Friday, 6 March 2009

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Από Περιοδικό Προβληματισμοί Τεύχος 35
Του Υποναυάρχου ε.α. Φ. ΚΑΜΠΕΡΗ Π.Ν.


Οι σχέσεις της χώρας μας με την Τουρκία αποτελούν το σοβαρότερο και συνθετότερο αντικείμενο της εξωτερικής μας πολιτικής καθοριστικό για την πολιτική που ακολουθεί η χώρα μας σε τομείς όπως η άμυνα και η ασφάλεια. Οι παράπλευρες επιδράσεις των σχέσεων αυτών σε άλλους τομείς και κυρίως στην οικονομία είναι τέτοιες, που ουσιαστικά επηρεάζουν σχεδόν κάθε πτυχή της ελληνικής κοινωνίας. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι σχεδόν κάθε σημαντική επιλογή της σύγχρονης Ελλάδος στα εξωτερικά θέματα διαμορφώθηκε κάτω από τη βαριά σκιά των ελληνοτουρκικών σχέσεων .

Είναι γνωστό ότι το περίφημο Ανατολικό Ζήτημα όπως ονομαζόταν τον 19ο αιώνα η προσδοκία του διαμοιρασμού των εδαφών της καταρρέουσας τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέληξε στην διάλυσή της και στην ίδρυση, μεταξύ άλλων νέων κρατών, της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923.

Το γεγονός ότι οι άλλοτε υπόδουλοι των Οθωμανών Έλληνες, κατεδίωξαν τον ιδρυτή Κεμάλ όταν οι άλλοι σύμμαχοι τον είχαν στην ουσία αποδεχτεί ως συνομιλητή και ότι για λίγο απέτυχαν να αλλάξουν το ρου της Ιστορίας της νεώτερης Τουρκίας, αποτελεί μέρος της εθνικής - συλλογικής μνήμης του τουρκικού λαού.

Η σημερινή Τουρκία θεωρεί τον εαυτό της κληρονόμο της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δεν έπαψε ποτέ να οραματίζεται την αναβίωση της παλαιάς της αίγλης και επιρροής στην ευρύτερη περιοχή. Η κοινωνική, πολιτική και οικονομική της καθυστέρηση σε σχέση με γειτονικές της χώρες και κυρίως σε σχέση με τη Δύση, ουδέποτε ανέστειλε τις φιλοδοξίες της αυτές. Εμπνευστής αλλά και κινητήρια δύναμη της πολιτικής αυτής υπήρξε ο τουρκικός στρατός, ο οποίος εκτός από θεματοφύλακας της κεμαλικής κοσμικής παραδόσεως, είναι και ο εκφραστής του τουρκικού εθνικισμού.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις λοιπόν, διαμορφώθηκαν επί τη βάσει αυτής της εις βάρος μας αναθεωρητικής ιδιομορφίας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζονται από μακρές περιόδους καχυποψίας, μικρές περιόδους ηρεμίας και αρκετές περιόδους εντάσεως και κρίσεων που έφεραν τις δύο χώρες στα πρόθυρα του πολέμου, με σοβαρότερες τις κρίσεις λόγω Κυπριακού.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό των σχέσεων αυτών, είναι το τριγωνικό τους σχήμα. Ο τρίτος πόλος δηλαδή, πέρα από την Ελλάδα και την Τουρκία, ήταν πάντοτε οι προστάτιδες δυνάμεις, και εν συνεχεία οι ΗΠΑ με ειδικό όμως ρόλο της Βρετανίας στο Κυπριακό. Την περίοδο των τελευταίων ετών, κυρίως με προσπάθεια της Ελλάδος, επιχειρείται να αναδειχθεί ως τρίτος πόλος η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στόχος του εις βάρος μας τουρκικού επεκτατισμού από την εποχή του μεσοπολέμου, ήταν η επανάκτηση εδαφών. Από το 1974 και μετά, πάγια επιδίωξη της Τουρκίας είναι η αναθεώρηση του status quo στο Αιγαίο, η ανάδειξή της σε περιφερειακή δύναμη, η δορυφοροποίηση της Ελλάδος και η μετατροπή της Κύπρου σε προστατευόμενό της κρατίδιο (προτεκτοράτο).

Από την πλευρά της η Ελλάδα είχε διακηρύξει ότι δεν διαπραγματεύεται τίποτε, αλλά και ότι δεν διεκδικεί τίποτε από την Τουρκία, αρνούμενη για πολλές δεκαετίες να συμμετάσχει σε συζήτηση όπου θα ετίθεντο σε διαπραγμάτευση δικά της δικαιώματα και μόνο. Εξαίρεση αποτελεί αφ' ενός μεν το θέμα της Κύπρου το οποίο συνεζητείτο σε διάφορα επίπεδα και φόρα κατά τις διάφορες φάσεις του κυπριακού, αφ' ετέρου δε, το θέμα της υφαλοκρηπίδος για το οποίο η Ελλάδα έχει προτείνει συνομολόγηση προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο και μέχρι την επίλυση του οποίου υποτίθεται ότι ισχύει η «αποχή» της συμφωνίας της Βέρνης του 1976 (Η προηγηθείσα για το θέμα αυτό μονομερής προσφυγή της Ελλάδος στο ΣΑ του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο το 1976, προνοούν κατ'αρχήν για απ'ευθείας συνομιλίες και αμοιβαία αποχή από σχετικές δραστηριότητες). Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι υπήρξε διάλογος πάνω σε πρακτικές που εφαρμόζονται στο Αιγαίο από τις Ένοπλες Δυνάμεις και απορρέουν από τη λεγόμενη συμφωνία Παπούλια - Γιλμάζ του 1988. Υπήρξε επίσης ελληνοτουρκικός διάλογος με αποτελέσματα, επάνω σε θέματα μη απτόμενα κυριαρχικών δικαιωμάτων. Τα τελευταία χρόνια συνεχίζονται με διακοπές και επαναλήψεις διάφοροι γύροι των λεγόμενων διερευνητικών επαφών σε επίπεδο πρέσβεων, πλην όμως αν και είναι αντιληπτό ότι αφορούν στις ελληνοτουρκικές διαφορές, η ατζέντα και οι απόψεις των πλευρών δεν ανακοινώνονται.

Πολλά έχουν λεχθεί για τα μεγέθη της Τουρκίας ως χώρας και ως αγοράς, τον ισχυρό στρατό της, την εξαιρετική της διπλωματία, κ.ο.κ. Ακόμα περισσότερα έχουν ακουστεί για τη στήριξη των Αμερικανών και των Βρετανών και το ρόλο του χωροφύλακα ή τώρα του βατήρα για τη Μέση Ανατολή, την ευνοϊκή συγκυρία που της προσφέρει σήμερα η νέα τάξη πραγμάτων κ.λ.π

Δεν ισχυριζόμαστε ότι όλα αυτά δεν ισχύουν, ούτε αμφισβητούμε ότι η Τουρκία είναι στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ όπως δηλώνουν συχνά αμερικανοί αξιωματούχοι. Όμως τα πραγματικά αυτά πλεονεκτήματα δεν θα ήταν ικανά από μόνα τους να διαμορφώσουν δυσμενείς για εμάς εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά χωρίς την σταθερά επιθετική πολιτική της Τουρκίας, απέναντι στην οποία η Ελλάδα αντιτάσσει μία πολιτική κατευνασμού.

Για να αποδείξουμε τον ισχυρισμό αυτό, ας δούμε πώς εξελίσσεται η προσπάθεια ανατροπής του status quo στο Αιγαίο:

Για την επίτευξη αυτού του στόχου η Τουρκία διατηρεί ένα τεράστιο στρατό, προβαίνει σε εξαγορά ξένων διπλωματών και πανεπιστημιακών, σε παραχάραξη της Ιστορίας και χρηματοδότηση Lobbies, μέχρι και πρακτική παραβίαση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και την απειλή χρήσεως βίας κυρίως για το θέμα της επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης, τον εναέριο χώρο, τις αμφισβητούμενης κυριότητος νησίδες και την υφαλοκρηπίδα.

Κατά τις ελληνοτουρκικές κρίσεις όπου εμπλέκονται και στρατιωτικά μέσα, όλη η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί και ορισμένοι αναμειγνύονται λιγότερο ή περισσότερο. Οι επιπτώσεις τους είναι ανυπολόγιστες και οπωσδήποτε ευθέως ανάλογες προς τον τρόπο με τον οποίο εκτονώθηκαν.

Κατά την κρίση των Ιμίων π.χ. η χώρα μας έριξε το βάρος της στη διπλωματική παρέμβαση των ΗΠΑ, ενώ η χρήση της λεγόμενης διπλωματίας των κανονιοφόρων υπήρξε δευτερεύον εργαλείο, αφού η εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι επιθυμούσε τη «μη σύγκρουση» ως απόρροια του προγενεστέρου «μη πόλεμος». Η κατάληξη ήταν άγραφη συμφωνία για την εκατέρωθεν απόσυρση σημαιών, στρατιωτών και πλοίων, που επετεύχθη με τη διαμεσολάβηση των Αμερικανών.

Η Τουρκία από την πλευρά της δεν είχε λόγο να μη δεχθεί τη διαμεσολάβηση, αφού η μεγάλη της προσδοκία να αποδείξει ότι η Ελλάδα δεν επρόκειτο να συγκρουστεί για τις βραχονησίδες γινόταν πραγματικότητα και άρχιζε μια πιο ουσιαστική αμφισβήτηση του status quo του Αιγαίου, εδραζόμενη πλέον σε αμφισβήτηση εδαφών και όχι του υγρού ή εναερίου στοιχείου.

Ο ισχυρισμός ότι η κατάσταση επανήλθε στο status quo ante ευσταθεί μόνον ως προς τη μη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων από αμφότερες τις πλευρές (τοποθέτηση σημαιών, στρατιωτών και πλοίων) διότι αν η επαναφορά του status quo ante αναφερόταν στην «ελληνική κυριαρχία» τότε από την επομένη θα ασκούσαμε τα δικαιώματά μας πράγμα όμως που δεν συμβαίνει. Η εντύπωση που μένει στη διεθνή κοινότητα είναι ότι και οι υπόλοιπες 98 περίπου βραχονησίδες που διεκδικούν με την ίδια θεωρία οι Τούρκοι είναι πιθανότατα «αδιευκρινίστου κυριαρχίας», όπως άμεσα έσπευσαν να αναγράψουν οι αρμόδιοι των υδρογραφικών υπηρεσιών στους αμερικανικούς χάρτες για τα Ίμια.

Στο εσωτερικό, η αμετροέπεια στην ενημέρωση, η παντοειδής εκμετάλλευση και οι κομματικές αντιπαραθέσεις προκάλεσαν σύγχυση στη κοινή γνώμη ως προς τη βαρύτητα και τις επιπτώσεις του επεισοδίου, ενώ έγινε προσπάθεια επίρριψης ευθυνών και στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Για το τελευταίο, το ναυτικό προκειμένου να απαγορεύσει στον εχθρό να απειλεί εθνικό χώρο από θαλάσσης, ασκεί το λεγόμενο θαλάσσιο έλεγχο, δηλαδή εξουδετερώνει τις αντίπαλες ναυτικές δυνάμεις που εισέρχονται στη περιοχή που ελέγχει. Σε περίπτωση διείσδυσης και αποβίβασης του εχθρού, διενεργεί ανακατάληψη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν εξετάσθηκαν τέτοιες λύσεις, αλλά ούτε και «έπαιξαν» πειστικά στη σκακιέρα της κρίσεως, αφού η χώρα μας έδινε την εντύπωση ότι όχι μόνο δεν επιθυμούσε να εμπλακεί σε θερμό επεισόδιο, αλλά και ότι επεδίωκε την αποκλιμάκωση με κάθε τρόπο.

Ως κύριο επιχείρημα για την εγκατάλειψη των βραχονησίδων προβλήθηκε η υπόθεση ότι αν εμπλεκόμεθα σε θερμό επεισόδιο υπήρχε ο κίνδυνος γενικότερης σύρραξης και ότι οι Αμερικανοί, θα έσπευδαν σε κάθε περίπτωση να μας ειρηνεύσουν και στη συνέχεια θα μας υποχρέωναν να προσέλθουμε σε διαπραγματεύσεις με την Τουρκία με αυτούς επιδιαιτητάς.

Υπάρχει όμως και ο αντίλογος:

Πρώτον : Είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι η υπερδύναμη του πλανήτη θα ενεργούσε ως υπεργολάβος για μια κρίση της οποίας δεν είχε τη πρωτοβουλία και η οποία την περισπούσε από τα καυτά τότε Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή.

Δεύτερον : Ουδείς μπορεί να αποδείξει ότι ένα θερμό επεισόδιο θα κατέληγε οπωσδήποτε σε γενικευμένη σύρραξη, αλλά αυτό είναι ένα ρίσκο που παίρνει κανείς, άλλως οι χειρισμοί του κατά την κρίση είναι θνησιγενείς.

Τρίτον : Ουδείς εξήγησε από πού προκύπτει ότι η Ελλάδα θα ήταν υποχρεωμένη μετά από ένα θερμό επεισόδιο να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Εκτίμησή μας είναι ότι πίσω από αυτή την επιχειρηματολογία κρύβεται ο δικός μας ανομολόγητος φόβος της συγκρούσεως, η πολιτική του κατευνασμού της Τουρκίας και η τάση μας να μεταθέτουμε τις ευθύνες μας σε τρίτους.

Με βάση τη στάση μας κατά την κρίση των Ιμίων, αλλά και σε σειρά άλλων θεμάτων όπως η συμφωνία της Βέρνης για την υφαλοκρηπίδα, η ανοχή στις παραβιάσεις του εναερίου χώρου, και το κυριότερο, η μη επέκταση στα 12 ΝΜ της αιγιαλίτιδας ζώνης κατόπιν της εξαγγελίας της Τουρκίας ότι αποτελεί αιτία πολέμου (casus belli), θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Τουρκία κυρίως από το 74 και μετά, μας έχει, με την απειλή χρήσεως βίας και μόνον, εξαναγκάσει να αυτοπεριορίσουμε τα συγκεκριμένα κυριαρχικά μας δικαιώματα υποκύπτοντας στη θέλησή της (Σ.Σ. Ίσως δεν έχει γίνει ευρέως αντιληπτό ότι η Τουρκία έχει διαφοροποιήσει την απειλή του casus belli και ομιλεί για «οιαδήποτε επέκταση πέραν των 6 ΝΜ»)

Πρέπει όμως να πούμε ότι σε πολλά θέματα, οι θέσεις της Τουρκίας συμπίπτουν με τα συμφέροντα των ισχυρών και κυρίως των ΗΠΑ. Π.χ. οι Αμερικανοί ήταν και είναι αντίθετοι προς τις δικές μας θέσεις περί χωρικών υδάτων και εναερίου χώρου, επειδή κάθε τι που περιορίζει παγκοσμίως την ελευθερία κίνησης σε διεθνή ύδατα, ενοχλεί τα συμφέροντά τους.

Στο ΝΑΤΟ, από την αποχώρηση μας για 6 περίπου χρόνια από το στρατιωτικό σκέλος (1974-1980) και μέχρι πρόσφατα, απωλέσαμε λόγω της αμερικανικής πολιτικής των «ίσων αποστάσεων» σχεδόν όλες τις επιχειρησιακές ευθύνες για το Αιγαίο, οι οποίες ανατέθηκαν σε Αμερικανούς διοικητάς.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν μπορούμε να χρεώσουμε στους Αμερικανούς ότι ενάμιση χρόνο μετά τα Ίμια σπεύσαμε σε σύνοδο του ΝΑΤΟ να υπογράψουμε κείμενο όπου αναγράφεται ότι εκτός από την Ελλάδα είναι και η Τουρκία που έχει ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο. Έκτοτε και για πολλά χρόνια, έχουμε σιωπήσει για τις βραχονησίδες, ελπίζοντας ότι η Τουρκία δεν θα έχει στις προτεραιότητές της να επαναφέρει το θέμα αυτό στην ατζέντα.

Πως όμως η εθνική μας στρατηγική αντιμετωπίζει το δίλημμα «Πόλεμος ή εθνική ταπείνωση» που φαινομενικά μας βάζει η Τουρκία με τις κρίσεις αυτές ;

Η Στρατηγική μας προκειμένου να αυξήσουμε την εθνική ισχύ είχε δύο άξονες :

Πρώτον, στρατιωτικά, ενίσχυση και εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων και ιδιαίτερα της αεροπορίας, διάθεση του υψηλοτέρου ποσοστού από όλες τις χώρες της Ευρώπης για την άμυνα, ισχυρός στρατός δυσανάλογα μεγάλος για το μέγεθός και για τα δεδομένα ευρωπαϊκής χώρας.

Δεύτερον, πολιτικοδιπλωματικά, αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρείχε ο ΟΗΕ, ενίσχυση της διεθνούς θέσεώς μας ως πλήρους μέλους της Ε.Ε. και ενεργοποίηση κάθε διεθνούς ερείσματος με κυριότερο το ελληνοαμερικανικό Lobby.

Παράλληλα, η χώρα μας επεχείρησε να αναδείξει το ρόλο που θα μπορούσε να έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό περιορίζοντας στο μέτρο του δυνατού την πολιτική και αμυντική της εξάρτηση από τις ΗΠΑ, στρεφόμενη και προς την ευρωπαϊκή, ακόμη και τη ρωσική αμυντική βιομηχανία.

Οι προσδοκίες αναφορικά με την Ε.Ε. δεν επαληθεύτηκαν. Οι ΗΠΑ συνέχισαν να αποτελούν τον τρίτο και αδιαμφισβήτητο πόλο, ενώ η Τουρκία συνέχισε να προκαλεί κρίσεις με κυριότερες αυτή του Σισμίκ το 87, και των Ιμίων το 96. Η οδυνηρή διαπίστωση ότι η Ευρώπη δεν εγγυάται την ασφάλειά μας, ήταν γεγονός.

Η στρατιωτική μας ισχύς, ενώ παρήγαγε εν γένει αποτροπή αναφορικά με τις τουρκικές απειλές, εν τούτοις ποιοτικά, δεν κάλυπτε τις λεγόμενες χαμηλής εντάσεως συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις αυτές, η θεωρητική βάση των οποίων κατασκευάζεται σε διάφορα κέντρα είτε στρατιωτικά είτε πνευματικά του τουρκικού κατεστημένου, προωθούνται με διαφόρους τρόπους από την τουρκική προπαγάνδα και κορυφώνονται με προσεκτικά σχεδιασμένες κρίσεις μόνο όταν εκτιμηθεί ότι οι συνθήκες σε ότι αφορά κυρίως τα ελληνικά πράγματα, είναι οι πλέον πρόσφορες.

Η αποτροπή σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει εκτός από στρατό και κατάλληλο φρόνημα. Η Ηγεσία λοιπόν δεν είναι δυνατό να σχεδιάζει ή να αντιδρά ερήμην της κοινωνίας. Η κοινωνία είναι τελικά εκείνη που διαθέτει το πατριωτικό φρόνημα και την υπερηφάνεια, είναι έτοιμη να θυσιάσει κάποια πράγματα, εμπιστεύεται τις ένοπλες δυνάμεις τις οποίες είναι, ή δεν είναι διατεθειμένη να ενισχύσει, να στείλει τα παιδιά της να τις υπηρετήσουν κ.ο.κ. Τα όρια λοιπόν της κόκκινης γραμμής της αποτροπής φθάνουν μέχρι εκεί που επιτρέπει το γενικότερα επικρατούν πνεύμα αποφασιστικότητος της χώρας, δηλαδή λαού και Ηγεσίας, ενώ το χρώμα της από κόκκινο μπορεί να γίνει και γκρί όταν δοκιμάζεται στις εσχατιές του έθνους και η σύγκρουση χαρακτηρίζεται χαμηλής εντάσεως.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 90, η χώρα μας στήριξε τόσο την υποψηφιότητα της Τουρκίας, όσο και την υποψηφιότητα της Κύπρου η είσοδος της οποίας στην Ε.Ε. ως πλήρους μέλους επετεύχθη κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων κατά τις οποίες τα δύο θέματα συνδέθηκαν με διαφόρους τρόπους. Πιστέψαμε τότε ότι η Τουρκία θα αναγκαζόταν να αλλάξει την πολιτική της απέναντί μας μετασχηματιζόμενη σε κράτος με ευρωπαϊκές αρχές.

Το συγκριτικό όμως πλεονέκτημα Ελλάδος και Κύπρου ως πλήρων μελών της ΕΕ, μάλλον θα χαθεί αν η Τουρκία, όπως μέχρι τώρα δείχνουν τα πράγματα, επιτύχει πλήρη ένταξη με τους δικούς της όρους διότι μέχρι σήμερα :

α. Η Τουρκία δεν μετακινήθηκε σε κανένα θέμα πλην της δέσμευσής της για υπογραφή του πρωτοκόλλου τελωνειακής σύνδεσης με τα νέα μέλη εντός του 2006.

β. Υπήρξε μνεία στο διαπραγματευτικό πλαίσιο με την ΕΕ ενδεχομένων συνοριακών διαφορών που πρέπει να επιλυθούν με ειρηνικό τρόπο περιλαμβανομένης προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο (Σ.Σ. Υποτίθεται ότι η μόνη διαφορά που εμείς αποδεχόμεθα είναι μία και όχι πολλές, αυτή της υφαλοκρηπίδος. Θα προσφύγουμε άραγε συναινετικά έστω μόνο για το θέμα αυτό στο Δ.Δ. με 6 ΝΜ χωρικά;;;).

γ. Η Τουρκία διαπραγματεύεται τώρα την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων της Κύπρου στην επικράτειά της, έναντι της άρσης της οικονομικής και εμπορικής απομόνωσης του ψευδοκράτους της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου.

Κατά την άποψή μας Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν τώρα να αλλάξουν την τακτική της χωρίς όρους στήριξης της Τουρκίας και να αξιοποιήσουν όλες τις δυνατότητες που παρέχει το διαπραγματευτικό πλαίσιο, ενώ θα πρέπει να καθορίσουν και εξαγγείλουν άμεσα τα ζητήματα εκείνα τα οποία αποτελούν λόγο ασκήσεως αρνησικυρίας στην ένταξη της Τουρκίας αν αυτή δεν συμμορφωθεί (π.χ. αναγνώριση της Κύπρου, αποχώρηση του στρατού κατοχής, άρση του casus belli για την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ΝΜ κλπ)

Αν δεν συμμορφωθεί, θα πρέπει να αποτρέψουμε την ένταξη ενδεχομένως και με δημοψήφισμα.

Η κοινή λογική λέει ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να απεμπολήσει επίσημα ούτε ένα από αυτά που εκείνοι ονομάζουν εθνικά τους δίκαια και εμείς ονομάζουμε επεκτατικές εις βάρος μας διεκδικήσεις, δεδομένου ότι παραμένει ανοικτό αν στο τέλος της πορείας θα γίνει δεκτή ως πλήρες μέλος. Ουδείς θα έδινε, και ειδικά η Τουρκία, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα πάρει.

Αν η μακρά περίοδος των 10 ετών διαπραγματεύσεων καταλήξει σε ειδική σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία θα αποκτούσε πολλά προνόμια, όχι όμως σεβασμό στις ευρωπαϊκές αρχές με κίνδυνο η αποτυχία της να γίνει πλήρες μέλος να εξαχθεί με επιθετικότητα προς Ελλάδα και Κύπρο.

Κατά το μακρό αυτό διάστημα πρέπει να ενισχύσουμε και όχι να συρρικνώσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας, τη μόνη πραγματική εγγύηση που έχουμε έναντι της τουρκικής απειλής.

Στην Κύπρο, για πάνω από τριάντα χρόνια μετά την εισβολή, ο Ελληνισμός δεν είχε καμία ευκαιρία να ανατρέψει τα τετελεσμένα της De Facto διχοτόμησης και εθνοκάθαρσης των 200.000 ελλήνων του Βορρά, κυρίως λόγω των δυσμενών για εμάς στρατιωτικών δεδομένων.

Για σχεδόν 30 χρόνια επίσης, όλες οι προσπάθειες που επιχειρήθηκαν μέσω του ΟΗΕ προσέκρουαν στην αδιαλλαξία της Τουρκίας η οποία δεν είχε κανένα λόγο να αλλάξει στάση αφού, πέραν της στρατιωτικής υπεροχής, η διχοτομική της στρατηγική, υπαγορεύθηκε και επιβλήθηκε από τους Βρετανούς και εν συνεχεία τους Αμερικανούς, βοηθούντων πάντοτε των δικών μας θανασίμων λαθών.

Στα πλαίσια χρησιμοποιήσεως της Ε.Ε. ως μοχλού προκειμένου να κινήσουμε και το Κυπριακό, υποστηρίξαμε την πρωτοβουλία συντάξεως υπό του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ κ. Κόφι Ανάν σχεδίου επίλυσης του Κυπριακού, έτσι ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να είχε το νέο της μέλος ενιαίο και όχι μια χώρα διχοτομημένη, με στρατεύματα κατοχής σε μεγάλο μέρος της στο οποίο μέρος εκ των πραγμάτων, δεν θα μπορούσε να ισχύσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Το σχέδιο αυτό, που δίχασε τον πολιτικό κόσμο σε Ελλάδα και Κύπρο, μας ζητούσε να νομιμοποιήσουμε τα τετελεσμένα της εισβολής με την υπογραφή μας. Ο ελληνισμός έπρεπε να δεχθεί τη διάλυση και εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτή ιδρύθηκε ως ενιαίο και κυρίαρχο κράτος με τις συνθήκες Ζυρίχης - Λονδίνου και στη θέση της να ιδρυθεί μια νέα χώρα η οποία θα απετελείτο από δύο ισότιμα συνιστώντα κράτη, αυτά δηλαδή που προέκυψαν από τη De Facto διχοτόμηση.

Ο τρόπος λειτουργίας της κεντρικής διοικήσεως καθιστώντας απολύτως αδύνατο να λειτουργήσει το κράτος, οδηγούσε με μαθηματική βεβαιότητα σε σύγκρουση και διάλυση, έτσι ώστε το συνιστών Βόρειο Κράτος που θα προέκυπτε από ένα τέτοιο «διαζύγιο», δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να αναγνωρισθεί, διότι δεν θα ήταν πλέον παράνομο προϊόν εισβολής, κατοχής και εθνοκαθάρσεως.

Η νομιμοποίηση της εθνολογικής αλλοιώσεως του πληθυσμού, η διατήρηση των συνθηκών εγγυήσεως, το ανώτατο δικαστήριο ξένων δικαστών μη εκλεγομένων από το λαό και άλλα, όπως η μη ελεύθερη μετακίνηση και εγκατάσταση των ελληνοκυπρίων, αλλά και το ότι η Κυβέρνηση της Κύπρου θα αποζημίωνε τους πρόσφυγες, θα απάλασσε τις κτηματομεσιτικές εταιρίες της Βόρειας Κύπρου και του Λονδίνου από τις 47000 αγωγές στο διεθνές δικαστήριο, ώστε να συνεχίσουν νόμιμα πλέον να εμπορεύονται τον καρπό της ληστείας των ελληνικών περιουσιών.

Ο κυπριακός λαός καταψήφισε το σχέδιο Ανάν με συντριπτικό ποσοστό.

Προς έκπληξη των υποστηρικτών του, οι απειλές αναγνωρίσεως του ψευδοκράτους και απομόνωσης της Κύπρου δεν πραγματοποιήθηκαν, διότι Ευρωπαϊκή Ένωση και ΟΗΕ εξακολουθούν να σέβονται τον εαυτό τους.

Πρόσφατα το αρμόδιο όργανο της Ε.Ε. αποδέσμευσε τη χρηματοδότηση των Τουρκοκυπρίων αλλά παρέπεμψε τις εμπορικές σχέσεις στις καλένδες πράγμα που ικανοποιεί πλήρως την Κύπρο. Ήδη υπήρξαν επαφές με τον κ. Κόφι Ανάν με στόχο νέες πρωτοβουλίες στη βάση ή όχι του σχεδίου του, αυτό θα το δούμε.

Σε κάθε περίπτωση ο ελληνισμός πρέπει να επιμείνει στα ψηφίσματα του ΟΗΕ που προνοούν για ενιαία και αδιαίρετη Κύπρο με αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, διότι είναι προτιμότερο να συνεχίζεται η παρούσα κατάσταση με ένα μη αναγνωρισμένο κατοχικό ψευδοκράτος, παρά εμείς οι ίδιοι να νομιμοποιήσουμε τους σφαγείς και να τους παραδώσουμε το θύμα τους.

Η ιδέα της πλήρους αποστρατικοποίησης της Κύπρου ενέχει κινδύνους, καθόσον αγνοείται η εγγύτητα της ηπειρωτικής Τουρκίας και η εκτός περιορισμού δυνάμεων ζώνη της Μερσίνας. Όμως, η υπόθεση των πυραύλων S-300 και οι συνεχείς αναβολές κοινών γυμνασίων Ελλάδος - Κύπρου έδειξαν πόσο επιδεκτικοί είμεθα σε πιέσεις και πόσο οι εξαγγελίες μας περί Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και casus belli σε περίπτωση προελάσεως των τουρκικών στρατευμάτων στη Κύπρο είναι αξιόπιστες.

Κλείνοντας τη σύντομη αυτή ανασκόπηση θα ήθελα να τονίσω τα εξής:

α. Η Τουρκία ποτέ δεν θα εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της που στρέφονται εναντίον της Ελλάδος και της Κύπρου ακόμη και αν γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

β. Ο Ελληνισμός οφείλει να διατηρεί την ισορροπία δυνάμεων με την Τουρκία αντισταθμίζοντας την ποσότητα με την ποιότητα και την τεχνολογία.

γ. Η Κύπρος πρέπει να συνεχίσει να ανθίσταται στη νομιμοποίηση της διχοτόμησης, να επιμείνει στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, να θωρακίζεται όσο μπορεί αμυντικά και να αναπτύσσει την στρατιωτική συνεργασία με την Ελλάδα.

δ. Οι ελληνικές κυβερνήσεις πρέπει να μάθουν να ανθίστανται στις πιέσεις των συμμάχων και να μη υποχωρούν χωρίς ανταλλάγματα

ε.Ο Ελληνικός λαός πρέπει να είναι ενήμερος και να μη παραπλανάται για την απειλή και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι ενέργειες της Τουρκίας, έτσι ώστε να έχει συνείδηση των θυσιών που του ζητούνται καθημερινά αλλά και των θυσιών που θα κληθεί να κάνει σε μία ακραία περίπτωση συγκρούσεως.

No comments: