Monday, 2 February 2009

ΚΛΑΟΥΣ ΦΟΥΚΣ: κατάσκοπος, ιδεολογος ή και τα δύο;

Από FlameHistory (Το αρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαιο περιοδικο Παγκοσμια Πολεμικη Ιστορία τευχος 18, τον Ιούλιο του 2007)

Ο ΝΕΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ
Το πρωινό της 6ης Αυγούστου 1945 δεν διέφερε σε τίποτα από τα άλλα πυρετώδη πρωινά του πολέμου. Αν και ο καθένας μπορούσε ήδη να αντιληφθεί ότι η τρέλα του αίματος πλησίαζε στο πολυπόθητο τέλος, ο λαός της Χιροσίμα ακολουθούσε το ρουτινιάρικο πρόγραμμά του: γυμναστική, πρωινό και άφιξη στις θέσεις εργασίας. Δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί πόσοι από τους κατοίκους αυτής της πόλης ακόμη έτρεφαν όνειρα ή αυταπάτες ίδια με αυτά του Αυτοκράτορά τους, ούτε πόσοι από αυτούς τους ανυποψίαστους μελλοθάνατους είχαν πια καταφέρει να κοιτάξουν κατάματα την πικρή αλήθεια, ότι δηλαδή η ιαπωνική αυτοκρατορία τους είχε περάσει στην τελευταία φάση της ζωής της. Βέβαιο είναι πως, όποια κι αν ήταν τα συναισθήματα, οι σκέψεις και οι απόψεις αυτών των δύστυχων ανθρώπων, κανείς τους δεν μπορούσε να διανοηθεί πως εκείνη την ημέρα έμελλε να βιώσει μια επίγεια κόλαση και πως η ανθρωπότητα θα περνούσε μέσα από την δική τους τραγική μοίρα σε μια καινούργια εποχή: την ατομική.

(Ph) Το ‘μανιτάρι’ του Ναγκασάκι. Η δεύτερη ρίψη ατομικής βόμβας από τους Αμερικανούς
ανάγκασε τελικά τον αυτοκράτορα Χιροχίτο να συνθηκολογήσει.

Στις 09.15΄.17΄΄ ώρα Ιαπωνίας ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό τύπου Β-29 με κωδικό όνομα Enola Gay έριξε από ύψος 31 χιλιάδων ποδιών την πρώτη στην ιστορία της ανθρωπότητας ατομική βόμβα (Ουρανίου 235) κατά πραγματικού εχθρικού στόχου, 12 ώρες και 13 λεπτά μετά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο του Tinian. Σε διάστημα 43 δευτερολέπτων από την ρίψη της, στα 576 μέτρα πάνω από την Χιροσίμα, η βόμβα εξερράγη υποχρεώνοντας ολόκληρη την ανθρωπότητα να κρατήσει την ανάσα της. Υπολογίστηκε πως το πρώτο ωστικό κύμα είχε ταχύτητα 335 μέτρα το δευτερόλεπτο. Το μανιτάρι που σχηματίστηκε ήταν ορατό επί 90 λεπτά της ώρας και σε απόσταση 740 χιλιομέτρων! Επρόκειτο για το πιο καταστρεπτικό ‘Αγοράκι’ που είχε δει μέχρι τότε ο κόσμος (Little Boy είχαν βαφτίσει οι Αμερικανοί την βόμβα).

(Ph) Fat man

Τρεις μέρες αργότερα μια άλλη βόμβα ρίχτηκε στο Ναγκασάκι, Πλουτωνίου 239 ετούτη τη φορά, με αντίστοιχες καταστρεπτικές συνέπειες. Το όνομά της ήταν Fat Man (Χοντρός) και το αεροσκάφος Β-29 που την έριξε ονομαζόταν Bock's Car (Το Αυτοκίνητο του Μποκ). Προκειμένου να αποφευχθεί μια τρίτη ρίψη ατομικής βόμβας, ο Αυτοκράτορας Χιροχίτο και η ιαπωνική κυβέρνηση θα δεχτούν την άνευ όρων παράδοση. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, επάνω στο θωρηκτό Missouri, θα υπογραφούν τα σχετικά έγγραφα που θα σήμαιναν και το επίσημο τέλος του πολέμου στον Ειρηνικό. Ένας εφιάλτης 6 χρόνων μόλις είχε τελειώσει, κι ένας άλλος, πιο τραγικός, είχε κιόλας εμφανιστεί: η πυρηνική εποχή…

ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ
Έναν χρόνο πριν ξεσπάσει η τρέλα του πολέμου, οι Γερμανοί επιστήμονες ήδη είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διάσπαση του ατόμου ήταν εφικτή. Ο παράφρων δικτάτορας είχε στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις την υπόθεση των ερευνών σχετικά με την ατομική βόμβα, το υπερόπλο όπως το αποκαλούσε, και μέχρι το 1940 οι αυθεντίες των Ναζί είχαν προχωρήσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι Άγγλοι, οι Αμερικάνοι και οι Σοβιετικοί. Παρόλο που μέχρι τότε οι χώρες των τελευταίων παρέμεναν εκτός πολέμου, η αγωνία τους ήταν να προλάβουν να κατασκευάσουν και να χρησιμοποιήσουν αυτοί πρώτοι την ατομική βόμβα ή τα όπλα που θα προέρχονταν από αυτήν. Στα 1944, μετά την κατάρρευση του Ράιχ, θα ανακαλύψουν έκπληκτοι πως οι ανησυχίες τους ήταν αβάσιμες, αφού ακόμη και τότε οι Ναζί ήταν αρκετά μακριά από το να πετύχουν την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Αλλά αυτό θα το γνώριζαν μετά την λήξη του πολέμου. Προς το παρόν, στο περιθώριο των πολεμικών ενεργειών, άρχιζαν οι μάχες των επιστημονικών εργαστηρίων, της κατασκοπίας και των μυστικών όπλων.

(Ph) Little boy

Την στιγμή που στην Ευρώπη λάμβαναν χώρα πολεμικές επιχειρήσεις εκτεταμένης κλίμακας, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ο πυρετός των επιστημονικών ερευνών και των πειραμάτων είχε ανέβει θεαματικά. Τρεις Ούγγροι φυσικοί -ο Γουίνγκερ (Eugene Winger), ο Σίλαρντ (Leo Szilard) και ο Τέλερ (Edward Teller)- που η άνοδος του Χίτλερ τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την Γερμανία ήδη γνώριζαν εδώ και δύο περίπου χρόνια τα αποτελέσματα των γερμανικών ερευνών. Οι δύο πρώτοι ήρθαν σε επαφή με τον Αϊνστάιν (Albert Einstein), του οποίου υπήρξαν μαθητές, με σκοπό να τον πείσουν να απευθύνει μια επιστολή προς τον πρόεδρο Ρούζβελτ με σκοπό να εστιάσουν το ενδιαφέρον του στο ζήτημα της ατομικής ενέργειας. Αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετώπιζε ήδη μια σειρά προβλημάτων εσωτερικής φύσης: στο μεγαλύτερο ποσοστό τους οι πολίτες παραμένουν απρόθυμοι να ακολουθήσουν την λογική της συμμετοχής των ΗΠΑ σ’ έναν πόλεμο τόσο μακρινό και ξένο προς την δική τους χώρα. Σε αυτήν την στάση τους ωθούσε μια σημαντική αντιπολιτευόμενη μερίδα του τύπου, που ιδεολογικά αντιτίθετο προς τις απόψεις και το σκεπτικό του Προέδρου. Αντιδρούσαν επίσης κάποιες αξιόλογες προσωπικότητες από τον χώρο της κουλτούρας και των τεχνών, εξαιτίας της λατρείας τους για τα έργα της ειρήνης και της προόδου, καθώς και ορισμένοι μεγιστάνες του χρήματος, επειδή έκριναν ότι, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, κάθε συμμετοχή της χώρας στον ευρωπαϊκό πόλεμο οπωσδήποτε έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντά τους.

(PH)Οι υπεύθυνοι του Manhattan Project, Leslie Groves (αριστερά) και Robert Oppenheimer.

Εξάλλου, το 1940 είχαν κυκλοφορήσει αρκετά φυλλάδια, πορίσματα, εκθέσεις και αναλύσεις ορισμένων περισσότερο ή λιγότερο “ειδικών”, όπου σθεναρά υποστηριζόταν η άποψη ότι οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες μιας πιθανής συμμετοχής της χώρας στον πόλεμο θα συνέθλιβε αρχικά τις μη προνομιούχες οικονομικές τάξεις και στην συνέχεια θα ταλαιπωρούσε την αμερικανική κοινωνία στο σύνολό της για αρκετά χρόνια. Σε αυτή τη δυσοίωνη πρόβλεψη ερχόταν ασφαλώς να προστεθεί και ο ανασταλτικός ψυχολογικός παράγοντας που γεννούσαν οι ζωντανές ακόμη μνήμες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όσο λοιπόν κι αν η παράταξη των υποστηρικτών της ενεργούς συμμετοχής των ΗΠΑ στην σύρραξη κατά των Γερμανών διατεινόταν πως ήταν αδύνατο ν’ αποφευχθεί επ’ αόριστον η είσοδος της χώρας στον πόλεμο, κι όσο κι αν ο πρόεδρος τόνιζε σθεναρά τα μελλοντικά πλεονεκτήματα μιας εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο, η πλειοψηφία των Αμερικανών πολιτών παρέμενε αρνητική.

Η αιφνιδιαστική επίθεση των Ιαπώνων στο Πέρλ Χάρμπορ διέλυσε τις αυταπάτες ακόμη και των πιο αισιόδοξων αρνητών της συμμετοχής των ΗΠΑ στον πόλεμο. Ήταν πια ολοφάνερο ότι η Αμερική δεν θα μπορούσε να κρατήσει την ποθητή στάση ουδετερότητας ούτε για μια επιπλέον ημέρα. Μέσα στον πυρετό της πολεμικής προετοιμασίας εντατικοποιήθηκαν και οι έρευνες για την ατομική βόμβα. Το όλο θέμα ανέλαβε το Υπουργείο Άμυνας (War Department) -και συγκεκριμένα το Σώμα Μηχανικού των ΗΠΑ. Το πρόγραμμα ονομάστηκε Σχέδιο Μανχάταν (The Manchattan Project, από το όνομα της Manchattan Engineer District που το διαχειρίστηκε, μιας εταιρίας με κεντρικά γραφεία στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης), και αποτελούσε την μεγαλύτερη μέχρι τότε συνδυασμένη επιστημονικά βιομηχανική επιχείρηση που ποτέ πραγματοποιήθηκε. Σε κλίμα άκρας μυστικότητας, με απαράμιλλη προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων εξοπλιστικών προγραμμάτων, επιστήμονες ποικίλλων εθνικοτήτων δούλεψαν σκληρά και με αφοσίωση κάτω από την καθοδήγηση του Αμερικανού, (γερμανικής καταγωγής) επιστήμονα Οπενχάιμερ (Julius Robert Oppenheimer), που ήταν και ο εγκέφαλος του σχεδίου.

(PH)Αποστολή εξετελέσθη! Το Enola Gay προσγειώνεται στο Τινιάν μετά την ρίψη της βόμβας στην Χιροσίμα.

Οι πηγές αναφέρουν ότι, στις αρχές του 1945, στο Σχέδιο Μανχάταν ήδη ο αριθμός των απασχολουμένων έφτανε τα 129.000 άτομα, ενώ από το 1940 έως το τέλος του 1945 ξοδεύτηκαν περίπου 1,9 δισεκατομμύρια αμερικάνικα δολάρια εκείνης της εποχής (δηλαδή περίπου 25 δισεκατομμύρια σημερινά)! Μόνο σε μια χώρα όπως η Αμερική θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο σε τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα. Και βέβαια, στο προαναφερόμενο ποσό δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 76 εκατομμυρίων δολαρίων που στοίχισε το Σχέδιο Επαργύρωση (Silverplate Project) της U.S.A.F., για την μετασκευή των 46 αεροπλάνων τύπου Β-29 που έλαβαν μέρος στην όλη επιχείριση.

Είναι προφανές ότι το επιστημονικό προσωπικό που εργάστηκε για την εκτέλεση του έργου αποτελείτο από την “αφρόκρεμα” της εποχής. Πράγματι, στο σχέδιο Μανχάτταν εργάστηκαν τα μεγαλύτερα ονόματα της ατομικής και πυρηνικής φυσικής, όπως: ο Φρανκ (James Frank), o Μπλοκ (Felix Bloch), ο Στράσμαν (Fritz Strassman), o Μπορ (Nils Bohr), ο Φουκς (Κlauss Fuchs), o Φέρμι (Enrico Fermi), ο Τσάντγουϊκ (James Chadwick), o Σεγκρέ (Emilio Segré) και φυσικά ο Τζούλιους Οππενχάιμερ (Julius Oppenheimer), που ηγείτο της όλης ομάδας. Οι άνθρωποι αυτοί εργάστηκαν εντατικά και σε καθεστώς απόλυτης μυστικότητας, έχοντας την πεποίθηση (κατ’ άλλους την αφέλεια) πως η τελειοποίηση της ατομικής βόμβας θα σήμαινε το άμεσο τέλος του πολέμου και την αποκατάσταση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Τουλάχιστον κατά την διάρκεια των πρώτων ερευνών δεν ήταν δυνατόν ν’ αντιληφθούν την μεταπολεμική πόλωση, που η μονομερής κατοχή ενός τέτοιου τρομερού όπλου θα επέφερε μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων -των συμμάχων, δηλαδή, που προς το παρόν κοίμιζαν τις ανταγωνιστικές τους διαθέσεις εξαιτίας του κοινού εχθρού: της ναζιστικής Γερμανίας.

(PH)J. Robert Oppenheimer, Enrico Fermi και Ernest Lawrence:τρεις από τους σημαντικότερους ατομικούς επιστήμονες εκείνης της εποχής.

Ποιος θα μπορούσε να κατηγορήσει τους επιστήμονες για έλλειψη πολιτικής ενόρασης και πολιτικού ενστίκτου; Πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος των εργαστηρίων και των εξαντλητικών ωραρίων σε υπόγεια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, σε μελέτες, δοκιμές και πειραματισμούς, σε εξισώσεις και διαγράμματα, να διατηρήσει μια νηφάλια ψυχολογία και μια ορθολογική κρίση, όταν ο ποταμός των ειδήσεων για εκατοντάδες νεκρούς στα δεκάδες μέτωπα του πολέμου και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης σάρωνε κάθε ελπίδα και κάθε ανθρωπιά; Όταν τα εγκλήματα των ναζί μετουσιώνονταν σε καθημερινό εφιάλτη μιας ολόκληρης ανθρωπότητας, μιας ανθρωπότητας πιθανόν δίχως αύριο; Ήταν ο τρόμος, που προξενούσε η μακάβρια ιδέα μιας τυχόν νίκης των Γερμανών, αυτό που τύφλωνε την συνείδηση των επιστημόνων και τους ωθούσε σε τούτον τον απαράμιλλο αγώνα ταχύτητας για την κατασκευή της ατομικής βόμβας.

Από την άλλη μεριά, ο ισχυρισμός ότι οι Αμερικάνοι δεν ήταν σε θέση εκ των προτέρων να υπολογίσουν την καταστρεπτική ισχύ μιας τέτοιας βόμβας δεν ευσταθεί. Στις 7 Μαΐου 1945 είχαν πραγματοποιήσει μια δοκιμαστική έκρηξη χωρίς πυρηνικό υλικό, αλλά με 108 τόνους ΤΝΤ. Στις 16 Ιουλίου 1945, στην περιοχή Trinity (Αγία Τριάδα), στο πεδίο δοκιμών Alamogordo στην έρημο με την κωδική ονομασία Jornada del Muerto (Χορνάδα ντελ Μουέρτο, που σημαίνει: Μεροκάματο του Νεκρού) έγινε η πρώτη δοκιμή ατομικής βόμβας, στην οποία είχαν δώσει την ονομασία Gadget (μαραφέτι). Χρησιμοποιούσε Πλουτώνιο 239 και είχε ισχύ 20.000 τόνους ΤΝΤ. Την επιτυχία της δοκιμής πληροφορήθηκε ο Πρόεδρος Τρούμαν στο Πότσνταμ (Potsdam), όπου βρισκόταν για τις ανάγκες της γνωστής συνδιάσκεψης, μέσω ενός τηλεγραφήματος με την συνθηματική φράση: “Ιt's a boy” (είναι αγόρι). Ωστόσο δεν θα ενημερώσει σχετικά τον Στάλιν, παρά μονάχα τον Τσώρτσιλ.

(PH) Το Gadget μεταφέρεται για την πρώτη δοκιμή.

Η ισχύς της έκρηξης του Gadget συγκλόνισε όσους παρατηρούσαν την δοκιμή, ακόμη και τους επιστήμονες του Σχεδίου Μανχάτταν, που πραγματικά μούδιασαν στην σκέψη των καταστρεπτικών συνεπειών της επίπονης εργασίας τους. Η τελική απόφαση ανήκε αποκλειστικά στον πρόεδρο Τρούμαν: θα σκότωναν χιλιάδες Ιάπωνες, στην πλειοψηφία τους άμαχους, προς χάριν της λήξης ενός αιματηρού και δαπανηρότατου μακροχρόνιου πολέμου, ή θα επέλεγαν την Οperation Downfall (Επιχείρηση Πτώση), που είχε σχεδιαστεί από το αμερικανικό πεντάγωνο για την κατάκτηση της Ιαπωνίας μέσω αποβάσεων και προέβλεπε λήξη του πολέμου κατά τις αρχές του 1947, με υπολογιζόμενο κόστος ένα επιπλέον εκατομμύριο νεκρούς Αμερικανούς στρατιώτες; Κάτω από το βάρος των ευθυνών, ο Πρόεδρος αποφάσισε τελικά το πρώτο σενάριο.

Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Η άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας σήμανε την απαρχή του ανταγωνισμού μεταξύ των νικητριών δυνάμεων στη διεθνή σφαίρα επιρροών. Οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι αποτραβήχτηκαν για να υποδυθούν πλέον νέους ρόλους. Η Αμερική, λόγω της κατοχής της ατομικής βόμβας, βρέθηκε αυτόματα σε πλεονεκτικότερη θέση από αυτή των Σοβιετικών. Αλλά αυτή η μονόπλευρη ευδαιμονία δεν θα κρατούσε για πολύ. Την 1 Σεπτεμβρίου 1949 ο πρόεδρος Τρούμαν ανήγγειλε στον κατάπληκτο κόσμο πως η χώρα του είχε αποδείξεις ότι η Σοβιετική Ένωση προέβη στην έκρηξη της πρώτης ατομικής της βόμβας. Τονίστηκε παραπάνω το πόση μυστικότητα κράτησαν οι ΗΠΑ σε όλη την διάρκεια της προετοιμασίας και της εκτέλεσης του Σχεδίου Μανχάτταν. Ακόμη και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Αμερική φρόντισε να κρατήσει σε απόσταση τους Σοβιετικούς, έχοντας την ικανότητα να προβλέψει τον δεινό ανταγωνισμό, στον οποίο οι δύο χώρες σύντομα θα περιέρχονταν. Πώς συνέβη λοιπόν αυτό το αναπάντεχο;

(PH)Ο καθηγητής Όπενχαϊμερ με τον ταξίαρχο Γκρόουβς στο Trinity μετά την έκρηξη του Gadget.

Ο ίδιος ο Στάλιν δεν έτρεφε αυταπάτες για το αν έπρεπε η χώρα του να βρεθεί σε αντίστοιχη κατάσταση δύναμης με αυτήν των ΗΠΑ μετά το πέρας του πολέμου. Είχε την διορατικότητα και την οξυδέρκεια να αντιληφθεί έγκαιρα πως η συμμαχία του με τον λεγόμενο δυτικό κόσμο εναντίον του κοινού εχθρού, δηλαδή του φασισμού, ήταν εφήμερη και εύθραυστη. Σύντομα, κατά τις διαπραγματεύσεις για την κατανομή των δυνάμεων επιρροής σε παγκόσμια κλίμακα, η Αμερική θα διεκδικούσε για τον εαυτό της όλο και περισσότερα. Μια Ρωσία χωρίς το “υπερόπλο” θα ήταν αδύναμη να προασπίσει με την σειρά της τα δικά της συμφέροντα, απαιτώντας ό,τι η ίδια πίστευε ότι της ανήκε. Αλλά η μακρόχρονη εμπλοκή της Ρωσίας στον πόλεμο και η τραυματική εμπειρία της από την γερμανική εισβολή δεν της άφησαν τα χρονικά περιθώρια ή την οικονομική ευχέρεια να εμβαθύνει στις ατομικές έρευνες, όπως οι HΠΑ.

Έτσι, οι Σοβιετικοί γρήγορα βρέθηκαν σε θέση μειονεκτικότερη, όσον αφορά την ατομική φυσική και την κατασκευή της ατομικής βόμβας, σε σχέση πάντα με τους υπερατλαντικούς τους συμμάχους. Όμως αυτή η υστέρηση δεν κράτησε για πολύ. Ο δυτικός κόσμος ασφαλώς και αιφνιδιάστηκε από την ταχύτητα με την οποία οι Ρώσοι επιστήμονες κάλυψαν την αργοπορία τους στον τομέα των πυρηνικών επιτυχιών. Κλειδί στην υπόθεση ήταν ο Φουκς (Klauss Fuchs), μια πραγματική αυθεντία της ατομικής επιστήμης παγκοσμίως. Αυτός ο άνθρωπος, που οι ίδιοι οι Αμερικάνοι κάλεσαν επισήμως να συνεργαστεί με τους δικούς τους επιστήμονες, πρόδωσε προς όφελος όχι, που ήταν η φυσική του πατρίδας, της Γερμανίας, αλλά της ιδεολογικής, δηλαδή της Σοβιετικής Ένωσης. Στον Φουκς και στην προδοσία του οφείλεται η μεταπολεμική ισορροπία των δυνάμεων παγκοσμίως.

ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Ο Φουκς (Klaus Emil Julius Fuchs) γεννήθηκε στην Γερμανία, στις 29 Δεκεμβρίου 1911, σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στην Φραγκφούρτη. Ο πατέρας του, Εμίλ Φουκς, ήταν ένας Λουθηρανός πάστορας με πίστη στο Θεό και αδαμάντινη ηθική. Ανάθρεψε τα παιδιά του με την πεποίθηση πως ο άνθρωπος οφείλει να πράττει πάντα αυτό που πιστεύει, σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες του. Σε αυτήν την πατρική διδασκαλία ο Κλάους θα παραμείνει πιστός σε όλη του την ζωή. Μόνο την πίστη του στον Θεό θα εγκαταλείψει αργότερα.

(PH)Ο J. Robert Oppenheimer στο Λος Αλάμος

Η Γερμανία μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μαστιζόταν από κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα. Ο ίδιος ο λαός της οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια σε οικονομική εξαθλίωση, η ανεργία διαρκώς αυξανόταν, οι θέσεις εργασίας λγόστευαν, οι φάμπρικες και οι μεγάλοι οργανισμοί έπαυαν τις εργασίες τους, το φάσμα της πείνας απλωνόταν σε όλες τις ασθενείς κοινωνικές τάξεις, ακόμη και στους αγροτικούς πληθυσμούς. Στα προβλήματα που η κυβέρνηση της Βαϊμάρης έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει προστέθηκαν οι απεργιακές κινητοποιήσεις και οι πολιτικές ταραχές. Μα πάνω απ’ όλα, η ταπεινωμένη ψυχολογία ενός δραστήριου και υπερήφανου λαού, που ταλανιζόταν μεταξύ των μνημών του ένδοξου παρελθόντος και των αυτοκρατορικών ιδεών από την μια, και την απρόθυμη συμμετοχή του σε μια Δημοκρατία που την θεωρούσε σχεδόν προδοτική για το έθνος από την άλλη, αποτέλεσε τον σπινθήρα κάθε αντίδρασης. Στα σχολεία, διδάσκαλοι, καθηγητές και μαθητές υποκρίνονταν μια νομιμότητα εντελώς επιφανειακή. Οι τελευταίοι άλλαζαν τα διακριτικά με τα χρώματα της Βαϊμάρης, που τα έφεραν σε όλη την διαδρομή προς το εκπαιδευτήριο, και τα αντικαθιστούσαν με τα αυτοκρατορικά. Η νοσταλγία του Κάϊζερ και του παρελθόντος ήταν ζωντανή περισσότερο από ποτέ. Κάποια στιγμή ο μαθητής Φουκς τόλμησε να μην αλλάξει το δημοκρατικό σήμα του, σε πείσμα του περιβάλλοντός του, οπότε οι συμμαθητές του τον ξυλοφόρτωσαν άγρια. Αυτό, αντί να τον λυγίσει και να τον “σωφρονίσει”, τον θωράκισε με πίστη και πάθος για τα ιδανικά του. Συνέχισε να συμπαθεί την σοσιαλιστική Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αποτελώντας σωστή παραφωνία στον μαθητόκοσμο της περιοχής του.

Γρήγορα η κατάσταση έγινε πολύ δύσκολη για την οικογένειά του, όπως άλλωστε και για τις περισσότερες γερμανικές οικογένειες. Οι αναταραχές και οι βιαιότητες καθημερινά άπλωναν σε όλη την χώρα μια σκιά τρόμου και απόγνωσης. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1919 ο Υπουργός Άμυνας Νόσκε (Gustaw Noske), επικεφαλής μεραρχίας εθελοντών, επενέβη στην Βρέμη ανατρέποντας την εξουσία των Συμβουλίων. Στην περιοχή του Ρουρ, οι Κομμουνιστές, οι αναξάρτητοι Σοσιαλιστές και οι Σπαρτακιστές συνέχιζαν την αναταραχή, οδηγώντας 180.000 εργάτες σε απεργία. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατεύματα για την καταστολή της. Στις 21 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς, ο Βαυβαρός αξιωματικός Άντον Γκραφ Άρκο - Βάλεϋ πυροβολεί τον Πρωθυπουργό Κουρτ Άισνερ καθώς πήγαινε στη Βουλή. Όταν αργότερα ο αναπληρωτής Πρωθυπουργός Έριχ Άουερ γνωστοποίησε στη Συνέλευση την απόπειρα δολοφονίας δέχτηκε και ο ίδιος πυροβολισμούς από τον κρεοπώλη Αλόις Λίντερ, που βρισκόταν στον χώρο των θεατών. Στις 3 Μαρτίου η γενική απεργία που ξέσπασε σε όλη την γερνμανική επικράτεια βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Ο Νόσκε ενθάρρυνε τότε τα κυβερνητικά στρατεύματα να καταπνίξουν την εξέγερση ανοίγοντας πυρ. Στις 9 Μαρτίου ο ίδιος διέταξε ότι κάθε άτομο που θα συλλαμβανόταν με όπλο στο χέρι κατά των κυβερνητικών στρατευμάτων θα πυροβολείτο επί τόπου!

(PH)Θύμα της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι.

Την στιγμή που συνέβαιναν αυτά, ο μικρός Κλάους ήταν μόλις 7 ετών και μερικών μηνών. Άκουγε τον πατέρα του να σχολιάζει πικρά τον χαμό της πατρίδας και των ιδανικών, τον παρατηρούσε να στρέφεται προς τον Θεό για ν’ αντλήσει δυνάμεις, αλλά αμέσως μετά διαισθανόταν την απογοήτευση που τον κατακυρίευε, ιδιαίτερα όταν τα επόμενα χρόνια οι Ναζί οδήγησαν ολέθρια την χώρα σ’ έναν πρωτοφανή κατακερματισμό και μιαν απίστευτη εξαθλίωση σε κάθε τομέα της αστικής και κοινωνικής ζωής. Η βία, η πείνα, η τρομοκρατία και οι συνωμοσίες ήταν πια φαινόμενα καθημερινά. Κανένας δεν ήταν ασφαλής ποτέ και πουθενά. Ο πατέρας του Κλάους έβρισκε τότε στήριγμα στην αγάπη του και στην αφοσίωση προς τον Θεό. Την πίστη του αυτή όμως δεν την ενστερνίστηκαν και τα παιδιά του, που ολοένα απομακρύνονταν από την χριστιανικής πίστης.


Ο Εμίλ Φουκς γράφτηκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ενώ η Γερμανία συνέχιζε να μαστίζεται από τις ταραχές που δημιουργούσαν καθημερινά οι Ναζί, έχοντας δώσει πολιτικό άσυλο σ’ ένα σωρό περιθωριακούς, πρώην τρόφιμους φυλακών, ναρκομανείς, παιδεραστές, αμφίφιλους και φανατικούς του παρελθόντος. Το κραχ της Ν. Υόρκης συμπαρέσυρε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο σε πρωτοφανή οικονομική κρίση. Η μεταπολεμική Γερμανία, καταχρεωμένη και με βιομηχανία σχεδόν εκμηδενισμένη, με κόπο είχε καταφέρει σταδιακά να εισέλθει σε μια ρότα οικονομικής ανάπτυξης. Ο κλονισμός από το κραχ επέφερε νέα αδιέξοδα. Η ανεργία έλαβε πλέον τεράστιες διαστάσεις. Όταν το 1927 ο Φουκς έφυγε για το πανεπιστήμιο της Λειψίας, αηδιασμένος από την νοσηρή ατμόσφαιρα στην οποία ζούσαν οι συμφοιτητές του, ακολούθησε το παράδειγμα του πατέρα του και εντάχθηκε στους Σοσιαλδημοκράτες. Προς το παρόν αρνιόταν να ενστερνιστεί την μαρξιστική ιδεολογία. Το πρώτο του βήμα προς τον κομμουνισμό το αποτόλμησε με την εγγραφή του στην Reichsbanner, μια στρατιωτική οργάνωση με προορισμό να υπερασπίσει την δημοκρατία σε περίπτωση βίας. Συνεχίζοντας τις λαμπρές του σπουδές στην Φυσική και τα Μαθηματικά στο πανεπιστήμιο του Κιέλου, έγινε πρόεδρος σε μια φοιτητική πολιτική οργάνωση, τα μέλη της οποίας ήταν σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Ένθερμος πολέμιος των Nαζί, αρνήθηκε ωστόσο ν’ ακολουθήσει το 1932 την άποψη, που ήθελε τους Σοσιαλδημοκράτες να συνασπιστούν με την παραδοσιακή Δεξιά, ώστε ν’ αποτραπεί μια τυχόν εκλογική επιτυχία του Χίτλερ, και προσέγγισε τους Κομμουνιστές. Άθεος, πειθαρχημένος στις αρχές του κόμματός του, μαχητικός και ανένδοτος, άσπονδος εχθρός του Nαζισμού και των φρικαλεοτήτων στις οποίες είχαν παρασύρει την χώρα, σύντομα έγινε στόχος του χιτλερικού καθεστώτος και των Ταγμάτων Εφόδου (Sturm Abteilung –SA).

(PH)Αεροφωτογραφία του Los Alamos (1995)

Σε μια δημόσια εκδήλωση των SA, στο Κίελο, ο Φουκς και κάποιοι ομοϊδεάτες του ενεπλάκησαν σε φασαρία με του φαιοχίτωνες. Οι Nαζί τον έδειραν άγρια. Τότε συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν πραγματικά να υποφέρει κανείς για τις ιδέες του. Για μια ακόμη φορά η πίστη στα ιδανικά του δεν κάμφθηκε. Αλλά μια πικρή διαπίστωση δηλητηρίασε την νεανική ψυχή του: ότι κανένας ακαδημαϊκός, κανένας άνθρωπος του πνεύματος και της κουλτούρας, κανένας πανεπιστημιακός δεν βρισκόταν για να υπερασπιστεί την ελευθερία και την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την τιμή όσων βασανίζονταν, όσων διώκονταν ή απλά απειλούνταν για πολιτικούς ή φυλετικούς λόγους.


Ο μεγαλύτερος αδερφός του, Γκέρχαρτ, γνωστός από χρόνια κομμουνιστής, καταδιώχθηκε και κατέφυγε στην Ελβετία. Η αδερφή τους, Κρίστελ, κατέληξε στις ΗΠΑ, όπου παντρεύτηκε. Αλλά η άλλη τους αδερφή, Ελισάβετ, δεν στάθηκε τυχερή: την φυλάκισαν με τον άντρα της, Καρλ Κοτόβσκι, ο οποίος τελικά φυγαδεύτηκε στην Τσεχοσλοβακία. Η μητέρα τους, μετά από φοβερά ναζιστικά βασανιστήρια, αυτοκτόνησε. Η Ελισάβετ, με κλονισμένη σοβαρά την πνευματική της υγεία, όταν οι Γερμανοί μπαίνουν στην Πράγα πέφτει στις γραμμές του μετρό στο Βερολίνο. Ο θάνατός της υπήρξε η χαριστική βολή για τους εναπομείναντες στη ζωή Φουκς, που έβλεπαν την οικογένειά τους κυριολεκτικά ν’ αφανίζεται. Μα και για τον ίδιο τον Κλάους κανείς και τίποτα δεν μπορούσαν να εγγυηθούν την ασφάλειά του.

(PH)Αμέσως μετά την ρίψη της βόμβας στην Χιροσίμα, ο συνταγματάρχης Paul W. Tibbets φωτογραφίζεται μπροστά από το αεροπλάνο του, που έφερε το όνομα της μητέρας του: Enola Gay.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1933, έχοντας κρυμμένο πίσω από το πέτο του σακακιού του το σφυροδρέπανο, μπήκε στο τρένο που θα τον έφερνε στο Βερολίνο. Επρόκειτο να παραβρεθεί σε κάποιο συνέδριο κομμουνιστών φοιτητών, που θα λάμβανε χώρα με χίλιους δυο κινδύνους. Η Γκεστάπο αλώνιζε παντού. Το να συμμετείχε κανείς σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις ήταν καθαρή τρέλα. Από τον πρώτο κιόλας μήνα του Χίτλερ στην εξουσία η χώρα είχε κηρυχθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Την ημέρα της αναχώρησής του για Βερολίνο ο Κλάους δεν ήξερε ότι η Γκεστάπο πήγε να τον συλλάβει στο σπίτι του στο Κίελο. Είχε προλάβει να επιβιβαστεί στο τρένο, όπου διαβάζοντας εφημερίδες πείσθηκε πια για την έναρξη του παράνομου αγώνα. Ενστικτωδώς έβγαλε από το πέτο το κομμουνιστικό διακριτικό του σφυροδρέπανου.


ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΔΑΣ
Οι επόμενοι πέντε μήνες κύλησαν με τον Φουκς στο Βερολίνο να κρύβεται. Δεκάδες χιλιάδες ήταν οι πολίτες που εκτελούνταν ή συλλαμβάνονταν για να κλειστούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ως “επικίνδυνοι για την ασφάλεια του κράτους”. Πολλοί αντιφρονούντες, αναμεσά τους και λαμπροί επιστήμονες, άνθρωποι της τέχνης και της διανόησης, κατηγορούνταν για έσχατη προδοσία και αναγκάζονταν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορούσε ακόμη ν’ αντιδρά με κινητοποιήσεις και απεργίες, αλλά δεν ήταν σε θέση να προστατεύσει τα μέλη του από την αγριότητα των Ναζί. Στις 28 Φεβρουαρίου 1933 ο συγγραφέας Χάινριχ Μαν (Heinrich Mann), αδερφός του Τόμας Mαν (Thomas Mann) και πρόεδρος του τομέα ποιητικής τέχνης της Ακαδημίας Τεχνών της Πρωσίας, δεν ανέχθηκε τα μέτρα που ελήφθησαν εναντίον του λεγόμενου καλέσματος για την δημιουργία ενός “ενιαίου κομμουνιστικού – σοσιαλδημοκρατικού μετώπου κατά της βαρβαρότητας” και προτίμησε να παραιτηθεί. Ο ποιητής Μπέρτολτ Μπρεχτ (Βertold Brecht), ανήσυχος για τα έκτακτα περιοριστικά μέτρα που ακολούθησαν τον εμπρησμό της Reichstaag, εκτίμησε πως οι συνθήκες για την ελεύθερη δημιουργία και τις πνευματικές αναζητήσεις στην χώρα εξαφανίστηκαν και προτίμησε να αυτεξοριστεί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα συμβούλευσε τον νεαρό Φουκς να εγκαταλείψει την χώρα και να περατώσει τις σπουδές του στο εξωτερικό, ώστε κάποτε ν’ αποβεί χρήσιμος για την πατρίδα του, σε μια Γερμανία απαλλαγμένη από την καταστρεπτική παρουσία του Χίτλερ. Πρότεινε επίσης στον Φουκς να παρευρεθεί τον Αύγουστο στην μεγάλη συγκέντρωση του ενωμένου μετώπου στο Παρίσι, που οργάνωνε ο Ανρύ Μπαρμπύς.

Έτσι, τον Ιούλιο του 1933 ο Φουκς πέρασε παράνομα τα γαλλικά σύνορα κι έφτασε στο Παρίσι, κυριολεκτικά απένταρος, χωρίς κανένα χαρτί που να πιστοποιεί την ταυτότητά του και χωρίς δυνατότητα να συνεννοηθεί σε καμιά άλλη γλώσσα εκτός των γερμανικών. Ήταν μόλις 21 ετών. Μια Γερμανίδα φοιτήτρια ονόματι Γκρέτα, που τον μάζεψε από τους δρόμους, δεν κατάφερε να τον παρασύρει μαζί της στην Μόσχα. Ήταν ένθερμη κομμουνίστρια, πραγματικά μαχητική, αλλά, παρά το ότι κατέκτησε την καρδιά του, ο Κλάους προτίμησε την δύση. Εκεί θα μπορούσε να μελετήσει καλύτερα τα θέματα της ειδικότητάς του. Το ειδύλλιο κράτησε μόλις ένα καλοκαίρι. Κατόπιν οι δρόμοι τους χώρισαν.

(PH)Ό,τι απέμεινε από την πόλη της Χιροσίμα.

Σε κατάσταση πάλι απελπισίας, ο Κλάους έγραψε στην Γερμανίδα αρραβωνιαστικιά ενός εξαδέλφου του που ζούσε στο Σόμερσετ της Αγγλίας. Γνωρίζοντας τις περιπέτειές του και συγκινημένη από την τραγική κατάσταση που επικρατούσε στην Γερμανία, η οικογένεια τον δέχθηκε στην Αγγλία. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1933 ο Φουκς αποβιβαζόταν σε αγγλικό έδαφος, βρισκόμενος σε άθλια κατάσταση, εξουθενωμένος και παραμορφωμένος από τις ταλαιπωρίες και την ασιτία. Όλες του οι αποσκευές δεν ήταν παρά ένας σάκος παραγεμισμένος με άπλυτα και κάποια προσωπικά αντικείμενα ευτελούς αξίας. Στο Γραφείο Μετανάστευσης ασφαλώς δεν τόλμησε ν’ αποκαλύψει τις αριστερές πολιτικές του πεποιθήσεις. Οι επόμενοι μήνες πέρασαν ήσυχα, με τον Φουκς να προσπαθεί να μάθει την αγγλική γλώσσα, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του.

Το 1934 εισήλθε στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ κερδίζοντας μια υποτροφία. Ειδικεύτηκε στην πυρηνική φυσική. Το 1937 ως δόκτωρ Μαθηματικών έφυγε στο Εδιμβούργο για να παρακολουθήσει τις παραδόσεις του καθηγητή Μπορν (Max Born), ενός ειδικού στην επιστήμη του ατόμου. Το 1939 έλαβε το δίπλωμα του δόκτορα των επιστημών της Θεωρητικής Φυσικής. Όλοι πια τον ήξεραν ως έναν συμπαθέστατο αλλά λιγομίλητο και σοβαρό επιστήμονα. Η Επιτροπή Βοηθημάτων της Αγγλικής Ακαδημίας και η Εταιρία για την Προστασία της Επιστήμης και των Σπουδών τον βοήθησαν οικονομικά πολλές φορές. Κατάφερε έτσι να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα στα περίχωρα του Μπρίστολ, στο Ρέντλαντ, και αφοσιώθηκε στην συγγραφή εργασιών, τις οποίες έστελνε σε επιστημονικά περιοδικά για δημοσίευση. Παραμονές του πολέμου, ο Φουκς παρουσίασε μια αξιόλογη εργασία με τίτλο: ‘Προβλήματα συμπύκνωσης της δυναμικής των κβάντα και η πυρηνική σταθερότητα’.

Το ήπιο πολιτικό κλίμα της Αγγλίας εξασφάλισε στον νεαρό επιστήμονα τις προϋποθέσεις για ν’ αφοσιωθεί στο έργο του και την ασφάλεια που του έλλειπε στην πατρίδα. Αλλά τα τραύματα από τις διώξεις δεν είχαν ξεπεραστεί. Παρέμενε ένας φιλόσοφος μαρξιστής, ένας ιδεολόγος αντιδραστικός, και έχοντας απολέσει την πίστη στα χριστιανικά ιδεώδη προσκολλήθηκε εντονότερα στις κομμουνιστικές αξίες. Ήταν πια ένας ώριμος προβληματισμένος αστός, που επιθυμούσε να χαράξει την πορεία της ζωής του σύμφωνα με τις φιλελεύθερες αριστερές ιδέες περί ειρήνης, ισονομίας, ελευθερίας της σκέψης και εξασφάλισης της εργασίας για κάθε άνθρωπο. Η πίστη του πως στον σοβιετικό κόσμο το άτομο αδικείται λιγότερο μέρα με την μέρα γιγαντωνόταν.

(PH) Ναγκασάκι, 1945: πριν και μετά την έκρηξη της ατομικής βόμβας.

Δεν μίσησε όμως την Δύση. Αντίθετα, έδειξε ν’ απολαμβάνει την προστασία που του παρείχε. Αντελήφθη πως ο δρόμος για μια κοινωνία δικαιοσύνης και ανθρωπιάς ήταν δύσκολος και ότι, τουλάχιστον στην Αγγλία, η δημοκρατία και ο σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων ήταν αξίες καλά εδραιωμένες στη συνείδηση του λαού και των κυβερνώντων. Τον Ιούλιο του 1939, σε ηλικία 27 ετών, ζήτησε από την κυβέρνηση την αγγλική υπηκοότητα, δυο περίπου μήνες πριν την είσοδο της χώρας στον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Στις 2 Νοεμβρίου 1939 παρουσιάστηκε στο δικαστήριο των αλλοδαπών προκειμένου να εξεταστεί το αίτημά του, έχοντας μαζί του τις καλύτερες συστάσεις από τον δάσκαλό του Μαξ Μπορν. Το δικαστήριο τον εξαίρεσε από τους περιορισμούς που προβλέπονταν για τους ξένους προέλευσης από χώρα με την οποία η Αγγλία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση ή τους συμμάχους της. Αλλά ένα έγγραφο του 1934 (μια αναφορά του προξένου της Γερμανίας στο Μπρίστολ, που γνωστοποιούσε στον αστυνομικό διευθυντή της πόλης ότι ο Φουκς ήταν “επικίνδυνος κομμουνιστής”) του στέρησε την υπηκοότητα, παρά το γεγονός ότι έξι ολόκληρα χρόνια ο ίδιος δεν είχε εμφανιστεί σε καμιά κομμουνιστική εκδήλωση ή διαμαρτυρία, δεν εκμυστηρεύτηκε σε κανέναν τα πολιτικά του πιστεύω και δεν γράφτηκε στο αγγλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Βέβαια, το να είσαι κομμουνιστής στην Βρετανία δεν αποτελούσε παρανομία, αλλά αυτό δεν σήμαινε απαραίτητα ότι η κοινωνία και το οργανωμένο κράτος έβλεπαν τους αριστεριστές με καλό μάτι. Ο συντηρητισμός και η αριστεροφοβία διατηρούσαν ακόμη βαθιά ριζώματα στον κύριο κορμό ενός λαού, που υπερηφανευόταν για την Βασίλισσά του και τα αποικιοκρατικά μεγαλεία του παρελθόντος.


ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ
Τον Μάιο του 1940, όταν η Αγγλία αποφάσισε ν’ απομακρύνει όλους τους Γερμανούς πρόσφυγγες από τα εδάφη της, ο Φουκς περιορίστηκε στη νήσο Μαν. Αργότερα μεταφέρθηκε στον Καναδά, στο στρατόπεδο Σέρμπρουκ, κοντά στο Κεμπέκ. Εκεί δοκίμασε μια ακόμη δυσάρεστη εμπειρία: οι Καναδοί έβριζαν και χλεύαζαν όλους ανεξαιρέτως τους Γερμανούς πρόσφυγες, ακόμη κι αυτούς που είχαν αποδεδειγμένα πολεμήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον Ναζισμό. Αυτή την αντιμετώπιση, καθώς επίσης την εξευτελιστική παραμονή στο Σέρμπρουκ με στολή αιχμαλώτου, φέροντας ένα τεράστιο νούμερο στην πλάτη, ποτέ δεν μπόρεσε να τις δικαιολογίσει και να τις λησμονήσει ο ταλαιπωρημένος ιδεολόγος επιστήμονας. Πολλοί υποστήριξαν αργότερα ότι από τότε χρονολογείται η μνησικακία του για τις δυτικές δημοκρατίες.

Αυτή την περίοδο μόνο έναν φίλο καταφέρνει ν’ αποκτήσει, κάποιον Χανς Κάλε, Γερμανό κομμουνιστή, παλαίμαχο του ισπανικού εμφυλίου, που αργότερα έμεινε για κάποιο διάστημα στην Σοβιετική Ένωση και που εικάζεται ότι “δούλεψε” για τους Σοβιετικούς. Προφανώς, στις προσωπικές τους συζητήσεις ο άνθρωπος αυτός κατάφερε να εδραιώσει βαθύτερα την κομμουνιστική ιδέα στον Φουκς. Αλλά ο νεαρός επιστήμονας επέμενε να μην εκδηλώνεται, να μην φανερώνει τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ώστε τίποτα και κανείς να μη μπορέσει αργότερα να στραφεί εναντίον του.

Τον Ιανουάριο του 1941, μετά από πιέσεις των Άγγλων φίλων του, επετράπη στον Φουκς να επιστρέψει στην Αγγλία. Η Ευρώπη φαινόταν τώρα αγνώριστη: η Γαλλία βρισκόταν κάτω από τη ναζιστική κατοχή και το Λονδίνο σπάραζε από τους ανελέητους βομβαρδισμούς της Luftwaffe. Ο Φουκς δέχθηκε την πρόσκληση ενός παλιού φίλου, του καθηγητή Πάιερλς (Rudolf Peierls), που ομοίως ήταν Γερμανός πρόσφυγας και διηύθυνε κάποιο πρόγραμμα πυρηνικών ερευνών στο Μπέρμπινγχαμ. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ξεκίνησε η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, που οδήγησε την Σοβιετική Ένωση σε σκληρή δοκιμασία, με αποτέλεσμα η επιστημονική έρευνα των Ρώσων να επιβραδυνθεί σε βαθμό τραγικό την στιγμή που οι δυτικοί σύμμαχοί τους επιτάχυναν τις εργασίες τους. Ο μεγάλος αριθμός λαμπρών επιστημόνων που δημιούργησε η Γερμανία θα υποκινήσει, αμέσως μετά την λήξη του πολέμου, έναν λυσσαλέο ανταγωνισμό μεταξύ Ρώσων και Αμερικανών για την απόκτηση των καλύτερων από αυτούς. Στο πρόσωπό τους, η ηττημένη χώρα θα πάρει εκδίκηση. Προς το παρόν o Φουκς θλιβόταν από την παρατήρηση ότι οι Δυτικοί άφηναν σκόπιμα Σοβιετικούς και Γερμανούς να μάχονται μέχρις εσχάτων. Αμέσως αντελήφθη το πραγματικό νόημα των ερευνών στο Μπέρμπινγχαμ: το ατομικό όπλο.


Η ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ
Τότε αποφάσισε να πληροφορήσει την Σοβιετική πλευρά σχετικά με τις έρευνες και άρχισε μια διπλή ζωή: αυτή του επιστήμονα - κατασκόπου. Διάλεξε ανάμεσα στους πολυάριθμους Γερμανούς πρόσφυγες κομμουνιστές του Λονδίνου αυτόν, που κατά την γνώμη του θα μπορούσε να τον φέρει σ’ επαφή με την άλλη πλευρά. Πράγματι, κανονίστηκε το πρώτο ραντεβού σε κάποιο ξενοδοχείο του Χάιντ Παρκ, κοντά στην Σοβιετική Πρεσβεία. Εκεί συναντήθηκε πρώτη φορά με τον ‘Αλέξανδρο’, ένα Ρώσο που μιλούσε τέλεια αγγλικά, και μέχρι τον Δεκέμβριο του 1942, οπότε ο Αλέξανδρος ‘εξαφανίστηκε’, του παρέδιδε πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία διάχυσης αερίων κατά τον διαχωρισμό ισοτόπων του ουρανίου. Ο ίδιος ο Φουκς δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για τον Σιμόν Νταβίντοβιτς Κρέμερ, τον γραμματέα του Ρώσου στρατιωτικού ακολούθου στο Λονδίνο. Αργότερα έδωσε στους Σοβιετικούς όλες τις πληροφορίες που απέκτησε διαβάζοντας προσεκτικά τις μελέτες των συναδέλφων του. Στο μεταξύ είχε πάρει την Αγγλική υπηκοότητα, στις 7 Aυγούστου 1942, δίνοντας όρκο πίστης και αφοσίωσης στην Αυτού Μεγαλειότητα Βασιλέα Γεώργιο ΣΤ΄ και τους διαδόχους και κληρονόμους του, σύμφωνα με τον νόμο.

Ξαναγυρνώντας στο Μπέρμπινγχαμ ο Φουκς εγκαταστάθηκε στο σπίτι των Πάιερλς. Σχεδόν για τρία ολόκληρα χρόνια θα αποτελούσε σωστό μέλος της οικογένειας. Η κυρία Πάιερλς θα τον περιποιείται με υπομονή, θα τον συμβουλεύει στα ψώνια και θα επιμελείται της μπουγάδας του, θα του ράβει τα κουμπιά και θα φροντίζει τα εσώρουχά του σαν στοργική αδελφή. Αυτός, ευγενικός αν και απόμακρος, αγαπούσε τα σκυλιά της οικογένειας, τα παιδιά, τον κήπο, και συμμετείχε σε όλες τις οικογενειακές εκδηλώσεις. Μονάχα τα βράδια, αποτραβηγμένος στο προσωπικό του δωμάτιο, εργαζόταν μέχρι αργά στα θέματα της επιστήμης του. Φαινόταν ν’ απολαμβάνει την ευτυχία και την οικογενειακή γαλήνη, που οι συγκυρίες δεν του επέτρεψαν να ζήσει νωρίτερα στην πατρίδα του.

Προς το τέλος της άνοιξης συναντήθηκε για δεύτερη φορά με τον ‘Αλέξανδρο’ στο Λονδίνο για να του παραδώσει αντίγραφα των εκθέσεων πάνω στις δικές του έρευνες και μελέτες. Οι Σοβιετικοί κατάλαβαν πλέον ότι ο απροσδόκητος αυτός συνεργάτης ήταν μια αυθεντία, ένα λαμπρό επιστημονικό μυαλό ανυπολόγιστης αξίας, που ποιος ξέρει ποιος καλός θεός τον έριξε στην “αυλή” τους! Από την άλλη μεριά, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες έβλεπαν με σκεπτικισμό τον νεαρό βοηθό του καθηγητή Πάιερλς, τόσο επειδή γνώριζαν το σημείωμα του 1934 από την Γκεστάπο του Κιέλου, όσο και επειδή τους προβλημάτιζε ο ιδιόμορφος χαρακτήρας του: ο Φουκς ήταν αποξενωμένος, περίεργος, και πάνω απ’ όλα Γερμανός! Αλλά κανείς δεν χάριζε την προσοχή του σε αβάσιμες υποψίες. Το επιτελείο και η κυβέρνηση ήταν απασχολημένοι στην παραγωγή αεροσκαφών και αρμάτων για τις ανάγκες του πολέμου. Σαφής ήταν άλλωστε και η διαταγή του Τσώρτσιλ: κάθε επιστήμονας που μπορούσε να βοηθήσει την Μεγάλη Βρετανία να κερδίσει τον πόλεμο έπρεπε να χρησιμοποιείται δίχως την παραμικρή αναβολή ή περιορισμό. Έτσι, τίποτα δεν φαινόταν ότι μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην δράση του Φουκς.

Δύο επιστήμονες ήταν επιφορτισμένοι με τον συντονισμό των πανεπιστημιακών εργασιών για την ατομική βόμβα και αναφέρονταν μόνο στον Πρωθυπουργό. Ο Φουκς κάθε μήνα είχε στα χέρια του τις αναφορές αυτών των δύο επιστημόνων, τις οποίες και παρέδιδε στους Σοβιετικούς. Οι τελευταίοι δεν έβρισκαν λόγια να ευχαριστήσουν τον καλό θεό για τον πράγματι φοβερό τούτο κατάσκοπο, που λειτουργούσε με αξιοθαύμαστη συνέπεια και επαγγελματισμό, δίχως το παραμικρό αντάλλαγμα.

Με την υποστήριξη των μελών της επιστημονικής ομάδας που εργαζόταν για την κατασκευή της ατομικής βόμβας και παρά την γενική πρακτική που ήθελε να μην πολιτογραφούνται ως Άγγλοι υπήκοοι άτομα προερχόμενα από εχθρική χώρα, την άνοιξη του 1942 ο Φουκς ζήτησε εκ νέου την υπηκοότητα. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, κάτω από την πίεση της αναγκαιότητας, κλήθηκε να δουλέψει σε εγκαταστάσεις και πειράματα άκρως απόρρητα. Η Σκότλαντ Γιαρντ μελετούσε τον φάκελό του για μια ακόμη φορά, όμως δεν πρόβαλε δυσκολίες. Ο κατάσκοπος δρούσε ανενόχλητος, συνάντησε τον ‘Αλέξανδρο’ άλλες τρεις φορές μέχρι το τέλος της χρονιάς, παραδίδοντάς του αντίγραφα δικών του εργασιών του στο Μπέρμπινγχαμ, αλλά και συναδέλφων του. Κάποια στιγμή του γνωστοποιήθηκε ότι μια γυναίκα επρόκειτο ν’ αντικαταστήσει τον ‘Αλέξανδρο’. Σε αυτήν πλέον θα παρέδιδε, όχι στο Μπέρμπινγχαμ αλλά εξήντα χιλιόμετρα μακριά, στο Μπάνμπερυ. Την συναντούσε σε μια δασώδη περιοχή για λίγα λεπτά, της παρέδιδε τα έγγραφα και αμέσως χώριζαν. Ο Φουκς δεν έμαθε ποτέ την ταυτότητά της. Μόνο η τελευταία τους συνάντηση έγινε στο Μπέρμπινγχαμ, σε ένα καφενείο στο σταθμό του Σνόου Χιλ, όπου έλαβε από αυτήν οδηγίες για το μέλλον.


Η ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ
Όταν τον Οκτώβριο του 1943 κλήθηκε να συμμετάσχει σε μια ομάδα Άγγλων επιστημόνων, που θα συνεργάζονταν με τους Αμερικάνους συναδέλφους τους στις ΗΠΑ, ο Φουκς ήταν ήδη σε επαφή με το εκεί σοβιετικό δίκτυο κατασκοπίας, που το διηύθυνε από την Οττάβα του Καναδά ο συνταγματάρχης Ζαμπότιν. Ο ενθουσιασμός του ήταν μεγάλος, γιατί επιτέλους θα εργαζόταν στο πρόγραμμα για την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Η αποστολή γρήγορα αντελήφθη πως οι Αμερικάνοι επιστήμονες βρίσκονταν πολύ κοντά. Οι θεωρητικοί του πανεπιστημίου Κολούμπια δεν υστερούσαν σε σχέση με τους “πρακτικούς” της Κέλλεξ Κορπορέισον, που εργάζονταν πάνω σε μια φόρμουλα εγκατάστασης διάχυσης αερίων σε ευρύτατη κλίμακα.

Το πλοίο Andes, που έφερνε τους επιστήμονες στη Βιρτζίνια, στις 3 Δεκεμβρίου 1943 εισήλθε στο λιμάνι του Νόρφολκ. Ο Φουκς είχε μια πρωτοφανή ευδιαθεσία σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού και όλοι παραξενεύτηκαν από την ασυνήθιστη αυτή πλευρά του χαρακτήρα του. Ο μελαγχολικός και απόμακρος επιστήμονας, ο ερμητικά κλεισμένος στον εαυτό του και στις μελέτες, άφησε τον εαυτό του ελεύθερο ν’ αστειευτεί και να καταναλώσει αρκετό αλκοόλ προς έκπληξη όλων. Τελικά, μετά από αρκετές ώρες περιορισμού στο καράβι, τους επετράπη ν’ αποβιβαστούν. Στο βάθος της βαλίτσας του κρυβόταν μια μπάλα του τένις αγορασμένη στο Λονδίνο, την οποία θα κρατούσε στο χέρι σαν σημείο αναγνώρισης κατά το πρώτο του ραντεβού με τον πράκτορα “Ραιημόν”. Αργότερα, στην Ουάσιγκτον, ένας ανώτερος υπάλληλος του κράτους τους παρουσίασε το έγγραφο περί μυστικότητας που έπρεπε να υπογράψουν όλοι οι επιστήμονες του προγράμματος Μανχάτταν. Μέσα σε αυτούς ήταν ασφαλώς και ο Φουκς. Κατόπιν εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, σ’ ένα διαμέρισμα της 77ης Οδού.

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1944 οι επιστήμονες της Αγγλίας και της Αμερικής αρκούνταν σε θεωρητικές συζητήσεις. Ο Φουκς βρήκε την ευκαιρία να ζήσει για λίγο με την αδερφή του Κρίστελ στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, με την οποία δεν είχε έρθει σε επαφή από την εποχή που η ίδια εγκατέλειψε την Γερμανία. Αργότερα εγκαταστάθηκε στα γραφεία του Βρετανικού Κέντρου της Γουόλ Στρητ, συγκεντρώνοντας πληροφορίες σχετικά με τις επιστημονικές επιτεύξεις των Δυτικών σχετικά με το ‘υπερόπλο’. Το Κρεμλίνο δεν άργησε να στείλει στη Νέα Υόρκη τον καλύτερο πράκτορά του, Γιάκοβλεφ (Anatoli Jakowlev), που αφού πέρασε από τον Καναδά είχε εδώ και τρεις μήνες αναλάβει την διεύθυνση του δικτύου κατασκοπίας των Σοβιετικών στις ΗΠΑ. O σύνδεσμός τους δεν ήταν άλλος από τον Γκολντ (Harry Gold), που είχε συστηθεί στον Γερμανό ατομικό επιστήμονα ως ‘Ραιημόν’. Οι συναντήσεις τους πραγματοποιούνταν σε πολυσύχναστα σημεία, ώστε να μην προκαλούν την προσοχή των υπηρεσιών αντικατασκοπίας. Ο ίδιος ο Γιάκοβλεφ παρακολουθούσε από απόσταση τις ‘δοσοληψίες’ του Φουκς με τον Γκολντ και αργά το βράδυ ενημέρωνε την Μόσχα.

(PH)Καταστραμμένος ναός στο Ναγκασάκι. Ο όλεθρος δεν έκανε διακρίσεις.

Τον Φεβρουάριο του 1944 ο Φουκς παρέδωσε στους Ρώσους το κλειδί όλων των μαθηματικών υπολογισμών σχετικά με την διάχυση αερίων - τομέας στον οποίο ο ίδιος θεωρείτο αυθεντία. Όταν το καλοκαίρι ο καθηγητής Πάιερλς πήρε εντολή να επιστρέψει στην Αγγλία, ο Φουκς ανέλαβε την διεύθυνση της ομάδας των Άγγλων επιστημόνων στις ΗΠΑ. Ήταν πλέον εντελώς απερίσπαστος στην περισυλλογή στοιχείων και στην μεθόδευση διοχέτευσής τους στην Σοβιετική Ένωση. Και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς πέρασε στους Σοβιετικούς λεπτομερή σχέδια σχετικά με την ατομική βόμβα και τις προβλέψεις των Αμερικανών για την συνολική πορεία του ατομικού πρόγραμματος. Έτσι, οι Ρώσοι επιστήμονες ενημερώθηκαν για την μέθοδο των Δυτικών σχετικά με τον διαχωρισμό των ισοτόπων του Ουρανίου.

Το φθινόπωρο ο Φουκς απομονώθηκε σε κατοικία επιτηρούμενη από τους Αμερικάνους. Είχε επιλεγεί, μεταξύ άλλων, από τον δόκτορα Οπενχάιμερ για να μεταβεί στο στρατόπεδο του Λος Αλάμος στο Νέο Μεξικό, όπου επρόκειτο να κατασκευαστεί η πρώτη ατομική βόμβα. Μέσα στο κλίμα της άκρας μυστικότητας και των μέτρων ασφαλείας που ελήφθησαν, ο Φουκς αποφάσισε να μην ειδοποιήσει τον σύνδεσμό του ‘Ραιημόν’ για την αναχώρησή του αυτή, σπέρνοντας πανικό στις τάξεις των σοβιετικών πρακτόρων. Οι Ρώσοι, χάνοντας επαφή μαζί του, κυριολεκτικά τρελάθηκαν. Κίνησαν γη και ουρανό, μα ήταν αδύνατο να τον εντοπίσουν. Τελικά τα κατάφεραν μέσω της αδερφής του, Κρίστελ, την οποία επισκέφτηκαν και της άφησαν ένα σημείωμα για τον δόκτορα. Τον Φεβρουάριο του 1945, όταν ο Κλάους επισκέφθηκε την Κρίστελ στα πλαίσια μιας δεκαήμερης άδειας, αυτή του παρέδωσε το σημείωμα. Ο Φουκς, με βελτιωμένη την υγεία από την παραμονή του στο ζεστό κλίμα του Μεξικού και με άριστη ψυχολογία από την κοινωνική ζωή στην Σάντα Φε, χωρίς ενθουσιασμό αποφάσισε να τηλεφωνήσει στον ‘Ραιημόν’ αποκαθιστώντας έτσι την επικοινωνία του με τους πράκτορες του Κρεμλίνου. Το ραντεβού ορίστηκε για τις 2 Ιουνίου 1945, ημέρα Σάββατο, στη γέφυρα της Καστίλλης στην Σάντα Φε. Ο Γκολντ μάλιστα έχει αγοράσει έναν χάρτη της πόλης για να διευκολύνεται. Αυτός ο ίδιος χάρτης αποκάλυψε στους πράκτορες του FBI τον ρόλο του Γκολντ ως κατασκόπου. Γιατί όταν τον Μάιο του 1950, υποψιαζόμενοι πως ο Γκολντ ήταν ο σύνδεσμος του Φουκς, τον ρώτησαν αν είχε ποτέ πάει στην Σάντα Φε, αυτός αρνήθηκε. Ωστόσο ο χάρτης βρέθηκε στο σπίτι του, σημαδεμένος με έναν σταυρό στο σημείο του ραντεβού.

Προς το παρόν, οι πληροφορίες που ο Φουκς διοχέτευε στους Ρώσους αφορούσαν την κατασκευή της ατομικής βόμβας και την προετοιμασία της έκρηξης, που ήταν προγραμματισμένη για τον επόμενο μήνα στην έρημο του Αλαμογκόρνο. Σε μια τελευταία συνάντηση ο Φουκς παρέδωσε στον Γκολντ έναν φάκελο με τις διαστάσεις της βόμβας, τον τρόπο κατασκευής της και άλλες λεπτομέρεις αναφορικά με την έκρηξη, θέματα σχετικά με τις έρευνες για την βόμβα υδρογόνου κ.ά.

(PH)Η ταυτότητα ασφαλείας του Φουκς στο Λος Αλάμος με τον κωδικό Κ22 (του Οπενχάιμερ έφερε τον κωδικό Κ6).

Στις 16 Ιουνίου 1946 ο Φουκς επέστρεψε στην Αγγλία για ν’ αναλάβει μια σπουδαία θέση στο Κέντρο Ατομικών Ερευνεών του Χάργουελ (Harwell). Ο πόλεμος είχε πια τελειώσει και η Ευρώπη προσπαθούσε να μαζέψει τα συντρίμμια της. Ο Γερμανός επιστήμονας αισθανόταν ανακουφισμένος, πιστεύοντας πως δεν συνέτρεχε πια λόγος να συνεχίσει αυτή την διπλή και επικίνδυνη ζωή. Ήρθε σε επαφή με τους παλιούς συναδέλφους του και απόλαυσε επιτέλους λίγες διακοπές στην αγγλική ύπαιθρο, μετά από τόσων μηνών αδιάκοπη και κουραστική εργασία. Μέχρι τις αρχές του 1947 δεν είχε καμιά επαφή με Σοβιετικούς, αλλά κι αυτοί με την σειρά τους δεν τον ενόχλησαν. Πίστεψαν, άραγε, πως ο επιστήμονας δεν είχε κάτι περισσότερο να τους δώσει; Ή μήπως η εξάρθρωση του δικτύου της Οττάβας, μετά τις αποκαλύψεις του νεαρού διπλωμάτη Γκουζένκο, και η δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο συνταγματάρχης Ζομπότιν λειτούργησαν ανασταλτικά για την περαιτέρω δράση της σοβιετικής κατασκοπείας; Πρέπει ν’ αναφερθεί ότι ήδη από τον Ιούνιο του 1946 η Inteligence Service, σε συνεργασία με υπηρεσίες των βρετανικών στρατευμάτων που είχαν εγκατασταθεί στο Κίελο, ξεσκάλιζε τους φακέλους της τοπικής αστυνομίας. Οι Σοβιετικοί έκριναν πως ο κίνδυνος ν’ αποκαλυφθεί η φοιτητική κομμουνιστική δράση του δόκτορα ήταν μεγάλος. Ίσως γι’ αυτό αποφάσισαν την προσωρινή παύση της κατασκοπευτικής δραστηριότητας.


ΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ
Τον Φεβρουάριο του 1947, μετά από αρκετούς μήνες κατασκοπευτικής ‘άπνοιας’, ο Φουκς αποφάσισε εντελώς ξαφνικά να επανασυνδεθεί με το σοβιετικό δίκτυο κατασκοπίας στην Αγγλία. Ο μοναδικός τρόπος που ο ίδιος γνώριζε ήταν αυτός που ακολούθησε και το 1942: ήρθε σε επαφή με κάποιον Άγγλο κομμουνιστή, εντελώς αναπάντεχα, την στιγμή που οι Σοβιετικοί είχαν πλέον πιστέψει ότι το ‘κεφάλαιο’ Φουκς είχε κλείσει. Βέβαια, η μέθοδός του ήταν απαράδεκτη και φανέρωνε άνθρωπο αφελή, γιατί με το να έρθει σε επαφή με μέλος του κομμουνιστικού κόμματος έθετε τον εαυτό του και το “κύκλωμα” σε άμεσο κίνδυνο. Πάντως η επαφή με κάποιον πράκτορα της Μόσχας πέτυχε. Κατά την διάρκεια του ραντεβού, που έλαβε χώρα σε λονδρέζικο μπαρ (με τον Φουκς να κρατάει παραμάσχαλα την εφημερίδα Τρίμπιουν σαν σημάδι αναγνώρισης), ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ο Φουκς δέχθηκε χρήματα για τις υπηρεσίες του. Ίσως ένιωθε μια ψυχολογική ανάγκη για αυτοδέσμευση, πείθοντας ταυτόχρονα τους ολοένα απαιτητικότερους για πληροφορίες Ρώσους ότι παρέμενε ‘δικός’ τους.

Μέχρι το τέλος του 1948 παρέδωσε στον σύνδεσμο αρκετά μη σημαντικά μυστικά σχετικά με τις επιστημονικές εξελίξεις στον τομέα της ατομικής φυσικής. Τα ραντεβού πραγματοποιούνταν σε δύο καμπαρέ: στο “Πιτσιλωτό Άλογο”, στο Πούτνεϋ, ή στο “Κεφάλι του Αλόγου”, στο Γουντ Γκριν. Αλλά η μοναδική σημαντική διαρροή ήταν αυτή που ακολούθησε την επιστροφή του από την Αμερική, όπου παραβρέθηκε σε μια ενημερωτική σύσκεψη σχετικά με τα ατομικά μυστικά των Συμμάχων. Όταν πήγε ξανά στο Λος Αλάμος για να κατατοπιστεί γύρω από το σημείο των αμερικανικών ερευνών, δεν γνώριζε πως το FBI είχε ήδη σχηματίσει την πεποίθηση ότι κάποιος από το επιστημονικό προσωπικό ήταν προδότης. Οι πράκτορες της αντικατασκοπίας δούλευαν στο παρασκήνιο και ο κύκλος γύρω από τον Φουκς άρχιζε αχνά να διαγράφεται.

Η περίπτωσή του αποτελούσε το σημαντικότερο ίσως ‘χαρτί’ για την σοβιετική κατασκοπία, ώστε οι Ρώσοι έδειχναν απρόθυμοι να το εγκαταλείψουν. Τον πίεζαν συνεχώς για σημαντικές πληροφορίες, αντίστοιχες μ’ εκείνες που τους παρέδιδε την εποχή του Λος Αλάμος. Ο ίδιος ταλαντευόταν μεταξύ της ασφαλούς και φιλήσυχης επιστημονικής ζωής και της παρακινδυνευμένης δράσης του κατασκόπου. Μάλλον οι Σοβιετικοί δεν είχαν ακόμη κατανοήσει την εσωτερική πάλη που ταλάνιζε τον Γερμανό επιστήμονα. Ούτε και η αμετακίνητη άρνησή του το 1947, να μεταβεί στο Παρίσι για να συναντήσει πιο ‘ειδικούς’ πράκτορες και να τους μεταδώσει πληροφορίες, δεν στάθηκε ικανή να τους αφυπνίσει. Σκεπτόμενοι πως η επανασύνδεση με το δίκτυό τους έγινε με δική του πρωτοβουλία, επιστρέφοντας στην Αγγλία και μετά την τοποθέτησή του στο Κέντρο Ατομικών Ερευνών του Χάργουελ, ήταν αδύνατο να μπουν στην λογική και την ψυχοσύνθεση του κουρασμένου (και ίσως απογοητευμένου από την πολιτική του Στάλιν) κατασκόπου.

Τον Αύγουστο του 1948 έγινε μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Φουκς, κατά την επιστροφή του από το Γουέμπλεϋ, όπου έλαβε μέρος σε μια σύσκεψη μηχανικών της General Electric Company. Ο συνάδελφός του, Ντιούκ, τότε προσφέρθηκε να τον μεταφέρει στο Χάργουελ με το αυτοκίνητό του. Ο Φουκς δέχθηκε με ευχαρίστηση. Άφησαν το Γουέμπλεϋ στις 5.00 το απόγευμα και στην Oxford Road το παρμπρίζ κομματιάστηκε με θόρυβο. Ο οδηγός φρέναρε πανικόβλητος και ο Φουκς χώθηκε κάτω από το ταμπλώ, όπου έμεινε αρνούμενος να εξέλθει από το αυτοκίνητο δίχως την παρουσία της αστυνομίας. Ήταν ασφαλώς τρομοκρατημένος, μα ο τροχονόμος που κατέφθασε στο σημείο τον καθησύχασε. Κατέγραψε το περιστατικό και παρατηρώντας τα σπασμένα γυαλιά εξέφρασε την άποψη πως μάλλον επρόκειτο για σφαίρα μεγάλου όπλου. Έρευνα ωστόσο δεν διενεργήθηκε και το όλο θέμα αφέθηκε να ξεχαστεί. Τυχαίο συμβάν, απροσεξία ή καλοστημένη απόπειρα;

Όπως και νά ’χει, δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε αν η απόπειρα κατά της ζωής του τον επηρέασε στην μελλοντική του απόφαση να εγκαταλείψει πλέον οριστικά την διπλή ζωή και ν’ αφοσιωθεί στην επιστημονική έρευνα. Είναι γεγονός ότι εκείνη την περίοδο ο Φουκς νοσταλγούσε μια ζωή ξένοιαστη, μακριά από κατασκοπικά κυκλώματα και προδοσίες. Γιατί να μην απολαμβάνει και ο ίδιος την ηρεμία που τόσο χαίρονται οι συνάδελφοί του και να κοιμάται νηφάλιος τα βράδια; Μέσα του όλα αυτά τα χρόνια μαινόταν ένας ψυχολογικός πόλεμος. Μπορεί να πρόδιδε επειδή ήταν ιδεολόγος, αλλά οπωσδήποτε οι τύψεις ήταν βασανιστικές -ιδίως από την στιγμή που η πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης έδειξε πλέον καθαρά τις ιμπεριαλιστικές της διαθέσεις, οι οποίες δεν διέφεραν σε τίποτα από αυτές του Δυτικού κόσμου: αγώνας για την κατάκτηση όλο και περισσότερων σφαιρών επιρροής, ανταγωνισμός με τους Δυτικούς μέχρις εσχάτων για την ‘μοιρασιά’ του κόσμου. Ήταν αδύνατο κάτω από αυτές τις συνθήκες να μην κλονιστούν η πίστη και τα οράματα που έτρεφε ο αγαθός επιστήμονας για μια καλύτερη και ευτυχέστερη σοσιαλιστική ανθρωπότητα. Τώρα, μέσα σε όλη αυτή την πολυπλοκότητα της διεθνούς πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων και το ανελέητο κατασκοπευτικό ‘πανηγύρι’, όταν η κομμουνιστική ελπίδα για δικαιοσύνη, ειρήνη, ψωμί και ελευθερία συνθλιβόταν μέσα στο χωνευτήρι της εξωτερικής επεκτατικής πολιτικής της ‘μεγάλης Σοβιετίας’, ήρθε και η απειλή κατά της ζωής του.

Τον Δεκέμβριο του 1948, μετά από επταετή επιτυχημένη κατασκοπευτική δράση, ο Φουκς σκέφθηκε σοβαρά να παραιτηθεί από την διπλή ζωή. Μέσα του άρχιζε σταθερά ν’ αποστασιοποιείται ιδεολογικά από τις αποφάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, που τώρα έχει πετάξει την ‘προβιά’ και έδειχνε δόντια ιμπεριαλιστικού ‘λύκου’. Ο Φουκς, από την φύση του αγχώδης κι ευαίσθητος, έπεσε στο κρεβάτι αποκαμωμένος από τις εσωτερικές ψυχολογικές μεταπτώσεις και την αγωνία για το αν όλα αυτά τα χρόνια ήταν χρόνια απόδοσης δικαιοσύνης ή προδοσίας. Φίλοι και συνάδελφοι του συμπαραστάθηκαν, δίχως ασφαλώς να γνωρίζουν το παραμικρό από την αλήθεια της τραγωδίας του. Το μόνο που στην ουσία κατάφεραν ήταν ν’ αυξήσουν την ορμή και την καταλυτική δύναμη των ενοχών του.

Καθώς η πάλη μέσα του γιγαντωνόταν, την Άνοιξη του 1949 έφτασε στις μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών της Βρετανίας (ΜΙ5) ένα τηλεγράφημα από το FBI Νέας Υόρκης, που πληροφορούσε ότι το 1947 έγιναν σοβαρές διαρροές ατομικών μυστικών κατά την διαμονή της αγγλικής επιστημονικής αποστολής στις ΗΠΑ προς όφελος των Ρώσων. Το μόνο σίγουρο ήταν πως ο κατάσκοπος οπωσδήποτε ανήκε στην βρετανική πλευρά και όχι στην αμερικάνικη. Ο ίδιος ο αρχηγός του FBI Χούβερ (Edgar Hoover) πήρε τότε την πρωτοβουλία να ενημερώσει τους Άγγλους. Αμέσως άρχισαν διακριτικά οι έρευνες των μυστικών υπηρεσιών της Αγγλίας. Ο συνταγματάρχης Άρνολντ (Henry Arnold), αξιωματικός ασφαλείας με απόσπαση στο Ατομικό Κέντρο Ερευνών του Χάργουελ, μετά από μελέτη του φακέλου του Φουκς (που ωστόσο δεν τον πληροφορούσε για κάτι καινούργιο) αποφάσισε να τον θέσει σε άγρυπνη αλλά διακριτική παρακολούθηση. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαρδιωτικό. Ο Φουκς είχε ήδη αποφασίσει να σταματήσει τις συναντήσεις με τους Ρώσους πράκτορες.


ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΛΛΗΨΗ
Το πρωί της 15ης Οκτωβρίου 1949 ο Άρνολντ δέχθηκε έκπληκτος την επίσκεψη του Φουκς στο γραφείο του, με το πρόσχημα να τον συμβουλέψει σχετικά με την ανάληψη από τον πατέρα του της έδρας της Θεολογίας στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Το πρόβλημα, όπως ισχυρίστηκε, ήταν ότι η συγκεκριμένη πόλη ανήκε στη ρωσική ζώνη, ενώ μέχρι πρότεινος ο πάστορας Φουκς ζούσε στην αμερικάνικη. Μήπως αυτό θα του δημιουργούσε ενοχλήσεις, εφόσον ο γιος του εργαζόταν στις ατομικές έρευνες; Ο Άρνολντ, που οπωσδήποτε υποπτευόταν τον προδοτικό ρόλο του επιστήμονα, δεν τόλμησε εκείνη την στιγμή να τον κατηγορήσει ανοιχτά. Αρκέστηκε στο να υποσχεθεί την βοήθειά του.

Στο μεταξύ οργίαζαν τα τηλεγραφήματα που κατέφταναν στο Λονδίνο από το FΒΙ. Ο επόπτης των μυστικών υπηρεσιών Σκάρντον (William Scardon) έφτασε στο Χάργουελ για να συζητήσει δήθεν με τον Φουκς το ζήτημα της αναχώρησης του πατέρα του για την Ανατολική Γερμανία. Μια εγκάρδια σχέση αναπτύχθηκε σταδιακά ανάμεσα στους δύο άνδρες. Φυσικά, ο Σκάρντον ήταν πεπεισμένος για την ενοχή του επιστήμονα, παρά το ότι δεν είχε στα χέρια του τις απαραίτητες αποδείξεις για να στηρίξει κατηγορητήριο. Έτσι αποφάσισε να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για ν’ ασκήσει πάνω του την απαραίτητη για την ομολογία ψυχολογική πίεση. Το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι έφτανε πια στην τελική φάση.

Στις 10 Ιανουαρίου 1950 ο Φουκς αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την θέση του στο Χάργουελ, με αφορμή την αναχώρηση του πατέρα του για Λειψία. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει και το διαισθανόταν. Οι συναντήσεις του με τον Σκάρντον συνεχίστηκαν. Συχνά οι δύο άνδρες γευμάτιζαν μαζί και ο Άγγλος πράκτορας έδειχνε ν’ απολαμβάνει τις διηγήσεις του Γερμανού επιστήμονα σχετικά με την ζωή του και τις δοκιμασίες που πέρασε, τις συγκινήσεις που του χάρισε η επιστήμη του, τα δύσκολα παιδικά χρόνια στη Γερμανία και τις θηριωδίες των ναζί. Στις 24 Ιανουαρίου ο Φουκς επιτέλους ομολόγησε. Ο Σκάρντον, που μέχρι εκείνη την στιγμή νόμιζε ότι είχε να κάνει απλά με έναν αφελή και απρόσεκτο κουρασμένο επιστήμονα, κατάλαβε επιτέλους ότι είχε απέναντί του τον σπουδαιότερο ατομικό κατάσκοπο του σοβιετικού μπλοκ -έναν επί σειρά ετών επαγγελματία προδότη, που για χρόνια και με άνεση επαγγελματία κατάφερνε να εξευτελίζει τις συμμαχικές υπηρεσίες αντικατασκοπίας! Άκουγε κατάπληκτος τον Γερμανό επιστήμονα να του αφηγείται όλα αυτά που συνέβησαν στα χρόνια της προδοσίας και ο επίλογος αποδείχθηκε σωστός καταπέλτης. Όχι, δεν ένιωθε τύψεις, ήταν απλά ένας πρόθυμος κομμουνιστής, ένας ιδεολόγος, παρά το ότι η Μόσχα τον απογοήτευσε σε κάποιο βαθμό. Μπορεί να κλονίστηκε η εμπιστοσύνη, η βαθύτερη όμως πίστη παρέμενε ζωντανή. Ο Φουκς εμφανιζόταν ξελαφρωμένος μετά την ομολογία και πίστευε ότι μπορούσε να επιστρέψει πάλι στο Χάργουελ και την παρέα των συναδέλφων του! Αφέλεια; Ελαφρότητα; Οι μεγαλοφυΐες είναι για όλα ικανές. Τελικά, ανανέωσε το ραντεβού του με τον Σκάρντον για την μεθεπόμενη, επειδή στο μεταξύ είχε μια επιστημονική συνεδρίαση.

Στην καινούργια ετούτη συνάντηση ο επιστήμονας πείσθηκε να δώσει γραπτή κατάθεση. Έτσι, την επόμενη ημέρα πήγε στο Λονδίνο, στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Όλα καταγράφηκαν λεπτομερώς, εκτός βέβαια από τα καθαρά επιστημονικά θέματα, με την δικαιολογία πως δεν είχε το δικαίωμα να δώσει ατομικές πληροφορίες παρά μόνο σε κάποιον ειδικό επιστήμονα! Επιπλέον, δήλωσε πως το ερχόμενο Σαββατοκύριακο είχε ανάγκη από ανάπαυση, οπότε το επόμενο ραντεβού τους καθορίστηκε για την Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 1950. Μέχρι τότε, βέβαια, ο Φουκς κυκλοφορούσε εντελώς ελεύθερος!

Την συμφωνημένη μέρα προσήλθε στο Υπουργείο Στρατιωτικών, όπου τον περίμενε ο ατομικός επιστήμονας Μισέλ Περρέν, στον οποίο ο Φουκς αποκάλυψε τις τεχνικές λεπτομέρειες της προδοσίας του. Νέο σοκ: στο θέμα της αποκάλυψης ατομικών μυστικών στους Σοβιετικούς δεν ήταν ο μόνος πρωταγωνιστής, αφού κι άλλοι συνάδελφοί του έπραξαν ανάλογα –σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του. Αυτό δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Τέλος, αφέθηκε ελεύθερος να γυρίσει στο Χάργουελ, αλλά τώρα ο Άρνολντ τον επιτηρούσε στενά. Στις 2 Φεβρουαρίου εκδόθηκε η διαταγή σύλληψής του, που έγινε στο γραφείο του Μισέλ Περρέν.

Ο πρωθυπουργός Άττλη (Clement Attlee) και οι βρετανικές αρχές κυριολεκτικά τρόμαξαν μόλις ανακάλυψαν την σπουδαιότητα των πληροφοριών που ο Φουκς είχε περάσει στους Ρώσους. Ούτε κι αυτοί οι ίδιοι δεν είχαν φανταστεί μέχρι ποιο σημείο έφτανε τελικά η προδοσία του επιστήμονα. Πανικόβλητοι έσπευσαν να ενημερώσουν τους Αμερικανούς, που με την σειρά τους έμειναν εμβρόντητοι. Ήδη στην Αμερική το πολιτικό κλίμα εναντίον των Ρώσων ήταν τρομερά φορτισμένο. Η κοινή γνώμη έδειχνε μια πρωτοφανή φρενίτιδα σχετικά με τις υποψίες ενός μελλοντικού πυρηνικού πολέμου, που τάχα θα οφειλόταν στην κομμουνιστική μοχθηρότητα! Επόμενο ήταν τώρα όλη αυτή η κατάσταση βρασμού ν’ αναζητήσει εκτόνωση στο πρόσωπο του Γερμανού ατομικού επιστήμονα.


ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ
Τέσσερις ήταν οι βασικές κατηγορίες: α)καταπάτησε την ιερή αρχή του ασύλου που η Μ. Βρετανία του παρείχε, β) παρέδωσε σε ξένη δύναμη τον καρπό όχι μόνο των δικών του εργασιών, μα και άλλων συναδέλφων του, γ) έβλαψε ανεπανόρθωτα τις καλές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας και δ) προξένησε τεράστιο κακό στον Δυτικό κόσμο, παραδίνοντας μυστικά ζωτικής σημασίας σε μια χώρα, η ιδεολογία της οποίας απορριπτόταν από την συντριπτική πλειοψηφία των λαών της Δύσης και παράλληλα αύξησε την ισχύ εκείνων που ήταν σε όλους γνωστοί σαν ‘εχθροί της ελευθερίας’.

Αποφασίστηκε να δικαστεί στο δικαστήριο του Όλντ Μπέυλυ, όπου μεταφέρθηκε ξημερώματα της 1ης Μαρτίου από τις φυλακές του Μπρίξτον. Πάμπολλοι ανταποκριτές διαφόρων εθνικοτήτων παρευρέθησαν, όπως άλλωστε και προσωπικότητες από τον πολιτικό και αριστοκρατικό κύκλο. Τον είδαν κατάχλωμο, να στέκεται χαμένος, τρακαρισμένος, μ’ έναν γιατρό παραδίπλα. Ο συνήγορός του, Ντέρεκ Κέρτις Μπένετ, δήλωσε ότι η υπερασπιστική του γραμμή θα διέπεται κατ’ αρχήν από την παραδοχή της ενοχής, σύμφωνα με την ομολογία του πελάτη του, η οποία σε κανένα της σημείο της δεν αμφισβητείτο. Σκόπευε μάλιστα να εκθέσει στο σεβαστό δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους ο Φουκς δεν θα έπρεπε να λογιστεί σαν μια κοινότοπη περίπτωση κατασκοπίας, αλλά σαν μια πράξη απόγνωσης ενός ιδεολόγου, ενός βασανισμένου μεγαλοφυούς επιστήμονα που, παρά το γεγονός της προδοσίας του, στην πραγματικότητα ωφέλησε πρώτιστα το “στρατόπεδο” στο οποίο βρισκόταν, δηλαδή το συμμαχικό. Στο σημείο αυτό έγινε εκτενής αναφορά στα μαρτυρικά παιδικά του χρόνια, στις διώξεις και στους τραγικούς θανάτους μελών της οικογενείας του από τους Ναζί, τονίστηκε ότι οι λόγοι που τον ώθησαν στην κατασκοπία δεν ήταν ιδιοτελείς, με την έννοια του χρηματικού ωφέλους, αλλά αποκυήματα των πολιτικών του πεποιθήσεων. Ο Φουκς ήταν ένας θερμός κομμουνιστής. Κι ένας κομμουνιστής, όπου κι αν βρίσκεται στον κόσμο, είναι συνεπής προς τις υποχρεώσεις που πιστεύει ότι έχει στο κόμμα του. Η αυθόρμητη ομολογία, άλλωστε, δεν αποδείκνυε την ειλικρινή του μεταμέλεια;

(PH)Πριν την ομολογία

Κάτω από το βάρος αυτών των κατηγοριών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 14 ετών. Παρά το ότι η στάση του χαρακτηρίστηκε ως προδοτική, και μάλιστα σε έσχατο βαθμό, ο Φουκς γλίτωσε την θανατική καταδίκη επειδή η χώρα υπέρ της οποίας υπήρξε κατάσκοπος δεν ήταν εχθρική, επίσημα τουλάχιστον, αλλά σύμμαχος. Μετά από δίκη μιάμισης περίπου ώρας, οδηγήθηκε στις φυλακές του Γουέκφιλντ.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, πίσω από τα σίδερα, ο Φουκς διάβαζε Φιλοσοφία -κυρίως ελληνική, αλλά και ευρωπαϊκή. Ποτέ του δεν καταφέρθηκε εναντίον του Άρνολντ, με τον οποίο συνέχισε την αλληλογραφία. Αυτός, κυριευμένος από αισθήματα αγάπης και σεβασμού για τον επιστήμονα, ανέλαβε να τον διευκολύνει πουλώντας περιουσιακά του στοιχεία και διεκπεραιώνοντας μικροϋποθέσεις του. Τα χρήματα κατατίθεντο σε τραπεζικό λογαριασμό του Φουκς, που τον Φεβρουάριο του 1951 έχασε τελικά την αγγλική υπηκοότητα. Άπατρις, απομονωμένος από τον έξω κόσμο, δημιούργησε μέσα στην φυλακή μια λέσχη γερμανικής συνδιάλεξης και μια ομάδα ερασιτεχνών ασυρματιστών.

Ο ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ
Το 1958 ο αγγλικός τύπος ασχολήθηκε πάλι μαζί του. Η εφημερίδα Daily Express κατάφερε μάλιστα να εξασφαλίσει συνέντευξή του. Ο Φουκς δήλωσε ότι παρέμενε πιστός στις μαρξιστικές του ιδέες, αλλά πρόσθεσε πως η πίστη του στους κομμουνιστές είχε σοβαρά κλονιστεί. Δεν σκόπευε να παραμείνει στην Αγγλία μετά την αποφυλάκισή του. Ήθελε να επιστρέψει στην Ανατολική Γερμανία, ν’ ασχοληθεί με το πρόβλημα αστοχίας των πυραύλων που στέλνονται στη σελήνη και την συντριβή τους κατά την προσεδάφιση. Λίγο πριν την αποφυλάκισή του, αφού πέρασαν εννιά χρόνια και τέσσερις μήνες από την στιγμή της εισόδου του στη φυλακή, η Αγγλία και οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι δεν ενδιαφέρονταν πλέον για τον ατομικό επιστήμονα. Αυτό ήταν τερατώδες ψέμα. Γιατί καλά γνώριζαν πως, παρά την αυστηρή απομόνωσή του όλα αυτά τα χρόνια, ο Φουκς παρέμενε μια αυθεντία στον χώρο της ατομικής επιστήμης. Το Απρίλιο του 1959 δυο Βρετανοί ανώτεροι αξιωματικοί των μυστικών υπηρεσιών επισκέφθηκαν το κελί του, προσπαθώντας να τον πείσουν να ξαναεργαστεί για λογαριασμό της Βρετανίας. Το ίδιο έκαναν και άνθρωποι των καναδικών και αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Ο Φουκς δεν πείσθηκε. Ξαναπαίρνοντας την γερμανική υπηκοότητα, αποφάσισε να επιστρέψει στον πατέρα του στη Λειψία. Έτσι, στις 2 Ιουλίου 1959, κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, έφτασε στο αεροδρόμιο του Λονδίνου και επιβιβάστηκε σε αεροσκάφος των πολωνικών αερογραμμών της πτήσης 246 προς Ανατολικό Βερολίνο. Ήταν μόλις 47 ετών, κουρασμένος αλλά υγιής, με μαλιά γκριζωπά και αραιωμένα. Από κάποιον υπάλληλο του Υπουργείου Εσωτερικών έλαβε έναν φάκελο με 100 λίρες: ήταν ο μισθός που του χρωστούσαν την στιγμή της σύλληψής του στο Χάργουελ. Όταν ένα συντηρητικός βουλευτής έθεσε σχετικό ερώτημα στο Κοινοβούλιο, έλαβε ως απάντηση ότι η Μεγάλη Βρετανία τηρούσε πάντοτε τις υποχρεώσεις της, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ευεργετούμενος παρέκκλινε της τιμής. Τούτη θα είναι και η τελευταία αναφορά στην Αγγλία σχετικά με τον Φουκς.

(PH)Ο Φουκς αμέσως μετά την αποφυλάκισή του επέστρεψε στην Ανατολική Γερμανία.

Στο Βερολίνο, μια γυναίκα με γκρίζα μαλιά τον υποδέχθηκε προσφέροντάς του λουλούδια: ήταν η Γκρέτα, η κοπέλα που γνώρισε στο Παρίσι το 1933, η πρώτη του αγάπη, την οποία δεν είχε δει εδώ και 26 χρόνια. Δίπλα της στεκόταν ο ανιψιός του, ο γιος της αδικοχαμένης αδερφής του Ελισάβετ, που ρίχτηκε με απελπισία στις ράγες του μετρό στο Βερολίνο το 1939. Ο Φουκς βρισκόταν επιτέλους ανάμεσα σε Γερμανούς κομμουνιστές - στην φυσική του δηλαδή οικογένεια. Συνάντησε τον ογδονταπεντάχρονο πατέρα του 30 χιλιόμετρα έξω από το Βερολίνο, στο Βάντλιτς. Πριν τον αποχαιρετίσει, δήλωσε σε κάποιον δημοσιογράφο που παραβρισκόταν: “Είμαι ακόμη μαρξιστής!”

Πριν τελειώσει η χρονιά, τον Σεπτέμβριο του 1959, παντρεύτηκε την Γκρέτα -χήρα του Μαξ Κάιλσον, μέλος του κόμματος, ο οποίος είχε πεθάνει κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες όταν συνελήφθη από ομοϊδεάτες του για ‘σιωνιστική δράση’. Το ζεύγος πήγε στην Δυτική Γερμανία, όπου ο Φουκς στις 14 Νοεμβρίου διορίστηκε διευθυντής του Θεωρητικού Τμήματος του Κεντρικού Ινστιτούτου Πυρηνικής Φυσικής του Ρόσσερντοφ, κοντά στη Δρέσδη. Κάποιοι φίλοι της οικογένειας πίστεψαν ότι η Γκρέτα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση μέσα στο Κόμμα, ύστερα από τις κατηγορίες εναντίον του πρώτου συζύγου της, και ότι από θαύμα διατήρησε την θέση της. Ειπώθηκε πως ήταν ανίκανη ν’ αγαπήσει άντρα, πως ο μοναδικός έρωτάς της ήταν και θα είναι το Κόμμα και πως παντρεύτηκε τον Φουκς επειδή την διέταξαν να τον επιβλέπει!

Σε πέντε μόλις χρόνια ο Φουκς είχε προαγωγή: ο άμεσος προϊστάμενός του, ο δρ. Χάιντς Μπάρβιχ, βραβευμένος με το βραβείο Λένιν, ένας από τους καλύτερους ατομικούς επιστήμονες της Ανατολικής Γερμανίας, εξαφανίστηκε στην Γενεύη της Ελβετίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1964, όπου βρισκόταν στην διάσκεψη του ΟΗΕ για θέματα σχετικά με την ατομική και πυρηνική Φυσική ως παρατηρητής κοντά στη σοβιετική αντιπροσωπεία. Δυο μέρες αργότερα εμφανίστηκε στις ΗΠΑ ζητώντας πολιτικό άσυλο: δήλωσε ότι προτιμάει την ελευθερία.

(PH) Ο Κλάους Φουκς στο γραφείο του στην Ανατολική Γερμανία μετά τον επαναπατρισμό του, υπό το ‘βλέμμα’ του Λένιν. Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Γερμανός επιστήμονας
παρέμεινε ένας αμετανόητος κομμουνιστής.

Έκτοτε ο Φουκς ασχολήθηκε μόνο με ζητήματα της επιστήμης του, χωρίς ποτέ να λάβει μέρος σε πολιτικές συζητήσεις. Παρέμεινε ασφαλώς μέχρι το τέλος της ζωής του αμετανόητος μαρξιστής, έχοντας πάνω από το κεφάλι του, στο γραφείο όπου εργαζόταν, ένα τεράστιο πορτραίτο του Λένιν. Η κρίση του κομμουνιστικού μοντέλου, που διέτρεξε ολόκληρο τον αριστερό κόσμο, άφησε και στον ίδιο, όπως σε κάθε μαρξιστή διανοούμενο, τα σημάδια της. Το 1964 δέχτηκε επίσημη πρόσκληση από το Πεκίνο. Δεν δόθηκε καμία απολύτως απάντηση. Επέμβαση της Μόσχας ή παρεμβολή της προσωπικής του αίσθησης ευθύνης; Μήπως τύψεις; Κατανόηση και παραδοχή της θλιβερής αλήθειας, πως οι ιδεολογίες δεν είναι άμοιρες πολιτικών παρεμβάσεων και παρασκηνιακών σκοπιμοτήτων; Το μαρξιστικό όραμα επρόκειτο να παραμείνει στη σφαίρα του μη εφικτού –και το ήξερε. Ο άνθρωπος που πρόδωσε τόσο σοβαρά μυστικά και για τόσο μακρύ χρονικό διάστημα δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή επαγγελματίας κατάσκοπος. Ακόμη και την διαβεβαίωσή του, κατά την διαδικασία της ομολογίας του, ότι στην υπόθεση της παράδοσης μυστικών στους Σοβιετικούς πολλοί συνάδελφοί του επιστήμονες είχαν πράξει το ίδιο με αυτόν, πολλοί προσπάθησαν μάλλον ανεπιτυχώς να την χαρακτηρίσουν σαν μια ύστατη προσπάθεια ενός πιστού στην Σοβιετία ανθρώπου να σπείρει τον πανικό στις τάξεις των Δυτικών. Σήμερα γνωρίζουμε πως έλεγε την αλήθεια.


Η ΕΛΠΙΔΑ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ
Είναι προφανές ότι πολλοί επιστήμονες που εργάστηκαν για την προώθηση της ατομικής υπόθεσης είχαν ήδη από τα χρόνια του πολέμου την ενστικτώδη ικανότητα ν’ αντιληφθούν έγκαιρα πως η μονομερής γνώση στην κατασκευή και χρήση τόσων φοβερών όπλων, όπως τα πυρηνικά, θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε μια παγκόσμια πόλωση, ικανή να δυναμιτίσει τα θεμέλια της παγκόσμιας ειρήνης. Η ισορροπία δυνάμεων, που εξασφαλιζόταν με την διαρροή των ατομικών μυστικών προς κράτη που μέχρι τότε είχαν καθυστερήσει στον συγκεκριμένο τομέα ερευνών, διαφαινόταν τότε σαν η μόνη εγγύηση, ώστε να αποφευχθούν τυχόν μεταπολεμικές αλαζονικές διαθέσεις στο στρατόπεδο των νικητών. Κάποια στιγμή, το σύνολο του επιστημονικού κόσμου κατανόησε ότι οι υποψίες και οι φόβοι αυτοί ήταν δικαιολογημένοι, αφού έβλεπε με απογοήτευση την απροκάλυπτη διάθεση των Αμερικανών να μονοπωλήσουν την τεχνογνωσία στα ατομικά όπλα. Αργότερα, όταν πλέον ξεκάθαρα οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ έθεσαν τους στόχους της εξωτερικής τους πολιτικής, οι επιστήμονες πείσθηκαν οριστικά ότι ο κίνδυνος από την ανυπαρξία ενός αντίπαλου δέους θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μια μονόπλευρη παγκόσμια κυριαρχία σε βάρος των άλλων εθνών.

Ο Κλάους Φουκς στην Ανατολική Γερμανία. Πάνω στο γραφείο τουφιγουράρει επιστημονικό περιοδικού των ‘Δυτικών’.

Αλλά η επιστήμη δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι άμοιρη ευθυνών, αφού μοναδικός λόγος της ύπαρξής της είναι η βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης και η ευτυχία του ανθρώπινου γένους. Με αυτή την οπτική, δεν υπάρχουν σύνορα ούτε στην επιστήμη, ούτε στον μόχθο των ερευνητών. Η αποστολή τους είναι πανανθρώπινη, επομένως κανείς δεν δικαιούται να μονοπωλεί την γνώση. Όταν ξοδεύονται τόσα εκατομμύρια, τόση ανθρώπινη ενέργεια και τόσος χρόνος, η ελπίδα δεν μπορεί παρά να είναι υπόθεση όλων μας. Κάπως έτσι πρέπει να σκεφτόταν και ο Κλάους Φουκς. Πόσο λίγο Γερμανός ή Άγγλος αισθανόταν, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε -ούτε και πόσο Ρώσος. Οι ιδέες δεν έχουν πατρίδα, είπε κάποιος κάποτε. Η ανθρωπότητα είναι ένα αδιαίρετο σύνολο και ο κόσμος ολόκληρος ένα καράβι που, αν βουλιάξει, η ίδια ολέθρια τύχη επιφυλάσσεται σε όλους τους επιβαίνοντες. Οι άνθρωποι που εργάζονται με την λευκή μπλούζα του εργαστηρίου δεν ζουν σ’ έναν κόσμο αγγέλων, δεν δικαιούνται να ονειροβατούν. Γιατί εργάζονται για το καλό των συνανθρώπων τους, μέσα στην ίδια με αυτούς επίγεια κόλαση.

παράρτημα 1:
Το 1941 οι μυστικές υπηρεσίες της Μεγάλης Βρετανίας βρίσκονταν σε εμβρυακή κατάσταση, σε αντίθεση με την Σοβιετική Ένωση και τους Γερμανούς, των οποίων τα δίκτυα μπορεί να στηρίζονταν σε άτομα ιδεολογικά προσκείμενα στις πολιτικές τους και όχι σε επαγγελματίες κατασκόπους, αλλά η οργανωτικότητα και η μεθοδικότητά τους ξεπερνούσαν κατά πολύ αυτές των Εγγλέζων και των συμμάχων τους. Μπορούμε λοιπόν με βεβαιότητα να ισχυριστούμε ότι οι κατάσκοποι των Ρώσων λειτουργούσαν αφιλοκερδώς, με κίνητρο μονάχα την πίστη τους στα κομμουνιστικά ιδεώδη. Πάντως η επίσημη γραμμή της Μόσχας ήταν να πιέζονται από τους ανωτέρους τους να εισπράττουν κάποια χρηματικά ανταλλάγματα, οπότε σε περίπτωση εξασθένησης του πατριωτικού τους ενθουσιασμού να είναι ευάλωτοι στους εκβιασμούς των προϊσταμένων τους. Ο Φουκς δεν δεχόταν απολύτως καμιά χρηματική αμοιβή, με αποτέλεσμα να μπορεί να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και την ανεξαρτησία του από το σοβιετικό κατασκοπευτικό δίκτυο. Πρέπει εδώ να αναφέρουμε το γεγονός ότι ο Χάρυ Γκολντ, κατόπιν υπόδειξης του Γιάκοβλεφ, προσπάθησε να χρηματίσει τον Φουκς προσφέροντάς του 1.500 δολάρια κατά την διάρκεια του Μαρτίου 1944. Η άρνηση του ιδεολόγου πράκτορα υπήρξε σταθερή. Πρόδιδε λόγω πεποιθήσεων, όχι για οικονομικό όφελος. Ήταν απλά ένας πατριώτης!

παράρτημα 2:
Η εξαγγελία του προέδρου Τρούμαν της 1ης Σεπτεμβρίου 1949, ότι η ΕΣΣΔ κατείχε την ατομική βόμβα, βύθισε τον αμερικανικό κόσμο στην ψυχολογική τρέλα ενός ενδεχόμενου πυρηνικού πολέμου κι ενός ανύπαρκτου ‘κομμουνιστικού κινδύνου’. Ήταν η περίοδος που η αμερικανική κοινωνία, θύμα και η ίδια της παράλογης προπαγάνδας του κράτους, βυθιζόταν σε πελάγη μίσους προς του Σοβιετικούς. Η υστερία κορυφώθηκε τάχιστα. Ο κόσμος ωθείτο στο να καταγγέλλει όποιον πίστευε ότι ασκούσε κατασκοπία, το FBI δεχόταν χιλιάδες αναφορές, συντάσσονταν κατάλογοι με κομμουνιστές ή απλά συμπαθούντες την Αριστερά, ξένους και ημεδαπούς, αρεστούς ή μη για οποιονδήποτε λόγο. Οι αποδείξεις σπάνιζαν (συχνά δεν υπήρχαν), αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Η ασφάλεια του κράτους θεωρείτο ως το σοβαρότερο καθήκον του πολίτη, ακόμη κι αν χρειαζόταν να καταδικαστούν αθώοι! Τα κατηγορητήρια συχνά έπεφταν στο κενό, οι καταδικαστικές αποφάσεις όμως δεν ανατρέπονταν. Μεγαλέμποροι και επιχειρηματίες μπήκαν στο στόχαστρο απλά και μόνο επειδή ταξίδευαν συχνά στην Μόσχα ή στο Πεκίνο ή επειδή μιλούσαν ρώσικα ή κινέζικα! Όλη αυτή η παρανοϊκή ατμόσφαιρα υπέβαλλε τους ντεντέκτιβς του FBI σε εξαντλητική πίεση και καλλιέργησε τον φανατισμό. Βέβαια, κατά το 1948, αυτή η τρέλα δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί σε ανησυχητικό βαθμό. Μετά και τον αποκλεισμό του Βερολίνου το 1948, οι σχέσεις ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης επιδεινώθηκαν κατακόρυφα. Η εξαγγελία του Τρούμαν προκάλεσε κατάπληξη, γατί τα πιο αισιόδοξα σενάρια υπολόγιζαν ότι η απόκτηση της ατομικής βόμβας θα ερχόταν για τους Ρώσους πέντε ή έξι χρόνια αργότερα. Για πρώτη φορά μετά την λήξη του πολέμου, η Αμερική συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν η μόνη υπερδύναμη στον πλανήτη. Οι πιο απλοϊκοί πανικοβάλλονταν στην ιδέα μιας πυρηνικής σύρραξης και έσπευδαν να προμηθευτούν προστατευτικές μάσκες, αντιπυρηνικά εργαλεία και άλλα διάφορα, με αποτέλεσμα οι εξυπνότεροι να πλουτίζουν με τρελούς ρυθμούς. Ακόμη και στα σχολεία διεξάγονταν ασκήσεις ετοιμότητας για περίπτωση ατομικού πολέμου: πολλές φορές την ημέρα τα παιδιά ήταν υποχρεωμένα να προστρέχουν στα καταφύγια ή να χώνονται κάτω από τα θρανία, αμέσως μόλις ο δάσκαλος έδινε το σύνθημα. Όλοι έψαχναν για πιθανούς προδότες, για επικίνδυνους κατασκόπους, οι φυλακές γέμιζαν ασφυκτικά, ιδίως έναν χρόνο αργότερα, όταν η περίοδος του ψυχρού πολέμου πήρε την αγριότερη μορφή της. Και το ειρωνικότερο ήταν πως η επιτυχία των Ρώσων ήρθε ακριβώς τη στιγμή που ο Φουκς αποφάσισε να εγκαταλείψει την κατασκοπευτική του δράση! Δυο φορές την εβδομάδα, όλη σχεδόν η χώρα πραγματοποιούσε ασκήσεις πυρηνικού συναγερμού. Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα γραφεία των μεγάλων εταιριών, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα προέβλεπαν ασκήσεις ετοιμότητας και προσφυγής στα πυρηνικά καταφύγια. Πολλοί κυκλοφορούσαν με την μάσκα προστασίας στο χέρι! Η υστερία βέβαια είχε προκληθεί τεχνηέντως από την πολιτική ηγεσία. οι Σοβιετικοί ούτε καν σκέπτονταν μια πυρηνική σύρραξη με τις ΗΠΑ. Ο πανικός που κατέλαβε τις μάζες στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού ήταν καθαρά δημιούργημα πολιτικών σκοπιμοτήτων. Όλα έδειχναν πως η ηγεσία των ΗΠΑ επιθυμούσε σφόδρα την πόλωση, εκφράζοντας ασφαλώς την πολιτική δεοντολογία και προσανατολισμό ολόκληρου του Δυτικού κόσμου. Ο κομμουνιστικός κίνδυνος μόνον σαν επικίνδυνο μικρόβιο μπορούσε να καταπολεμηθεί, με την μέθοδο δηλαδή της απόλυτης απομόνωσης. Χωρίς συμμάχους και διάσπαρτους ανά τον κόσμο οπαδούς, απογυμνωμένος από την φυσική αίγλη που ασκούσε στις ευρύτερες λαϊκές μάζες, που συνθλίβονταν καταπιεζόμενες από την στυγνή εκμετάλλευση της ελίτ του κεφαλαίου και των εκπροσώπων του, οπωσδήποτε θα καταντούσε ένας αποδυναμωμένος αντίπαλος. Και τότε θα ήταν εύκολο για τον Δυτικό καπιταλισμό να τον συντρίψει. Αυτή η ψυχολογία επικρατούσε και στην λεγόμενη Δυτική Ευρώπη, και ασφαλώς στην ίδια την Αγγλία, που διαμόρφωνε σταθερά τον νέο της ρόλο στην Γηραιά Ήπειρο: αυτόν του "αμερικανικού δακτύλου".


πηγές - βιβλιογραφία

1) J.R.D. Bourcart: L΄espionnage soviétique (Librairie Arthème Fayard, Paris 1962.)
2) Ε. Locard: Trahison atomique (Flamme d’ or, Paris 1954)
3) Β. Νewmann: Le monde secret de l΄ espionnage (Paris 1961)
4) Robert Jungk: “Brighter Than a Thousand Suns: A Personal History of the Atomic Scientists” (Harcourt Brace, NY 1958)
5) Richard Rhodes: “The Making of the Atomic Bomb” (Simon & Schuster, NY 1986)
6) G. Herken: “Brotherhood of the Bomb: The Tangled Lives and Loyalties of Robert Oppenheimer, Ernest Lawrence, and Edward Teller” (Henry Holt and Co., NY 2002)
7) Jennet Conant: “109 East Palace. Robert Oppenheimer and the Secret City of Los Alamos” (Simon & Schuster, NY 2005)
8) Robert Chadwell Williams: “Klauss Fuchs: Aton Spy” (Harvard Univ. Press. 1987)
9) Michael Amrine: “The Great Decision” (G. P. Putnam’s Sons, NY 1959)
10) Bob Considine: “How Russia Stole America’s Atomic Secrets” (Hearst Headline Service, NY 1965)

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 18, τον Ιούλιο του 2007
Από FlameHistory

No comments: