί μηχανισμοί δεν είναι τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από τους αντιστοιχούντες σε αυτούς βιολογικούς μηχανισμούς" και παραφράσοντας τον Carl Vogt, σημειώνει: "Όπως τα κύτταρα του νεφρού παράγουν ούρα και του ήπατος χολή έτσι και οι νευρώνες παράγουν σκέψη. Τα νευρικά κύτταρα έχουν ως ρόλο την μεταφορά πληροφορίας, μηνυμάτων και εντολών. Μεταφέρουν πληροφορές από ένα δίκτυο που παρακολουθεί την εσωτερική κατάσταση του οργανισμού, τι συμβαίνει σε κάθε τμήμα του, όπως και τι συμβαίνει στον εξωτερικό του χώρο. Στον άνθρωπο η κατηγοριοποίηση και η νοηματοδότηση, η αποβλεπτικότητα και η συναισθηματική επένδυση αποτελούν εξελικτικές επινοήσεις, εφόσον τα ένστικτα δεν αρκούσαν για την αντιμετώπιση των απρόβλεπτων καταστάσεων που είχε να αντιμετωπίσει. Το θέμα της συνείδησης… βεβαίως δεν έχει λυθεί", ωστόσο αποτελεί άποψή του: "ότι είναι δυνατή μια πρόταση λύσεως και ως εκ τούτου το πρόβλημα δεν είναι εξ υπαρχής άλυτο".

Στέλιος Κερασίδης (Φυσικός, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Παν/μίου της Κρήτης)
Και μόνο το γεγονός πως τα ψυχονοητικά φαινόμενα γίνονται αντιληπτά από το υποκείμενο και είναι παντελώς ανύπαρκτα για κάθε εξωτερικό παρατηρητή, αρκεί για να δείξει το πόσο διαφορετικά είναι από όλα τα γνωστά φυσικά φαινόμενα (συμπεριλαμβανομένων και των νευρωνικών), για τα οποία όλοι οι παρατηρητές μπορούν να συμφωνήσουν με τη χρήση μόνο ορισμένων συνθηκών μετατροπής.

Τα μοντέλα των νευρικών κυττάρων που διεγείρονται ή αναστέλλονται, μπορούν να περιγράψουν έναν εγκέφαλο-αυτόματο με αντανακλαστικές αποκρίσεις, αλλά όχι έναν εγκέφαλο που βιώνει, που έχει επίγνωση, αφηρημένη σκέψη και φαντασία.

Οι προτεινόμενες "λύσεις" του προβλήματος της συνείδησης είναι πολύ μακριά από του να αποτελούν λύση του, πιθανώς γιατί λείπουν ακόμα θεμελιώδεις γνώσεις-κλειδιά γι αυτό. Με τα σημερινά δεδομένα, είναι απολύτως ανεδαφική κάθε σκέψη αναγωγής της ψυχολογίας στη νευροεπιστήμη, με την έννοια του να συνάγονται τα ψυχονοητικά αντικείμενα από τις δραστηριότητες των νευρώνων, όταν ούτε στο απλοϊκότατο μοντέλο του ιδανικού αερίου η θερμοκρασία δεν εξάγεται μετρώντας τις ταχύτητες των μορίων (η μέση κινητική ενέργεια των μορίων είναι μια μακροσκοπική κι όχι μικροσκοπική μεταβλητή, όπως συνήθως λαθεμένα αναφέρεται).


Αντώνης Μοσχοβάκης (Καθηγητής Φυσιολογίας, Ιατρικό Τμήμα του Παν/μίου της Κρήτης)

Μολονότι λεπτομερής απάντηση στην ερώτηση "πώς η νόηση παράγεται από ηλεκτροχημικές διεργασίες του εγκεφάλου" δεν είναι προς ώρας δυνατή, το περίγραμμά της αρχίζει να διαφαίνεται.

Οι Νευροεπιστήμες προελαύνουν σε ένα ευρύ μέτωπο που περιλαμβάνει τον αστακό και την κουκουβάγια, την ακρίδα και τον πίθηκο, τον βάτραχο και τον άνθρωπο, κλπ. Χάρις σε αυτές καταλαβαίνουμε εγκεφαλικές διεργασίες που εξυπηρετούν την όραση και την ακοή, την όσφρηση και την ισορροποία, την κίνηση των ματιών, της βάδισης κ.λ.π.

Πληροφρορίες από τη νευροανατομία και τη νευροφυσιολογία, από την ψυχολογία και τη νευρολογία ενσωματώνονται σε υπλογιστικά μοτέλα που αναπαράγουν ψυχοφυσικούς νόμους, τις κυματομοφές εκφόρτισης νευρώνων, καθώς και τα αποτελέσματα βλαβών και ηλεκτρικού ερθισμού του εγκεφάλου. Δεδομένων όλων αυτών, είναι εύλογη η προσδοκία διαθεωρητικής αναγωγής της Ψυχολογίας σε Νευροεπιστήμες που με τη σειρά της συνεπάγεται οντολογική αναγωγή του νου στον εγκέφαλο.

Εκτός από την ανάπτυξη του επιχειρήματος αυτού, η τοποθέτησή μου περιλαμβάνει μια θεωρία της "αναγωγής" παραδείγματα Νευροεπιστημονικών εξηγήσεων φαινομένων qualia (π.χ. ζώνες του Mach από τον Hartline) και σχόλια σχετικά με το επιστημονικό status της Ψυχολογίας και τον ανώμαλο μονισμό.

Ειρήνη Σκαλιώρα (Διδάκτωρ Νευροβιολογίας, Ερευνήτρια στο Παν/μιο της Οξφόρδης)
Το ερώτημα του κατά πόσο ο εγκέφαλος είναι σε θέση να παράγει τη συνείδηση, για την ώρα τουλάχιστον, παραμένει έξω από τα όρια της νευροεπιστημονικής έρευνας. Η νευροεπιστήμη μπορεί να το προσεγγίσει, αλλά αδυνατεί να το αναλάβει εξ ολοκλήρου. Η συνείδηση δεν μπορεί παρά να είναι προϊόν του εγκεφάλου γιατί:

1. Κάθε άλλη απάντηση οδηγεί σε κάποια μορφή δυϊσμού και καταλήγει σε ανέφικτη διχοτόμηση της πραγματικότητας σε οργανικά και νοητικά καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε σχέση εξήγησης μεταξύ τους.

2. Γνωρίζουμε ήδη ότι ο εγκέφαλος παράγει όραση, ακοή, μνήμη, κλπ, καθώς και συνθετικά προϊόντα αυτών-με άλλα λόγια αυτό που συχνά αποκαλούμε πρωτογενή συνείδηση.

3. Συγκεκριμένες και συνχνά εντοπισμένες διαταραχές του εγκεφαλικού ιστού προκαλούν συγκεκριμένες διαταραχές συνείδησης. Τέτοιου είδους επιχειρηματολογία, καθώς και τα ενυπωσιακά ευρήματα των νευροεπιστημών, δύσκολα θα πείσουν έναν εκ πεποιθήσεως δυϊστή γιατί δεν καταλήγουν σε κάποιο παραγωγικό μόντελο για την αιτιακή σχέση εγκεφάλου-συνείδησης. Τέτοιο μοντέλο ίσως να μην υπάρξει ποτέ και άλλωστε δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της υποκειμενικής εμπειρίας. Για τέτοιου είδους ζητήματα, αρμοδιότερες είναι επιστήμες όπως η ψυχολογία και η ψυχανάλυση, που έχουν σαν αντικείμενο τους τα όσα συμβαίνουν μεταξύ εγκεφάλων.


Γιώργος Ζαρκαδάκης (Μηχανικός Αυτομάτων Συστημάτων, Διδάκτωρ Τεχνητής Νοημοσύνης, διευθυντής του περιοδικού Focus)

Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για την επιστημονική επιβεβαίωση της κυρίαρχης αντίληψης ότι ο εγκέφαλος παράγει ή εγείρει την συνείδηση: Η ανάπτυξη μιας πειραματικής διάταξης η οποία θα επιβεβαιώνει, ή θα διαψεύδει, μια επιστημονική θεωρία της συνείδησης.

Τα υπάρχοντα μέσα, π.χ. τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων, δεν αρκούν διότι είναι σχεδιασμένα με βάση άλλου τύπου επιστημονική γνώση π.χ. μεταβολισμός γλυκόζης σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου.

Μια βιολογική θεωρία του νου οφείλει να συνθέτει τα πορίσματα της έρευνας των νευροεπιστημόνων με εκείνα των επιστημόνων των συστημάτων, των βιολόγων, των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων. Το «συνειδησιόμετρο» του μέλλοντος θα είναι μια μάλλον απρόβλεπτη σήμερα μηχανή.

Ηλίας Κούβελας (Καθηγητής Φυσιολογίας, Τμήμα Ιατρικής του Παν/μίου Πατρών)

Η συνείδηση είναι χαρακτηριστικό του φυσικού κόσμου στον οποίο ζούμε και εκφράζεται με την λειτουργία του εγκεφάλου. Στην συνείδηση εντάσσεται η κατάσταση του να έχει κανείς επίγνωση των πραγμάτων μέσα στον κόσμο, να έχει νοητικές εικόνες του παρόντος. Πρόκειται για ό,τι, χάριν συντομίας, ονομάζουμε «πρωτογενή συνείδηση» και υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων που υποστηρίζουν ότι αυτό το είδος της συνείδησης εκπορεύεται απο τις λειτουργίες του εγκεφάλου.

Αυτό όμως που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο είναι η «συνείδηση ανώτερης τάξης», η οποία περιλαμβάνει την αναγνώριση απο ένα σκεπτόμενο υποκείμενο των πράξεων και των συναισθημάτων του. Ενσαρκώνει ένα μοντέλο της προσωπικότητας στο παρελθόν το παρόν και το μέλλον.

Η παλαιοανθρωπολογία μας παρέχει δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η ικανότητα του ανθρώπου να αναγνωρίζει τον εαυτόν του στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αναδύεται στο φυσικό κόσμο απο την στιγμή που ο εγκέφαλος αποκτά ένα ορισμένο μέγεθος και εμφανίζονται ορισμένες εγκεφαλικές δομές όπως η περιοχή Broca, η οποία στον Ηomo sapiens σχετίζεται με τις λειτουργίες της γλώσσας.

Θανάσης Καράβατος (Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής, Διευθυντής της Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ)
Η ενότητα της φύσης ερείδεται στην εξελικτική (μη ιεραρχική) στρωμάτωση ανόργανο-οργανικό-βιολογικό-ψυχολογικό-κοινωνικό. Ο «ψυχισμός» δεν είναι ά-υλος αλλά υλικότατος, διακριτός πάντως και μη αναγόμενος στα νευρωνικά κυκλώματα. Όντας ένα σκαλί παραπάνω, απαιτεί ξεχωριστή γλώσσα για να περιγραφεί, ανάλογα προς ό,τι -λίγο παραπάνω- συμβαίνει με το «κοινωνικό» ή –λίγο παρακάτω—συμβαίνει με το «βιολογικό» [προσοχή, η γνωστική ψυχολογία είναι μία όχι η ψυχολογία].

Συναισθηματικές επενδύσεις, αντιληπτικές διαδικασίες, αναπαραστάσεις και δράση [με τη γλώσσα γίνεται πράξη] συνδιαμορφώνουν σταδιακά το δίπολο υποκειμενικότητα - κοινωνικότητα, επιβάλλοντας και τη διάκριση σώμα-αντικείμενο / βιούμενο-σώμα. Η δυαδικότητα αυτή [όχι δυϊσμός] αντιστοιχεί στην ανάλογη δυαδικότητα του σημαίνοντος - σημαινόμενου, που θυμίζει την άλλη και γνωστότερη του σωματιδίου-κύματος.

«Γλώσσα σημαίνει να σημαίνεις την εμπειρία, όχι να τη ζεις», τόνιζε ο αξέχαστος φίλος Μάριος Μαρκίδης. Αμφίβολο το «παραγωγικό πρότυπο», πλην όμως βρίσκω χρήσιμο τον διάλογο μεταξύ νευροεπιστήμης και ψυχανάλυσης που, χωρίς εκατέρωθεν αλαζονείες, ίσως και προσεγγίσει κάπως την αμφίπλευρη κατάσταση των πραγμάτων που διαπιστώνουμε όταν επισκοπούμε τον εγκέφαλο και τη συνείδηση.

Ελένη Σαββάκη (Καθηγήτρια Φυσιολογίας, Ιατρικό Τμήμα του Παν/μίου της Κρήτης)
Τα εύκολα προβλήματα που αφορούν τη συνείδηση, π.χ. η εστίαση της προσοχής, η ανακοίνωση κάποιων νοητικών καταστάσεων και ο έλεγχος της συμπεριφοράς μπορεί να εξηγηθούν επιστημονικά με αναφορά σε νευρωνικούς και υπολογιστικούς μηχανισμούς.

Ωστόσο, το δύσκολο πρόβλημα, δηλαδή η υποκειμενική άποψη της εμπειρίας, παρουσιάζει ένα εξηγητικό χάσμα ανάμεσα στο φυσικό υπόστρωμα (τον εγκέφαλο) και τη φαινομενική εμπειρία (το νου). Με τα σημερινά δεδομένα, δεν δικαιολογείται η οντολογική αναγωγή του νου στον εγκέφαλο, ούτε και η επιστημολογική αναγωγή της ψυχολογίας στη βασική νευροεπιστήμη, διότι δεν γνωρίζουμε τα νευρωνικά σύστοιχα της συνείδησης, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αιτιότητα και κατά μείζονα λόγο για εξίσωση ή ταύτιση.

Είναι θεμιτό να αμφισβητείται η τρέχουσα μεθοδολογική προσέγγιση. Αλλωστε, είναι αμφίβολο εάν η συνείδηση (οντολογικά υποκειμενική) μπορεί να μελετηθεί με επιστημολογικά αντικειμενικό τρόπο. Προς το παρόν, όπως οι νοησιοκράτες (μενταλιστές) δεν μπορούν να παρουσιάσουν ένα ελέγξιμο μοντέλο που να δείχνει πώς ο «νους» αλληλεπιδρά με τον «εγκέφαλο», έτσι και οι υλιστές δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς τα «νευρωνικά κυκλώματα» γεννούν το «νου».

Γιώργος Παπαδόπουλος (Διδάσκει Φαρμακολογία στην Ιατρική Σχολή και Ιστορία της Ιατρικής στο Τμήμα Μ.Ι.Θ.Ε. του Παν/μίου Αθηνών)
Οι νευροεπιστήμες δεν είναι σε θέση να αποδείξουν ότι ο εγκέφαλος παράγει τον ψυχισμό, ούτε να αποφανθούν, κατά οποιονδήποτε τρόπο, περί αυτού, το οποίο παραδοσιακά στη φιλοσοφία (αλλά και στην κοινή γλώσσα) ονομάζεται ψυχή ή πνεύμα.

Κι αυτό κυρίως γιατί έχουν αρνηθεί (με παραδειγματικό τρόπο) να ασχολούνται με αυτούς τους χώρους – και στρέφονται αποκλειστικά σε όσα είναι συμβατά με την υλιστική και, κυρίως, θετικιστική ιδεολογία τους. Και όταν συζητούν για ψυχικά φαινόμενα (μάλλον για να τα χαρακτηρίσουν ως «επιφαινόμενα» αναφέρονται σε μια «ψυχή» Καρτεσιανού δυϊσμού, ενώ αρνούνται πεισματικά (ή αδυνατούν) να λάβουν υπ’ όψιν τους τις πραγματικές θέσεις που κυριαρχούσαν στη φιλοσοφία και την επιστήμη από την αρχαία Ελλάδα μέχρι το τέλος της Αναγέννησης και που χαρακτηρίζονταν από την ιδέα της ενότητας της φύσης με πρωτοκαθεδρία του πνεύματος.

Θανάσης Τζαβάρας (Καθηγητής Ψυχιατρικής και Νευροεπιστημών στο ΜΙΘΕ)
Το ζήτημα για τις πιθανές σχέσεις εγκεφάλου και του συνειδέναι- σχέσεις λειτουργιών του Νευρικού Συστήματος με την ποικιλία των λειτουργικών εκφάνσεων- αντίληψη- μνήμη- μάθηση- εγρήγορση- προσοχή- νόηση- συναίσθημα κλπ εν ολίγοις το συμπεριφέρεσθαι, παραμένει ζήτημα και ερώτημα ανοικτό, γιατί οι πιθανές απαντήσεις συστηματικά "μολύνονται" από φιλοσοφικές ή και ψυχολογικές προκαταλήψεις των ερευνητών.

Με τα μέχρι τούδε δεδομένα των νευρο- και ψυχο- επιστημών, το μόνο που μπορούμε να δεχτούμε είναι ότι το Σώμα (το ΚΝΣ) και η Ψυχή (το συνειδέναι και το συμπεριφέρεσθαι) διαθέτουν πιθανότατα διαφορετική ΥΦΗ αλλά έχουν κοινή υπόσταση. Θα πρέπει εν τέλει, να ληφθεί υπόψη ότι τα δεδομένα σε αυτά τα πεδία παραμένουν ανεπαρκή και αποσπασματικά, τα δε πρότυπα ανάλυσής τους δεν έχουν επαρκώς ενσωματώσει καινούργιες λογικές συμπερασμού έξω από παραδοσιακές αναζητήσεις γραμμικών αιτιακών σχέσεων.

Κώστας Πόταγας (Λέκτορας Νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών)
Δεν μπορεί να είναι βέβαιο πως τίποτε δεν υπάρχει στη βιβλιογραφία των νευροεπιστημών που να δίνει κάποια απάντηση στο ερώτημα, αν και σίγουρα όχι συγκροτημένα. Η πολυπλοκότητα του εγκεφάλου, το γεγονός δηλαδή πως πολύπλοκων λειτουργιών υπόκεινται πολύπλοκες δομές, αφήνει και τις δυο εκδοχές ανοικτές ενώ επιτρέπει και τη δυνατότητα πρόβλεψης πως ποτέ, καμιά απάντηση δεν θα είναι εφικτή.

Η μελέτη της ίδιας της υποκειμενικότητας (ή ατομικότητας) θα μπορούσε να αποτελέσει το κλειδί μιας αρχής ανοίγματος στο ερώτημα. Για παράδειγμα στην όσφρηση η αναπαράσταση του ερεθίσματος είναι κάτι σαν δακτυλικό αποτύπωμα, χαρακτηριστικό του κάθε ατόμου. Η μοναδική αυτή κυτταρική διάταξη, για ένα και μόνο άτομο και για μια και μόνη ουσία, είναι που καθορίζει την αίσθηση που τελικά παράγεται. Έχουμε εδώ μια ένδειξη πως ο εγκέφαλος, με την όποια διάταξη κυττάρων του, είναι εκείνος που παράγει την αίσθηση του ερεθίσματος, έστω κι αν γι’ αυτό του χρειάζεται το ερέθισμα.

Ναι, ο συγκεκριμένος Σωκράτης, με το γέρικο σκαρί του, την πολιτική του εμπειρία, τη γνώση των συμπολιτών του, τα δόγματά του και τη συνεπαγόμενη κυτταρική του δομή, κάτω από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες, θα νοιώσει αυτό το συγκεκριμένο συναίσθημα, όπως μια συγκεκριμένη λύρα, με το παλιό της καβούκι, με τη συγκεκριμένη πίεση στις παλιωμένες και τις καινούργιες της χορδές, κάτω από αυτή τη θερμοκρασία και την υγρασία, θα βγάλει μια ορισμένη μουσική. Θα ήταν ωστόσο εξαιρετικά κακοπροαίρετο να προσπαθεί κανείς να τον πείσει γι’ αυτό.

Παναγιώτης Πεφάνης (Φυσικός, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Επιστήμης ΕΜΠ):
Ο εγκέφαλος υποκαθορίζει το νου. Από την άλλη, δεν είναι δυνατό κάποιος να πειστεί από εμπειρικά τεκμήρια και αυτό όχι μόνο επειδή δεν υπάρχουν καθαρές από θεωρία εμπειρίες, αλλά και γιατί η φύση του θέματος συνδέεται με καθοριστικές για την υποκειμενικότητα του καθένα επιλογές.

Όσον αφορά τη δυνατότητα συγκρότησης προτύπου για τη σχέση συνείδησης – εγκεφάλου αναδεικνύεται ως καίριο πρόβλημα η μοναδικότητα της ανθρώπινης αίσθησης πρακτικής δηλαδή της υποκειμενικής συνείδησης την οποία διαμορφώνουν οι πολυσχιδείς και διαπλεκόμενες νοητικές διαδρομές που συνθέτουν το προσωπικό ύφος του κάθε ανθρώπου όταν αντιμετωπίζει μια συγκεκριμένη συγκυρία.

Από αυτή τη μοναδικότητα πηγάζει μια συνεχής αβεβαιότητα που εμποδίζει την πραγμάτωση ενός παραγωγικού ιδανικού προτύπου το οποίο όμως δεν είναι αναγκαίο ως προοπτική. Προτείνω προσανατολισμό σε σειρές από στοχαστικά πρότυπα που διασυνδέονται και συγκροτούν ποικίλης εμβέλειας και στόχευσης εξηγητικές γενικεύσεις σε συνδυασμό με μια ευρύτερη εκδοχή υλικότητας σε ένα διεπιπεδικό, πολυμορφικό πλαίσιο που θα μπορεί να περιέχει εκτός από τις συμβατικές μορφές ύλης και όσα μορφώματα θεωρούνται προϊόντα της, με εγγενή ιδιότητα να επαναπροσδιορίζεται στο διηνεκές.

Ο Ανδρέας Παπανικολάου συνοψίζοντας το ηλεκτρονικό συμπόσιο ανέφερε:
Πρώτον, φαίνεται πως όλοι οι συμποσιαστές συμφωνούν στο ότι δεν υπάρχει πρότυπο περί ου ο λόγος, αν και κάποιοι διατείνονται ότι θα προκύψει αργά ή γρήγορα, πράγμα που σημαίνει ότι οι σχετικές εξαγγελίες των νευροεπιστημόνων δέον να προσεγγίζονται με την ίδια κριτική στάση που αντιμετωπίζονται αυτές των θεολόγων.

Διαφορετικά μεροληπτούμε και δείχνουμε λογική ασυνέπεια η οποία στην επιστήμη είναι ανάλογη του αμαρτήματος στη θεολογία. Δεύτερον, κάποιοι υποστηρίζουν πως δεν χρειαζόμαστε παραγωγικό πρότυπο για να στηρίξουμε ή να δικαιώσουμε την πεποίθησή μας ότι ο εγκέφαλος παράγει ψυχισμό, στην οποία περίπτωση πάλι διερωτώμαι πού τότε να την στηρίξουμε, δεδομένου ότι ως επιστήμονες δεν μπορούμε να επικαλεστούμε το «πίστευε και μη ερεύνα».

Άλλοι, τέλος, υποστηρίζουν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, ότι είναι φύσει αδύνατο να προκύψει το εν λόγω πρότυπο και συμφωνώ. Οι λόγοι στους οποίους βασίζεται αυτή η συμφωνία και εναλλακτικές προτάσεις για τη δόμηση τέτοιου προτύπου παρουσιάζονται στη διεύθυνση:

www.uth.tmc.edu/clinicalneuro/symposium
FOCUS

No comments: